Η ΣΕΛΙΔΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

 

Πόσο δυνατή είναι η πίστη σου στο Θεό;

Η ιστορία μιλάει για έναν ορειβάτη, που θέλησε να σκαρφαλώσει στο ψηλότερο βουνό.
Η νύχτα έπεσε βαριά και ο άνδρας δεν έβλεπε τίποτα, όλα ήταν μαύρα.
Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα.
Καθώς ο άνδρας ανέβαινε, γλίστρησε λίγο πριν την κορυφή του βουνού και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα.
Ο ορειβάτης πού το μόνο που έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά. 
Συνέχισε να πέφτει και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου, ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του, σκεφτόταν τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σχοινί που ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά.
Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα, μόνο το σχοινί τον κρατούσε ζωντανό.
Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμιάς άλλης επιλογής, φώναξε:
- Θεέ μου, βοήθησέ με....
Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε:
*Τί θέλεις να κάνω..;
-Σώσε με, Θεέ μου.
*Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε Σώσω..;
-Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς..!
*Τότε, κόψε το σχοινί που είναι δεμένο στη μέση σου...
Στο σημείο αυτό σκέφτηκα:
Θεέ μου, τι Ζητάς από αυτόν τον άνθρωπο; Είναι δυνατόν να του Ζητάς να κόψει το σχοινί, το μόνο πράγμα που τον κρατάει ζωντανό..;
Εγκατέλειψα γρήγορα αυτές τις σκέψεις και έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του ορειβάτη.
Αλήθεια, εγώ τί θα έκανα;
Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σχοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σχοινί ''μόνο 3 μέτρα'' πάνω από το έδαφος.... Εσύ και εγώ, πόσο κολλημένοι είμαστε στο σχοινί μας....;
''Η πίστη είναι εσωτερική δύναμη, το ισχυρό αντίδοτο στ' αρνητικά συναισθήματα που παραλύουν τη ζωή μας κι εμποδίζουν την ανάπτυξή μας''
Η ζωή φέρνει πάντα δυσκολίες...
Εάν ήταν μια συνεχόμενη λιακάδα θα μετατρεπόταν σε έρημο... Έτσι είναι η ζωή...
Όταν ζητάς δυνάμεις, σου Δίνει δυσκολίες για να γίνεις πιο δυνατός...
Όταν ζητάς σοφία, σε Γεμίζει με προβλήματα για να τα λύσεις...
Η ζωή μπορεί να μην σου δίνει όλα αυτά που θα ήθελες, αλλά σου δίνει όλα τα απαραίτητα για να αποκτήσεις αυτά που χρειάζεσαι...

ΖΟΓΚΛΕΡ
Φανταστείτε τη ζωή σας σαν το Παιχνίδι του Ζογκλέρ, που πετάει διαδοχικά στον Αέρα Πέντε Μπάλες με το ένα χέρι, τις πιάνει με το άλλο και τις ξαναπετάει διαδοχικά για να επαναλάβει την κυκλική διαδικασία όση ώρα διαρκεί η παρουσίασή του.
Υποθέστε ότι τα λίγα λεπτά που διαρκεί το Παιχνίδι του ισοδυναμούν με τη διάρκεια της… Ζωής σας!
Ονομάζουμε τις Μπάλες με τους εξής Τομείς της Ζωής μας:
Υγεία – Οικογένεια – Εργασία – Φίλοι – Πνεύμα!
Σύντομα θα Συνειδητοποιήσετε ότι η Εργασία είναι η Μοναδική Μπάλα που είναι κατασκευασμένη από… Λάστιχο! Αν σας… ξεφύγει από τα χέρια και πέσει κάτω, θα επανέλθει αναπηδώντας προς τα επάνω και είναι σχετικά εύκολο να την ξαναπιάσετε στα χέρια σας!
Οι Υπόλοιπες Τέσσερις Μπάλες, ωστόσο, Οικογένεια – Υγεία – Φίλοι και Πνεύμα είναι φτιαγμένες από Γυαλί.
Αν σας ξεφύγει από τα χέρια και μια άλλη από αυτές τις Μπάλες και πέσει κάτω, θα… γρατσουνιστεί οριστικά, θα… σημαδευτεί, θα… χαρακωθεί, θα πάθει… Ζημιά ή ακόμα μπορεί να σπάσει και να γίνει κομμάτια.
Δε θα είναι ποτέ ξανά η ίδια!
Πρέπει να το Αντιληφθείτε και να Αγωνιστείτε γι’ αυτό και να Προσέχετε τις Τέσσερις Μπάλες ίσως περισσότερο από όσο Προσέχετε την… Εργασία σας!

Γυναίκα

Ένα μικρό αγόρι ρώτησε τη μαμά του: "Γιατί κλαις μαμά;"
-"Γιατί είμαι γυναίκα" του είπε.
-"Δεν καταλαβαίνω" είπε το μικρό. Η μαμά του απλά το αγκάλιασε και είπε "και ούτε ποτέ θα καταλάβεις...."
Αργότερα το μικρό αγόρι ρώτησε τον μπαμπά του: "Γιατί η μαμά κλαίει χωρίς λόγο;" 
-"Όλες οι γυναίκες κλαίνε χωρίς λόγο!" ήταν το μόνο που μπορούσε να πει ο μπαμπάς του.
Το αγοράκι μεγάλωσε και έγινε άντρας, έχοντας ακόμα την απορία για ποιο λόγο κλαίνε οι γυναίκες.
Κάποια στιγμή είχε μια συζήτηση με τον Θεό. Τότε τον ρώτησε: "Θεέ μου, γιατί οι γυναίκες κλαίνε τόσο εύκολα;"
Και τότε ο Θεός του είπε...
- "Όταν δημιούργησα την γυναίκα έπρεπε να είναι ξεχωριστή.
Έφτιαξα τους ώμους της δυνατούς αρκετά ώστε να σηκώνουν τα βάρη του κόσμου και απαλά για να προσφέρουν ανακούφιση.
Της έδωσα εσωτερική δύναμη για να μπορεί να υπομένει τις γεννήσεις και την απόρριψη που καμιά φορά προέρχεται από τα παιδιά της.
Της έδωσα σκληράδα που της επιτρέπει να συνεχίζει όταν οι υπόλοιποι τα έχουν παρατήσει, και να φροντίζει την οικογένεια της μέσω αρρώστιας και κούρασης χωρίς να παραπονιέται. 
Της έδωσα ευαισθησία ώστε να αγαπάει τα παιδιά της κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα και όταν αυτά την πληγώνουν. 
Της έδωσα δύναμη ώστε να αντέχει τον άντρα της με τα ελαττώματα του και την έπλασα από το πλευρό του για να προστατεύσω την καρδιά του.
Της έδωσα σοφία να γνωρίζει ότι ένας σύζυγος ποτέ δεν πληγώνει την γυναίκα του, απλά ελέγχει τις δυνάμεις της και την αποφασιστικότητα της να παραμείνει δίπλα του χωρίς αμφιβολίες.
Βλέπεις γιέ μου είπε ο Θεός, η ομορφιά της γυναίκας δεν είναι στα ρούχα που φοράει, στη μορφή που έχει ,ούτε στον τρόπο που φτιάχνει τα μαλλιά της.
Η ομορφιά της γυναίκας είναι στα μάτια της, γιατί τα μάτια είναι οι πύλες της καρδιάς, το μέρος που η αγάπη κατοικεί."

Απληστία

Είναι πολύ παλιά παραβολή, τόσο παλιά, ώστε ο Θεός ακόμη ζούσε πάνω στη γη, ανάμεσα στους ανθρώπους.
Μια φορά, τον επισκέφθηκε ένας παλιός αγρότης και του είπε:
- Άκουσε, καλά Είσαι Θεός, δημιούργησες το σύμπαν, αλλά πρέπει να σου πω, ότι δεν είσαι αγρότης, δεν γνωρίζεις τα πιο απλά πράγματα για τη γεωργία.
Πρέπει να πάρεις λίγα μαθήματα.
- Τι προτείνεις, ρώτησε ο Θεός.
- Δώσε μου ένα χρόνο και αν όλα γίνουν έτσι όπως θα τα ζητήσω εγώ, θα δεις τι θα γίνει. Θα εξαφανίσω τη φτώχεια.
Ο Θεός συμφώνησε και έδωσε στον αγρότη ένα χρόνο.
Ο γεωργός είχε όλα αυτά που ζήτησε. Βροχή όποτε ήθελε, όχι θύελλες, αστραπές και χαλάζι, τίποτα επικίνδυνο για το σιτάρι. Ο αγρότης ήταν ευτυχισμένος, το σιτάρι φύτρωνε πολύ ψηλό! Ο ήλιος φώτιζε ή η βροχή διαρκούσε όσο ήθελε. Αυτό το χρόνο όλα ήταν σωστά με μαθηματική ακρίβεια και το σιτάρι ήταν ασυνήθιστα ψηλό.
Και τότε ο αγρότης ήρθε στον Θεό και του είπε: - Κοίτα, θα έχουμε τέτοια σοδειά, ώστε οι άνθρωποι για δέκα χρόνια θα μπορούν να μη δουλεύουν, γιατί θα έχουν ψωμί.
Όμως, όταν μαζέψανε τη σοδειά, είδανε πως τα στάχυα δεν είχαν κόκκους. 
Ο αγρότης έμεινε κατάπληκτος και με απορία ρωτούσε τον Θεό:
- Γιατί συμβαίνει αυτό; Πού είναι το λάθος μου;
Ο Θεός είπε: - Γιατί δεν υπήρχε αντίρρηση, δεν υπήρχε σύγκρουση, δεν υπήρχε τριβή, γιατί εσύ απομάκρυνες τα "κακά" φαινόμενα. Γι' αυτό το σιτάρι σου έμεινε άκαρπο. Χρειάζεται λίγη πάλη. Οι θύελλες, οι βροντές και οι αστραπές θα ξυπνούσαν την ψυχή του σιταριού.
Το Μυστικό

Αυτή η παραβολή έχει μεγάλο νόημα. Εάν είσαι πάντα ευτυχισμένος, η ευτυχία χάνει τη σημασία της. Είναι σαν να γράφει κάποιος με άσπρη κιμωλία πάνω σε άσπρο τοίχο. Κανένας δε θα μπορέσει να διαβάσει τα γραμμένα. Η νύχτα είναι στον ίδιο βαθμό χρήσιμη, όπως και η ημέρα, και οι ημέρες απελπισίας έχουν την ίδια σπουδαιότητα, όπως και οι ημέρες χαράς. Και αν σιγά-σιγά αντιληφθείς τον ρυθμό της ζωής, θα νιώσεις τον δισυπόστατο ρυθμό της, τον ρυθμό των αντιθέσεων και τότε θα βρεις τις μεγάλες απαντήσεις. Τότε θα αποκτήσεις το Μυστικό. Ακόμη και η απελπισία και η θλίψη δεν θα έχουν την συνηθισμένη καταστροφική μορφή. Όχι! Θα σ' επισκεφθεί η δυστυχία, αλλά δε θα είναι εχθρός σου. Θα συμφιλιωθείς μαζί της, γιατί θα βλέπεις το όφελός της. Θα είσαι ικανός να βλέπεις την ομορφιά της, θα καταφέρεις να κατανοήσεις για ποιο λόγο υπάρχει η συμφορά και γιατί πότε-πότε είναι απαραίτητη...

Οι ώμοι μας

Κάποτε με ρώτησε η μητέρα μου, διηγείται κάποιος, ποιο κατά τη γνώμη μου ήταν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας. 
Στην αρχή νόμισα ότι βρήκα εύκολα την απάντηση και έτρεξα στη μητέρα μου όλο χαρά. 
Είχα ανακαλύψει τη μαγεία και την ομορφιά των ήχων και της είπα "νομίζω πως είναι τα αυτιά, με τα οποία ακούμε". 
Εκείνη με διόρθωσε: "Όχι", μου είπε, "υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που δεν ακούνε, γιατί είναι κουφοί, γύρω μας". 
Συνέχισα να σκέφτομαι την ερώτηση μεγαλώνοντας. 
Όταν συνειδητοποίησα πόσο φοβερό δώρο είναι η όραση και τι μεγάλες δυνατότητες έχει, έτρεξα στη μητέρα μου μάλλον σίγουρος αυτή τη φορά, και της είπα, "μάλλον είναι τα μάτια μας που βλέπουμε, το σημαντικότερο μέρος στο σώμα μας". 
Με κοίταξε με αγάπη η μητέρα μου, χάρηκε που ασχολούμαι με το ερώτημά της και κάνω και μεγάλη πρόοδο, αλλά και πάλι με διόρθωσε: "Όχι, δεν είναι τα μάτια. 
Χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο μας είναι τυφλοί. Προσπάθησε ακόμα". 
Προσπάθησα κι άλλες φορές και η μητέρα μου έβλεπε ότι ωριμάζω και προοδεύω, αλλά όσες φορές κι αν επανήλθαμε στο θέμα αυτό, δεν κατάφερα να βρω τη σωστή απάντηση. 
Πέρυσι πέθανε ο παππούς μου. 
Όλοι μας πονέσαμε και κλάψαμε. 
Ακόμα και ο πατέρας μου έκλαψε, και το λέω αυτό γιατί άλλη μια φορά μόνο τον είχα δει να κλαίει στη ζωή μου. 
Ξαφνικά ακούω τη μητέρα μου: "Ξέρεις ποιο είναι το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας;" με ρώτησε τότε η μητέρα μου κι εγώ παραξενεύτηκα, γιατί πάντα νόμιζα ότι ήταν ένα αστείο ανάμεσά μας και τίποτα παραπάνω. Με είδε που παραξενεύτηκα και με πήρε κοντά της. 
"Αυτό που θα σου πω αγόρι μου είναι πολύ σημαντικό", μου είπε, "και θέλω να το κρατήσεις μέσα στην ψυχή σου. Λοιπόν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα σου είναι ο ώμος σου. Και δεν είναι γιατί κρατάει το χέρι σου στη θέση του και μπορεί να κινείται, αλλά γιατί μπορεί να κρατήσει το κεφάλι ενός πονεμένου αγαπημένου σου την ώρα που κλαίει. Όλοι μας θα χρειαστούμε έναν ώμο να γείρουμε και να ακουμπήσουμε την ώρα της θλίψης και του πόνου, αγόρι μου. 
Σου εύχομαι να έχεις πάντα στη ζωή σου έναν τέτοιο ώμο, γεμάτο παρηγοριά για κείνους που θα κλάψουν και θα 'χουν ανάγκη τον ώμο της αγάπης σου για να γείρουν. 
Όταν θα το έχεις καταλάβει αυτό που σου λέω και θα συμφωνείς, τότε θα είναι σημάδι ότι έχεις μεγαλώσει αρκετά και ότι ζεις σωστά τη ζωή σου". 
Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτά που έλεγες... 
Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτά που έκανες... 
Αλλά ποτέ δε θα ξεχάσουν πώς τους έκανες να αισθάνονται.

Η αγάπη

Κάποτε υπήρχε ένα ζευγάρι που αγαπιόταν πάρα πολύ… 
Ο άντρας λάτρευε τη γυναίκα και της το έδειχνε με κάθε ευκαιρία… 
Η γυναίκα του ήταν όμορφη , ευαίσθητη αλλά φιλάσθενη. 
Ο άνδρας χρειάστηκε να φύγει στον πόλεμο, όπου πέρασε πολλές δυσκολίες και παρ' ολίγο να χάσει και τη ζωή του. 
Προσευχόταν καθημερινά να τον αφήσει ο Θεός να ζήσει για να γυρίσει ξανά στην πολυαγαπημένη του γυναίκα. 
Όλη του η σκέψη ήταν να την σφίξει στην αγκαλιά του κι αυτό του έδινε κουράγιο να αντέξει την πείνα, το κρύο και τους τραυματισμούς. 
Όταν τέλειωσε ο πόλεμος, γεμάτος χαρά, ξεκίνησε για το σπίτι του. 
Στο δρόμο όμως συνάντησε έναν οικογενειακό φίλο που τον συλλυπήθηκε για τη συμφορά που τους βρήκε. 
"Ποιά συμφορά;" ρώτησε αυτός όλο ανησυχία. 
"Δεν το έμαθες; η γυναίκα σου έπαθε μια μολυσματική ασθένεια και έχει παραμορφωθεί το πρόσωπό της." 
Ο άνδρας κάθισε στη μέση του δρόμου και έκλαψε πικρά. 
Όταν έφτασε στο σπίτι του αργότερα το απόγευμα, η γυναίκα του κατάλαβε πως ο αγαπημένος της είχε χάσει το φως του... 
Νόμιζε πως είχε τυφλωθεί στον πόλεμο...σε κάποια μάχη. 
Τον αγκάλιασε όμως με την ίδια αγάπη και έζησαν ευτυχισμένοι για 15 χρόνια. 
Μετά η γυναίκα πέθανε και ο άνδρας αφού της έκλεισε τα μάτια, άνοιξε τα δικά του! 
Για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια υποκρίθηκε τον τυφλό για να μην την πληγώσει...

Ο καφές

Επιτυχημένα στελέχη πολυεθνικής συναντούν τον παλιό τους καθηγητή από το πανεπιστήμιο. 
Η συζήτηση στρέφεται στην καθημερινότητα, στο στρες και στη ζωή. 
Ο καθηγητής ετοιμάζεται να σερβίρει καφέ, κρατώντας μια μεγάλη κανάτα και πολλά και διαφορετικά φλιτζάνια. Άλλα ήταν από πορσελάνη, άλλα από πλαστικό άλλα από κρύσταλλο. 
Μερικά ήταν φθηνά, άλλα ακριβά και άλλα πολύ ιδιαίτερα. 
Ζήτησε από τους πρώην φοιτητές του να διαλέξουν. 
Όταν όλοι τους είχαν στο χέρι ένα φλιτζάνι καφέ, ο καθηγητής είπε "Πήρατε όλοι τα ακριβά φλιτζάνια και αφήσατε τα απλά και όσα έμοιαζαν φθηνά. 
Ενώ είναι φυσιολογικό να θέλετε το καλύτερο για τον εαυτό σας, αυτή είναι η πηγή του στρες σας. 
Αυτό που θέλατε όλοι ήταν ο καφές, όχι το φλιτζάνι, αλλά εσείς συνειδητά κλίνατε στα καλύτερα φλιτζάνια και ακόμα χειρότερα ,κοιτάζατε να δείτε μήπως ο διπλανός σας πήρε καλύτερο φλιτζάνι από σας. Αν η ζωή είναι ο καφές, τότε οι δουλειές, τα χρήματα και η καριέρα είναι τα φλιτζάνια. 
Είναι απλώς και μόνο εργαλεία που συγκρατούν και περιέχουν τη ζωή, όμως η ποιότητα της ζωής δεν αλλάζει. Μερικές φορές με το να επικεντρώνεσαι μόνο στο φλιτζάνι χάνεις τη δυνατότητα να απολαύσεις τον καφέ..." 
Το φλιτζάνι μπορεί να είναι ακριβό ιδιαίτερο, πλαστικό ή και πορσελάνινο. 
Ο καφές όμως δεν αλλάζει. Είναι γλυκός, πικρός ή και μέτριος, όπως και η ζωή μας και μόνο με τη δική μας παρέμβαση θα είναι όπως ακριβώς τον θέλουμε. 
Γι αυτό προτιμότερο είναι να εστιάζουμε την προσοχή μας στον καφέ, παρά να κοιτάζουμε αν το φλιτζάνι είναι ακριβό, όμορφο και ιδιαίτερο. 
Ο καφές δεν αλλάζει αν δεν βάλουμε εμείς το χεράκι μας...

Ο τυφλός πατέρας

Μια μέρα ο μπαμπάς αποφάσισε να πλύνει το καινούργιο του αυτοκίνητο. Ώρες αφιέρωνε να το  καθαρίσει, να το γυαλίσει. Την ώρα λοιπόν που μάζευε τα εργαλεία του, έρχεται η μικρή κορούλα του, παίρνει μια μικρή πέτρα και αρχίζει να γρατζουνίζει κάτι στην πόρτα του οδηγού πάνω.
Ακούει εκείνος τον ήχο και τρέχει κρατώντας ένα μεγάλο γαλλικό κλειδί. Με αυτό χτυπά δυνατά το χέρι της μικρής.
Πέφτει κάτω η πέτρα και μαζί τα σπασμένα δάχτυλα από το χέρι της. Μόλις συνήλθε την μεταφέρει στο κοντινότερο νοσοκομείο.
Εκεί οι γιατροί δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο από το να της αφαιρέσουν όλα τα δάχτυλα.
Όταν συνέρχεται από την νάρκωση, ανοίγει τα μάτια της, βλέπει το χέρι της και με την παιδιάστικη αφέλεια ρωτάει τον πατέρα της:
"Μπαμπά, πότε θα μεγαλώσουν τα δάχτυλά μου;"
Μην αντέχοντας άλλο εκεί μέσα, φεύγει ο πατέρας και πηγαίνει στο αυτοκίνητό του. Ξεσπά επάνω του με κλωτσιές, μπουνιές.
Ξαφνικά το βλέμμα του πέφτει πάνω στην πόρτα με τις γρατσουνιές.
Πλησιάζει πιο κοντά.
Ήταν κάτι γραμμένο. Έλεγε:     
"Μπαμπά, σ' αγαπώ"...

Η πεταλούδα ψυχή

Ήταν ένας σοφός δάσκαλος και ένας μαθητής του.
Επειδή τα πάντα που έλεγε στον μαθητή του ήταν τόσο σοφά θέλησε ο μαθητής να πειράξει τον δάσκαλό του και να τον πιάσει αδιάβαστο κάπου.
Σκέφτηκε λοιπόν να πιάσει μια πεταλούδα με το χέρι του και να ρωτήσει τον δάσκαλό του τι κρατούσε και αν αυτό που είχε μέσα στον καρπό του ήταν ζωντανό ή νεκρό.
Ήξερε επίσης ο μαθητής ότι ο δάσκαλός του εύκολα θα εύρισκε την πεταλούδα αλλά αν ο δάσκαλός του απαντούσε ότι ήταν ζωντανή τότε θα έσφιγγε το χέρι του και θα σκότωνε την πεταλούδα για να του αποδείξει ότι δεν ήταν και τόσο σοφός.
Έπιασε λοιπόν μια πεταλούδα και αφού την έκλεισε στον καρπό του ρώτησε τον δάσκαλό του.
*Δάσκαλε τι κρατώ στο χέρι μου ;*
*Την ψυχή σου κρατάς νεαρέ μου* .
Σκέφτεται ο μαθητής ότι ο δάσκαλός του έχει δίκιο.
Η πεταλούδα είναι μια ψυχή που θα μπορούσε να είναι και η δική του.
*Λοιπόν δάσκαλε , συνεχίζει ο μαθητής , είναι η ψυχή μου και τι είναι ζωντανή ή νεκρή;* ξαναρωτά ο μαθητής .
Απαντά ο σοφός δάσκαλος λέγοντας:
*Από το χέρι σου εξαρτάται*.....!
Άρα η τύχη της ψυχής μας εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς τους ίδιους.
Διότι την σωτηρία της , την κρατάμε στο χέρι μας

Ο Θεός και ο κουρέας

Μια φορά πήγε ένας τύπος στο κουρείο για το καθιερωμένο κούρεμα και ξύρισμα.
Καθώς ο κουρέας άρχισε να δουλεύει, άρχισε μια καλή συζήτηση.
Μίλησαν για τόσα πολλά πράγματα και πάρα πολλά θέματα...
Όταν τελικά άγγιξαν το θέμα της θρησκείας
και του θεού, ο κουρέας αναφώνησε: 'Δεν πιστεύω ότι ο Θεός υπάρχει.' 
'Γιατί το λες αυτό;' ρώτησε ο πελάτης. Και ο κουρέας είπε: 'Λοιπόν, απλά βγες έξω στο δρόμο για να καταλάβεις γιατί ο Θεός δεν υπάρχει. Πες μου γιατί αν ο Θεός υπάρχει, υπάρχουν τόσοι διεστραμμένοι; Γιατί τόσα εγκαταλελειμμένα παιδιά;
Αν ο Θεός υπήρχε, δε θα υπήρχε ούτε δυστυχία ούτε πόνος. Δε μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που αγαπάει και συμπονεί να επιτρέπει όλα αυτά που γίνονται.
Ο πελάτης το σκέφτηκε για μια στιγμή, αλλά δεν απάντησε γιατί δεν ήθελε να χαλάσει τη συζήτηση. Ο κουρέας τελικά τελείωσε τη δουλειά του και ο πελάτης έφυγε.
Όμως μόλις έφυγε από το κουρείο, είδε ένα
άντρα στο δρόμο με μακριά, βρώμικα μαλλιά και γένια.
Φαινόταν πολύ βρώμικος και απεριποίητος. Εκείνη τη στιγμή ο πελάτης γύρισε πίσω και ξαναμπήκε στο κουρείο. Τότε
είπε στον κουρέα: 'Ξέρεις τι; Οι κουρείς δεν υπάρχουν!'
'Πως μπορείς να το λες αυτό; ρώτησε ο έκπληκτος κουρέας. 'Είμαι εδώ και είμαι κουρέας! Μόλις σε κούρεψα, τι είναι αυτά που λες;
'Όχι!' απάντησε ο πελάτης και εξήγησε: 'Οι κουρείς δεν υπάρχουν γιατί αν υπήρχαν, δε θα υπήρχαν αχτένιστοι άνθρωποι και με μακριά βρώμικα μαλλιά, όπως ο τύπος απ' έξω..' 'Μα... οι κουρείς ΌΝΤΩΣ υπάρχουν! Αυτό συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν έρχονται σε μένα.' 'Ακριβώς!' απάντησε ο πελάτης. 'Αυτό είναι το θέμα! Ο Θεός, επίσης ΥΠΆΡΧΕΙ! Κι αυτό συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν σε αυτόν και δεν αναζητούν σε αυτόν βοήθεια. 
Γι' αυτό υπάρχει τόσος πόνος και δυστυχία στον κόσμο.

Τα μπισκότα

Μια νεαρή κυρία περίμενε την πτήση της στην αίθουσα αναμονής ενός μεγάλου αερολιμένα. Επειδή έπρεπε να περιμένει πολλές ώρες, αποφάσισε να αγοράσει ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα. Αγόρασε επίσης κι ένα πακέτο μπισκότα. Κάθισε σε μια πολυθρόνα, στην αίθουσα VIP του αερολιμένα, για να διαβάσει με ησυχία. Δίπλα από την πολυθρόνα βάζει τα μπισκότα της, ενώ ένας άνδρας που κάθισε στο διπλανό κάθισμα, άνοιξε το περιοδικό του και άρχισε να διαβάζει.
Όταν πήρε το πρώτο μπισκότο, ο άνδρας πήρε κι αυτός άλλο ένα.
Αισθάνθηκε ενοχλημένη αλλά δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε:
“Τι νεύρα έχω! Εάν ήμουν σε κατάλληλη διάθεση θα τον χτυπούσα που τόλμησε!”
Για κάθε μπισκότο που έπαιρνε, ο άνδρας έπαιρνε κι αυτός άλλο ένα.
Αυτό την εξαγρίωνε αλλά δεν θέλησε να κάνει σκηνή.
Όταν έμεινε μόνο ένα μπισκότο, σκέφτηκε: «Ααα… Τι θα κάνει αυτός ο καταχραστής τώρα;”
Τότε, ο άνδρας, παίρνει το τελευταίο μπισκότο, το κόβει στη μέση, δίνοντας της το ένα μισό. Ααα! Αυτό ήταν πάρα πολύ.
Ήταν πολύ πάρα πολύ θυμωμένη τώρα!
Σε μια στιγμή, πήρε το βιβλίο της, τα πράγματά της και όρμησε στην αίθουσα επιβίβασης.
Όταν κάθισε στο κάθισμά της, μέσα στο αεροπλάνο, έψαξε την τσάντα της για να πάρει τα γυαλιά της, και, προς μεγάλη της έκπληξη, το πακέτο με τα μπισκότα της ήταν εκεί, άθικτο, κλειστό! 
Αισθάνθηκε τόσο ντροπιασμένη!!!
Συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος…
Είχε ξεχάσει ότι τα μπισκότα της δεν τα είχε βγάλει από την τσάντα της.
Ο άνδρας είχε μοιραστεί τα μπισκότα του μ’ αυτήν, χωρίς κανένα συναίσθημα θυμού ή πίκρας ενώ αυτή ήταν πολύ θυμωμένη, σκεπτόμενη ότι μοιραζόταν τα μπισκότα της μ’ αυτόν.
Και τώρα δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να εξηγήσει… ούτε να ζητήσει συγγνώμη.
Υπάρχουν 4 πράγματα που δεν μπορείτε να ανακτήσετε.
Η πέτρα… αφού ριχθεί, Η λέξη… αφού ειπωθεί
Η ευκαιρία… αφού χαθεί Ο χρόνος… αφού περάσει

Το τρένο

Η ζωή είναι σαν ένα ταξίδι με το τρένο. Επιβιβάζεσαι συχνά και αποβιβάζεσαι, υπάρχουν ατυχήματα, σε μερικές στάσεις ευχάριστες εκπλήξεις και βαθιά λύπη σε άλλες. 
Όταν γεννιόμαστε και επιβιβαζόμαστε στο τρένο, συναντάμε ανθρώπους, για τους οποίους πιστεύουμε ότι θα μας συνοδεύουν σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού: τους γονείς μας. 
Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Αποβιβάζονται σε κάποια στάση και μας αφήνουν χωρίς την αγάπη, τη στοργή, τη φιλία και τη συντροφιά τους. 
Ωστόσο επιβιβάζονται άλλα άτομα, που θα αποδειχθούν πολύ σημαντικά για μας. 
Είναι τα αδέρφια μας, οι φίλοι μας κι αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι που αγαπάμε.
Μερικά από τα άτομα που επιβιβάζονται, βλέπουν το ταξίδι σαν ένα μικρό περίπατο.
Άλλοι βρίσκουν μόνο λύπη στο ταξίδι τους. Υπάρχουν πάλι άλλοι στο τρένο, που είναι πάντα εκεί και έτοιμοι να βοηθήσουν αυτούς που τους χρειάζονται. 
Κάποιοι αφήνουν στην αποβίβαση μία αιώνια λαχτάρα. Μερικοί ανεβαίνουν και κατεβαίνουν ξανά κι εμείς, δεν τους έχουμε καν αντιληφθεί.. 
Μας εκπλήσσει, ότι μερικοί από τους επιβάτες, που αγαπάμε περισσότερο, κάθονται σε κάποιο άλλο βαγόνι και μας αφήνουν να κάνουμε μόνοι αυτό το κομμάτι του ταξιδιού. 
Αυτονόητα απέχουμε, και δεν μπαίνουμε στον κόπο να τους ψάξουμε και να έρθουμε σε επαφή με το δικό τους βαγόνι. 
Δυστυχώς μερικές φορές δεν μπορούμε να καθίσουμε δίπλα τους, γιατί η θέση στην πλευρά τους είναι ήδη κατειλημμένη..
Δεν πειράζει, έτσι είναι το ταξίδι: γεμάτο προκλήσεις, όνειρα, φαντασία, ελπίδες και αποχαιρετισμούς...αλλά χωρίς επιστροφή.
Λοιπόν, ας κάνουμε το ταξίδι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. 
Ας προσπαθήσουμε να βολευτούμε με τους συνταξιδιώτες μας και να ψάξουμε το καλύτερο στοιχείο στον καθένα από αυτούς.
Ας θυμόμαστε ότι σε κάθε τμήμα της διαδρομής ένας από τους επιβαίνοντες μπορεί να έχει πρόβλημα και πιθανόν να χρειάζεται την κατανόησή μας. 
Ακόμη κι εμείς μπορεί να βρεθούμε σε δύσκολη θέση και κάποιος να υπάρχει που θα μας καταλάβει.
Το μεγάλο μυστήριο του ταξιδιού είναι ότι δεν ξέρουμε πότε θα αποβιβαστούμε οριστικά, όπως επίσης ελάχιστα ξέρουμε για το πότε θα αποβιβαστούν οι συνταξιδιώτες μας, ούτε καν για εκείνον που κάθεται ακριβώς δίπλα μας. 
Πιστεύω ότι θα στενοχωρηθώ όταν κατέβω για πάντα από το τρένο... Ναι, αυτό πιστεύω.
Ο χωρισμός από μερικούς φίλους που συνάντησα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού θα είναι οδυνηρός. Θα είναι πολύ λυπηρό να αφήσω μόνους τους αγαπημένους μου. 
Αλλά έχω την ελπίδα, πως κάποτε θα φτάσουμε στον κεντρικό σταθμό κι έχω την αίσθηση ότι θα τους ξαναδώ να έρχονται με αποσκευές, τις οποίες δεν είχαν ακόμα στην επιβίβαση..
Αυτό που με κάνει ευτυχισμένο, είναι η σκέψη, ότι κι εγώ βοήθησα να πλουτίσουν οι αποσκευές τους και να γίνουν πιο πολύτιμες.
Φίλοι μου, ας προσέξουμε να έχουμε ένα καλό ταξίδι και στο τέλος να δούμε ότι άξιζε τον κόπο. Ας προσπαθήσουμε να αφήσουμε κατά την αποβίβαση μια κενή θέση πίσω μας, η οποία να αφήσει νοσταλγία και όμορφες αναμνήσεις σ’ αυτούς που συνεχίζουν το ταξίδι. 
Το τούβλο

Ένας νεαρό και επιτυχημένο στέλεχος εταιρείας, οδηγούσε τη νέα του τζάγκουαρ κάπως γρήγορα σε μία γειτονιά όχι και τόσο καλόφημη. Πρόσεχε μην τυχόν κανένα παιδάκι ξεπροβάλει απότομα ανάμεσα από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. 
Κάποια στιγμή πιστεύοντας πως είδε κάτι να κινείται επιβράδυνε, αντί όμως να εμφανιστεί κάποιο παιδάκι, ένα τούβλο χτύπησε με δύναμη την πλαϊνή πόρτα της τζάγκουάρ του. Φρέναρε απότομα και κάνοντας όπισθεν κατευθύνθηκε στο σημείο που το τούβλο είχε ριχτεί.
Φανερά θυμωμένος πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητό του, κι έπιασε ένα παιδί που βρήκε κοντά του, το έσπρωξε και το ακούμπησε με την πλάτη σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, φωνάζοντας «Γιατί το έκανες αυτό και ποιος είσαι; Τι νομίζεις ότι κάνεις; Αυτό είναι ένα καινούριο αυτοκίνητο και το τούβλο που πέταξες του έκανε μια πολύ ακριβή ζημιά! Γιατί το έκανες»;
Το νεαρό αγόρι απολογητικά του είπε «Σας παρακαλώ κύριε σας παρακαλώ, ζητώ συγνώμη, αλλά δεν ήξερα τι άλλο να κάνω! Πέταξα το τούβλο γιατί κανένας δεν σταματούσε.» 
Με δάκρυα να κυλάνε στο πρόσωπό του και στο σαγόνι του, το αγοράκι έδειξε πίσω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. «Είναι ο αδερφός μου» είπε «Το αναπηρικό του καροτσάκι αναποδογύρισε στο πεζοδρόμιο, έπεσε απ το καροτσάκι κι εγώ δεν μπορώ να τον σηκώσω».
Το αγόρι ζήτησε από τον νεαρό «Θα μπορούσατε σας παρακαλώ να με βοηθήσετε να τον βάλουμε πίσω στο αναπηρικό του καροτσάκι; Είναι χτυπημένος και είναι πολύ βαρύς για να τον σηκώσω μόνος μου».
Ο οδηγός εμβρόντητος, προσπάθησε να συνέλθει, σήκωσε γρήγορα το ανάπηρο αγόρι και το καροτσάκι του, έπειτα πήρε ένα χαρτομάντηλο και περιποιήθηκε πρόχειρα τις πληγές του αγοριού.
Με μια ματιά που του έριξε κατάλαβε πως τα τραύματα του παιδιού ήταν επιφανειακά κι όλα θα πήγαιναν καλά. 
«Σε ευχαριστώ, ο Θεός να σε ευλογεί» είπε το ευγνώμων αγοράκι στον ξένο. Ο οδηγός ταραγμένος ακόμη, απλά κοιτούσε το αγοράκι να σπρώχνει το καροτσάκι με τον αδερφό του πάνω στο πεζοδρόμιο πηγαίνοντας για το σπίτι τους.
Γύρισε προς τη τζάγκουάρ του αργά. Η ζημιά στο αυτοκίνητο ήταν εμφανέστατη αλλά ο νεαρός ποτέ δεν μπήκε στην διαδικασία να την επιδιορθώσει.
Άφησε τη ζημιά να υπάρχει για να του θυμίζει το μήνυμα
 «Μην ζεις τη ζωή σου τόσο γρήγορα έτσι ώστε να αναγκάζεις τον άλλον να σου πετάξει ένα τούβλο για να τραβήξει την προσοχή σου»

Μάθημα αγάπης απ’ τα παιδιά

Παιδί: Μπαμπά με αγαπάς; 
Πατέρας: Φυσικά παιδί μου. 
Παιδί: Μπορείς να μου το αιτιολογήσεις σε παρακαλώ πολύ; 
Πατέρας: Μα και βέβαια σε αγαπώ δεν βλέπεις τι έχω κάνει για σένα; 
Σου έκανα εξοχικό, αυτό το σπίτι θα γίνει δικό σου, σε σπούδασα, σου έδινα χρήματα όποτε μου ζήτησες, έκανα τα πάντα για σένα! 
Παιδί: Μπαμπά να σε ρωτήσω κάτι… διότι πιστεύω ότι αγάπη είναι άλλα πράγματα. 
Πότε με πήρες αγκαλιά; 
Πατέρας:… 
Παιδί: Πότε με φίλησες και μου είπες σ’ αγαπώ χωρίς να έχω γιορτή ή να υπάρχει λόγος; 
Πατέρας:… 
Παιδί: Πότε με σκέπασες όταν πήγαινα για ύπνο; 
Πατέρας:… 
Παιδί: Πότε με κατάλαβες όταν έκλαιγα; 
Και εσύ έλεγες τι θες να σου πάρω για να σου περάσει; 
Πατέρας:… 
Παιδί: Τώρα που το σκέφτομαι πατέρα, οι μητέρες στην Αφρική που κρατούν τα παιδιά στην αγκαλιά τους και τα ταΐζουν με το σάλιο τους  δεν τα αγαπούν αφού δεν έχουν περιουσία να τους αφήσουν, σωστά; 
Πατέρας:… 
Παιδί: Τελικά Μπαμπά πόσο κοστίζει η αγάπη για να ξέρω και εγώ πόσα μηδενικά πρέπει να αφήσω στο λογαριασμό του δικού μου παιδιού;

Ο φράχτης

Ήταν μια φορά ένας νεαρός, ο οποίος συμπεριφερόταν μερικές φορές βίαια.
Ο πατέρας του, του έδωσε ένα σακουλάκι με καρφιά και του είπε να καρφώνει ένα καρφί στο πεζοδρόμιο μπροστά από τον κήπο κάθε φορά που θα έχανε την υπομονή του και θα μάλωνε με κάποιον.
Την πρώτη μέρα έφτασε στο σημείο να καρφώσει 37 καρφιά στο πεζοδρόμιο. 
Κατά τις εβδομάδες που ακολούθησαν έμαθε να ελέγχει τον εαυτό του και ο αριθμός των καρφιών που κάρφωνε στο πεζοδρόμιο λιγόστευε συνεχώς μέρα με τη μέρα: είχε ανακαλύψει ότι ήταν πιο εύκολο να συγκρατείται από το να καρφώνει καρφιά.
Τελικά, έφτασε η μέρα κατά την οποία ο νεαρός δεν έβαλε ούτε ένα καρφί στο πεζοδρόμιο. 
Τότε πήγε στον πατέρα του και του είπε ότι εκείνη την ημέρα δεν χρειάστηκε να βάλει ούτε ένα καρφί.
Τότε ο πατέρας του, του είπε να βγάζει ένα καρφί για κάθε μέρα που θα περνούσε χωρίς να χάσει την υπομονή του.
Οι μέρες πέρασαν και ο νεαρός τελικά μπόρεσε να πει στον πατέρα του ότι είχε βγάλει όλα τα καρφιά απ το πεζοδρόμιο.
Ο πατέρας τότε, οδήγησε τον υιό του στο πεζοδρόμιο μπροστά από τον κήπο και του είπε:
- «Παιδί μου, συμπεριφέρθηκες καλά, αλλά κοίτα πόσες τρύπες έχει το πεζοδρόμιο. Αυτό δεν θα είναι πια όπως πριν. 
Όταν μαλώνεις με κάποιον και του λες κάτι προσβλητικό, του αφήνεις μια πληγή όπως αυτή. 
Μπορείς να μαχαιρώσεις έναν άνθρωπο και μετά να του βγάλεις το μαχαίρι, ωστόσο όμως θα του μείνει πάντα μια πληγή.»
«Λίγη σημασία έχει πόσες φορές θα ζητήσεις συγνώμη, η πληγή που γίνεται με τα λόγια κάνει τόση ζημιά όσο και μία πληγή στο σώμα σου. 
Οι φίλοι είναι σπάνιοι, σε κάνουν να γελάς και σου φτιάχνουν το κέφι. 
Πάντα είναι διαθέσιμοι να σε ακούσουν όταν το χρειάζεσαι, σε αγαπούν και σε δέχονται στο σπίτι τους.»
Εξαγορασμένη αγάπη

Ένας πατέρας γυρίζει σπίτι από την εργασία του αργά, κουρασμένος και εκνευρισμένος, για να βρει τον πέντε ετών γιο του να τον περιμένει στην πόρτα.
ΓΙΟΣ: “Μπαμπά, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;”
ΠΑΤΕΡΑΣ: “Ναι βεβαίως, τι είναι;”
ΓΙΟΣ: “Μπαμπά, πόσα χρήματα παίρνεις στη μια ώρα;”
ΠΑΤΕΡΑΣ: “Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά. Γιατί ρωτάς ένα τέτοιο πράγμα;” ρώτησε θυμωμένα.
ΓΙΟΣ: “Θέλω να ξέρω ακριβώς. Σε παρακαλώ πες μου, πόσα παίρνεις στη μια ώρα;”
ΠΑΤΕΡΑΣ: “Εάν πρέπει να ξέρεις παίρνω $50 την ώρα”.
ΓΙΟΣ: “Ωχ”, απάντησε το παιδί, με το κεφάλι του κάτω.
ΓΙΟΣ: “Μπαμπά σε παρακαλώ μπορείς να μου δανείσεις $25;”
Ο πατέρας εξαγριωμένος λέει, «εάν ο μόνος λόγος που ρώτησες είναι για να δανειστείς κάποια χρήματα και να αγοράσεις ένα ανόητο παιχνίδι ή κάποιες άλλες αηδίες, τότε να πας κατ' ευθείαν στο δωμάτιό σου και στο κρεβάτι σου. Σκέψου, γιατί είσαι τόσο εγωιστής. Δεν εργάζομαι σκληρά καθημερινά για τέτοιες παιδαριώδεις επιπολαιότητες”.
Το μικρό παιδί πήγε ήσυχα στο δωμάτιό του και έκλεισε την πόρτα.
Ο μπαμπάς κάθισε σκεπτόμενος την ερώτηση του παιδιού και νευρίαζε περισσότερο. Πώς τόλμησε να υποβάλλει τέτοια ερώτηση για να πάρει μόνο κάποια χρήματα;
Μετά από μια περίπου ώρα, ο μπαμπάς είχε ηρεμήσει και είχε αρχίσει να σκέφτεται.
“Ίσως είναι κάτι που πρέπει πραγματικά να αγοράσει ο μικρός με τα $25 και επιπλέον δεν ζητάει χρήματα πολύ συχνά”.
Πήγε λοιπόν στο δωμάτιο του παιδιού και άνοιξε την πόρτα.
“Κοιμάσαι γιε μου;” ρώτησε.
“Δεν κοιμάμαι” απάντησε το αγόρι.
“Σκεφτόμουν, ότι ίσως ήμουν πάρα πολύ σκληρός μαζί σου νωρίτερα” είπε ο μπαμπάς. “Ήταν μια δύσκολη ημέρα και έβγαλα την κούραση μου σε σένα. Εδώ είναι τα $25 που μου ζήτησες”.
Το παιδί έτρεξε κατ' ευθείαν επάνω του χαμογελώντας. “Σε ευχαριστώ μπαμπά!” φώναξε. Κατόπιν, πάει στο μαξιλάρι του και βγάζει από κάτω κάποια τσαλακωμένα χρήματα.
Ο πατέρας μόλις βλέπει ότι το παιδί έχει ήδη κάποια χρήματα, αρχίζει να νευριάζει.
Το μικρό παιδί αρχίζει να μετράει σιγά τα χρήματά του και κοιτάζει τον μπαμπά του.
“Γιατί θέλεις περισσότερα χρήματα εφόσον έχεις ήδη μερικά;” γκρίνιαξε ο πατέρας του.
“Επειδή δεν είχα αρκετά… αλλά τώρα έχω!” απάντησε το μικρό παιδί. Και συνέχισε:
“Μπαμπά, έχω $50 τώρα. Μπορώ να αγοράσω μια ώρα του χρόνου σου; Σε παρακαλώ έλα νωρίς αύριο σπίτι. Θα ήθελα πολύ να φάμε μαζί.”
Ο πατέρας συντρίφθηκε. Αγκάλιασε τον μικρό γιο του και ικέτευσε για τη συγχώρεσή του.
Είναι ακριβώς μια σύντομη υπενθύμιση σε όλους όσους εργάζονται τόσο σκληρά στη ζωή. Δεν πρέπει να αφήσουμε το χρόνο να περνάει, χωρίς να διαθέτουμε τον απαραίτητο χρόνο σε εκείνους που πραγματικά σημαίνουν κάτι για εμάς, εκείνους που είναι μέσα στις καρδιές μας.
Θυμηθείτε να μοιραστείτε εκείνη την αξία $50 του χρόνου σας, με κάποιους που αγαπάτε.
“Εάν πεθάνουμε αύριο, η επιχείρηση για την οποία εργαζόμαστε θα μπορέσει εύκολα να μας αντικαταστήσει μέσα σε λίγες ώρες. Η οικογένεια όμως και οι φίλοι που αφήνουμε πίσω, θα αισθανθούν την απώλεια για το υπόλοιπο της ζωής τους”.

Σιωπή

Μια μέρα, ένας σοφός Ινδός έκανε την παρακάτω ερώτηση στους μαθητές του:
-”Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;”
-”Γιατί χάνουν την ηρεμία τους” απάντησε ο ένας.
-”Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν παρ’ ότι ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;” ξαναρωτά ο σοφός.
-”Ξεφωνίζουμε, όταν θέλουμε να μας ακούσει ο άλλος” είπε ένας άλλος μαθητής.
Και ο δάσκαλος επανήλθε στην ερώτηση:
“Μα τότε δεν είναι δυνατόν να του μιλήσει με χαμηλή φωνή; ”
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά.. καμιά δεν ικανοποίησε τον δάσκαλο..
“Ξέρετε γιατί ουρλιάζουμε κυριολεκτικά όταν είμαστε θυμωμένοι;
Γιατί όταν θυμώνουν δύο άνθρωποι, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ...και για να μπορέσει ο ένας να ακούσει τον άλλο θα πρέπει να φωνάξει δυνατά, για να καλύψει την απόσταση...
Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά θα πρέπει να φωνάξουν για ν’ ακουστούν.
Ενώ αντίθετα τι συμβαίνει όταν είναι ερωτευμένοι;
Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνήσουν, κάθε άλλο, μιλούν σιγανά και τρυφερά...
Γιατί; Επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη.
Μερικές φορές είναι τόσο κοντά που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν… παρά μονάχα ψιθυρίζουν.
Και όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχθούν.
Έτσι συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι που αγαπιούνται πλησιάζουν ο ένας προς τον άλλον.
Στο τέλος ο Σοφός είπε συμπερασματικά:
“Όταν συζητάτε μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μην λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα φτάσει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη που δεν θα βρίσκουν πια τα λόγια σας το δρόμο του γυρισμού”.

Το εικοσαδόλλαρο

Ο Cassan Said Amer λέει μια ιστορία για έναν λέκτορα που ξεκίνησε ένα σεμινάριο κρατώντας ψηλά ένα εικοσαδόλλαρο και ρωτώντας:
- Ποιος θέλει αυτό το εικοσαδόλλαρο;
Πολλά χέρια υψώθηκαν, αλλά ο λέκτορας είπε:
- Πριν το δώσω, υπάρχει κάτι που πρέπει να κάνω.
Λυσσασμένα το τσάκισε, και ρώτησε ξανά:
- Ποιος θέλει ακόμα αυτό το χαρτονόμισμα;
Τα χέρια συνέχισαν να είναι υψωμένα.
- Και αν κάνω αυτό;
Το πέταξε στον τοίχο, αφήνοντάς το να πέσει στο πάτωμα, το κλώτσησε, το πάτησε και πάλι σήκωσε το χαρτονόμισμα - βρώμικο και τσαλακωμένο.
Επανέλαβε την ερώτηση και τα χέρια παρέμειναν υψωμένα.
- Δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσετε αυτήν την σκηνή - είπε ο λέκτορας. Ό,τι κι αν κάνω με αυτό το χαρτονόμισμα, θα συνεχίσει να είναι ένα εικοσαδόλλαρο.
Πολλές φορές στις ζωές μας μας τσακίζουν, μας πατάνε, μας κλωτσάνε, μας κακομεταχειρίζονται, μας προσβάλλουν: αλλά, παρόλα αυτά, εξακολουθούμε να αξίζουμε το ίδιο.
Ήταν Άνθρωπος

Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα. 
Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε. 
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας, δεν μίλησε. 
Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου». Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της. 
Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση. 
Άλλος ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, να αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης. 
Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ να απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα». 
Στην επόμενη στάση ένα παλληκάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλληκάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη. 
Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ». 

Ο εσωτερικό μας εαυτός

Εκείνη την πόλη δεν την κατοικούσαν άνθρωποι, όπως τις άλλες πόλεις του πλανήτη.
Σ' εκείνη την πόλη κατοικούσαν πηγάδια. Πηγάδια ζωντανά...αλλά πηγάδια.
Τα πηγάδια διέφεραν μεταξύ τους όχι μόνο ως προς τον τόπο όπου είχαν ανοιχτεί, αλλά και ως προς το στόμιο (το άνοιγμα που τα συνέδεε με τον εξωτερικό κόσμο). Υπήρχαν πηγάδια ευκατάστατα και πολυτελή, με στόμιο από μάρμαρο και όμορφα μέταλλα, πηγάδια ταπεινά από τούβλα και ξύλο κι άλλα πιο φτωχά, απλές γυμνές τρύπες που ανοίγονταν στην γη. Η επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων της πόλης γινόταν από στόμιο σε στόμιο, και οι ειδήσεις έφταναν γρήγορα απ' άκρη σ' άκρη. Μια μέρα έφτασε στη πόλη μια "μόδα" που μάλλον είχε γεννηθεί σε κάποιο ανθρώπινο χωριό.
Η νέα ιδέα ήταν ότι κάθε ζωντανό ον που εκτιμούσε τον εαυτό του θα έπρεπε να φροντίζει πολύ περισσότερο το εσωτερικό παρά το εξωτερικό. Το σημαντικό δεν ήταν η επιφάνεια, αλλά το περιεχόμενο.
Έτσι έγινε και τα πηγάδια άρχισαν να γεμίζουν με αντικείμενα.
Μερικά γέμισαν με κοσμήματα, χρυσά νομίσματα και πολύτιμες πέτρες. Άλλα, πιο πρακτικά, γέμισαν με ηλεκτρικές συσκευές και μηχανές. Μερικά άλλα επέλεξαν την τέχνη και γέμισαν με πίνακες ζωγραφικής, πιάνα με ουρά και εξεζητημένα μεταμορφωμένα γλυπτά. Τέλος τα διανοούμενα γέμισαν με βιβλία, ιδεολογικά μανιφέστα και εξειδικευμένα περιοδικά.
Πέρασε καιρός.
Τα περισσότερα πηγάδια γέμισαν σε τέτοιο σημείο, ώστε τίποτε άλλο δε χωρούσε.
Τα πηγάδια δεν ήταν όλα ίδια, οπότε κάποια συμβιβάστηκαν, ενώ άλλα σκέφτηκαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι για να συνεχίσουν να συσσωρεύουν πράγματα στο εσωτερικό τους.
Ένα από αυτά έκανε την αρχή. Αντί να συμπιέζει το περιεχόμενο, σκέφτηκε να αυξήσει την χωρητικότητά του διευρύνοντας τον χώρο του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι άρχισαν και τα υπόλοιπα να μιμούνται την καινούργια ιδέα. Όλα τα πηγάδια δαπανούσαν μεγάλο μέρος της ενέργειάς τους για να επεκταθούν και ν 'αποκτήσουν περισσότερο χώρο στο εσωτερικό τους. Ένα πηγάδι μικρό κι απόκεντρο, άρχισε να βλέπει τους συντρόφους του να επεκτείνονται χωρίς μέτρο. Σκέφτηκε ότι αν συνέχιζαν να διευρύνονται με αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα μπέρδευαν τα όριά τους και το κάθε ένα θα έχανε την ταυτότητά του.
Ίσως, ξεκινώντας από αυτήν την ιδέα, σκέφτηκε ότι ένας διαφορετικός τρόπος για να αυξήσει τη χωρητικότητα του ήταν να μεγαλώσει όχι φαρδαίνοντας αλλά βαθαίνοντας. Να επεκταθεί σε βάθος αντί για πλάτος. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι όλα όσα είχε στο εσωτερικό του έκαναν αδύνατη την εργασία της εκβάθυνσης. Αν ήθελε να γίνει πιο βαθύ, όφειλε να ξεφορτωθεί ολόκληρο το περιεχόμενο του.....
Στην αρχή, το κενό το τρόμαζε. Αλλά αργότερα, όταν είδε ότι δεν είχε άλλη επιλογή, το έκανε.
Χωρίς τίποτα στην κατοχή του, το πηγάδι άρχισε να βαθαίνει, ενώ τα υπόλοιπα άρπαζαν τα αντικείμενα που είχε πετάξει....
Μια μέρα, κάτι ξάφνιασε το πηγάδι που μεγάλωνε προς τα κάτω: πολύ κάτω στο βάθος.....βρήκε νερό.
Ποτέ πριν άλλο πηγάδι δεν είχε ξαναβρεί νερό.
Το πηγάδι ξεπέρασε την έκπληξη του κι άρχισε να παίζει με το νερό καταβρέχοντας τα τοιχώματά του, πιτσιλώντας το στόμιο του και τέλος, βγάζοντας το νερό προς τα έξω.
Η πόλη δεν είχε ποτέ βραχεί από τίποτε άλλο πέρα από τη βροχή η οποία εκ των πραγμάτων ήταν αρκετά σπάνια .Έτσι, η γη τριγύρω απ' το πηγάδι, αναζωογονημένη απ’ το νερό, άρχισε να ξυπνά.
Οι σπόροι βλάστησαν παίρνοντας την μορφή χλόης, τριφυλλιών, λουλουδιών και αδύναμων κορμών που μετατράπηκαν γρήγορα σε δένδρα. Μια έκρηξη χρωμάτων και ζωής απλώθηκε γύρω από το απομακρυσμένο πηγάδι, το οποίο άρχισαν να αποκαλούν το "περιβόλι".
Όλοι το ρωτούσαν πως είχε καταφέρει αυτό το θαύμα.
Δεν είναι κανένα θαύμα απαντούσε το Περιβόλι. "Πρέπει να σκάψεις στο εσωτερικό, προς τα μέσα"
Πολλοί θέλησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Περιβολιού, αλλά αποδοκίμασαν την ιδέα όταν συνειδητοποίησαν ότι, για να βαθύνουν, θα έπρεπε πρώτα να αδειάσουν. Συνέχισαν να διευρύνονται όλο και πιο πολύ, για να γεμίσουν με περισσότερα ακόμα πράγματα..
Στην άλλη άκρη της πόλης, ένα άλλο πηγάδι αποφάσισε κι αυτό να πάρει το ρίσκο να αδειάσει....
Κι άρχισε κι αυτό να βαθαίνει...
Κι έφτασε κι αυτό στο νερό...
Και το έριξε κι αυτό προς τα έξω δημιουργώντας μια δεύτερη όαση στο χωριό...
Τι θα κάνεις όταν θα τελειώσει το νερό; το ρωτούσαν.
Δεν ξέρω τι θα συμβεί απαντούσε. Αλλά προς το παρόν όσο περισσότερο νερό βγάζω, τόσο περισσότερο νερό βρίσκω"
Πέρασαν μερικοί μήνες μέχρι τη μεγάλη ανακάλυψη.
Μια μέρα, σχεδόν κατά τύχη, τα δυο πηγάδια κατάλαβαν ότι το νερό που είχαν βρει στο βάθος τους ήταν το ίδιο...
Ότι το ίδιο υπόγειο ποτάμι που περνούσε από το ένα, γέμιζε το βάθος του άλλου.
Κατάλαβαν ότι ξεκινούσε γι' αυτά μια καινούργια ζωή.
Όχι μόνο μπορούσαν να επικοινωνούν από στόμιο σε στόμιο, επιφανειακά, όπως όλοι οι άλλοι, αλλά η αναζήτησή τους, τους είχε προσφέρει ένα νέο και μυστικό σημείο επαφής.
ΕΙΧΑΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙ ΤΗ ΒΑΘΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΥ ΠΕΤΥΧΑΙΝΟΥΝ ΜΟΝΟ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΝΑ ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΝΑ ΨΑΞΟΥΝ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΤΙ ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΔΩΣΟΥΝ....
Η προσπάθεια

Ένας καθηγητής βιολογίας εξηγούσε στους μαθητές του πως μια κάμπια γίνεται πεταλούδα. Τους είπε λοιπόν ότι, κατά τις επόμενες δυο ώρες, η πεταλούδα θα προσπαθούσε να βγει από το κουκούλι και, αφού τους τόνισε πως κανείς δεν έπρεπε να τη βοηθήσει, έφυγε... 
Οι μαθητές περίμεναν και κάποια στιγμή άρχισε η διαδικασία της μεταμόρφωσης. Η πεταλούδα προσπαθούσε να βγει από το κουκούλι, όταν ένας από τους μαθητές τη λυπήθηκε και αποφάσισε να τη βοηθήσει, παρά τις ρητές εντολές του καθηγητή. Έσπασε λοιπόν το κουκούλι και η πεταλούδα, η οποία δεν χρειαζόταν πια να καταβάλει καμιά προσπάθεια, λίγο αργότερα πέθανε... 
Όταν επέστρεψε πίσω ο καθηγητής και του είπαν τι είχε συμβεί, εξήγησε στον μαθητή, ότι στην πραγματικότητα, βοηθώντας την πεταλούδα τη σκότωσε, γιατί, σύμφωνα με τον νόμο της φύσης, η προσπάθεια της πεταλούδας να βγει από το κουκούλι τη βοηθά να δυναμώσει τα φτερά της. Ο μαθητής της στέρησε την προσπάθεια κι έτσι η πεταλούδα πέθανε... 
Οι δοκιμασίες της ζωής μπορεί να εξελιχθούν σε τραγωδίες ή σε θριάμβους, ανάλογα με τον τρόπο που τις χειριζόμαστε. Οι θρίαμβοι δεν επιτυγχάνονται χωρίς προσπάθεια... 
Το ποντίκι και η ποντικοπαγίδα

Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο.
Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε.
Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα!
Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο!:
-Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!
Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε:
"Κύρ Ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σας. Αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"
Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και του φώναξε:
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!" 
Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε:
"Λυπάμαι πολύ κυρ ποντικέ μου αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να προσευχηθώ. Να είστε σίγουρος δε, ότι θα το κάνω. Θα προσευχηθώ."
Τότε το ποντίκι στράφηκε προς την αγελάδα και της φώναξε κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου:
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!"
Και η αγελάδα απάντησε:
"Κοιτάξτε, κύριε ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχετε, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει, είναι μια διπλωματίτσα στην κοιλιά μου!
Έτσι, ο καλός μας ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος γιατί θα έπρεπε μόνος του να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας!
Την επόμενη νύχτα, ένας παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα του αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη αλλά μέσα στη νύχτα, δεν πρόσεξε πως την παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα φίδι ....
Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα.
Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο.
Αλίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με ένα πολύ υψηλό πυρετό.
Ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες κι έτσι ο αγρότης *έσφαξε την κότα* για να κάνει μια καλή κοτόσουπα αφού όλοι ξέρουμε πως στον πυρετό δίνουμε κοτόσουπες!
Αλλά η αρρώστια της γυναίκας πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν.
Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας 24 ώρες το 24ωρο.
Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να *σφάξει το γουρούνι!*
Τελικά όμως η γυναίκα δε τη γλύτωσε! Πέθανε!
Στη κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος γιατί ήταν πολύ καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι.
Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει την *αγελάδα του...... *
Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν' έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη.......
Γι’ αυτό και σεις, την επόμενη φορά που κάποιος σας πει ότι έχει ένα μικρό πρόβλημα-μεγάλο γι αυτόν- και που ίσως εσάς δε σας πολυαφορά, θυμηθείτε πως όταν κάποιος από το περιβάλλον μας κινδυνεύει, βρισκόμαστε και εμείς σε κίνδυνο!
Είμαστε όλοι συνεπιβάτες σ' αυτό το πλοίο που το λένε ζωή! Ας έχουμε ανοιχτά τα μάτια και τ' αυτιά μας και ας κάνουμε μια προσπάθεια να συμπαραστεκόμαστε ο ένας στον άλλο.
Ο καθένας μας αποτελεί τον κρίκο της ίδιας αλυσίδας, είμαστε απαραίτητες ίνες του ίδιου υφάσματος. Κι άν ένα μέρος του υφάσματος χαλάσει, κινδυνεύει να σχιστεί όλο το ύφασμα....
Η μηλιά

Μία φορά κι έναν καιρό ήταν μία μηλιά... και αγαπούσε ένα Αγοράκι.
Και κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε το βασιλιά του δάσους. Σκαρφάλωνε στον κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα. Παίζανε και κρυφτό...
Κι όταν το αγόρι κουραζόταν, αποκοιμιόταν στον ίσκιο της.
Και το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά... πάρα πολύ.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα πέρασαν τα χρόνια. Και το αγόρι μεγάλωσε. Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή.
Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά κι η μηλιά είπε:
«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου, να φας μήλα και να παίξεις στον ίσκιο μου από κάτω και να ‘σαι ευτυχισμένο».
«Είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι. «Θέλω ν’ αγοράσω πράγματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;»
«Λυπάμαι», είπε η μηλιά, «μα έχω εγώ δεν έχω λεφτά. Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη. Έτσι θα ‘χεις λεφτά και θα ‘σαι ευτυχισμένο».
Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στη μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μαζί του.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί... και η μηλιά ήταν λυπημένη.
Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε κι η μηλιά τρεμούλιασε απ’ τη χαρά της κι είπε:
«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου και να ‘σαι ευτυχισμένο».
«Δεν έχω πια χρόνο να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι. «Θέλω ένα σπίτι που να δίνει ζεστασιά», είπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’ αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;»
«Εγώ δεν έχω σπίτι», είπε η μηλιά. «Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα ‘σαι ευτυχισμένο».
Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν γύρισε η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά - καλά δεν μπορούσε.
«Έλα, Αγόρι», ψιθύρισε, «έλα να παίξεις»
«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίζω» είπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;»
«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα», είπε η μηλιά.
Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά...και να ‘σαι ευτυχισμένο».
Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη... μα όχι πραγματικά.
Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.
«Λυπάμαι, Αγόρι», είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια για να σου δώσω... Δεν έχω μήλα».
«Τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι.
«Δεν έχω κλαδιά», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να κάνεις κούνια...»
«Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια», είπε το αγόρι.
«Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις..»
«Είμαι πολύ κουρασμένος πια για να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι.
«Λυπάμαι», αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι... μα δε μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι...»
«Δε θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, «μονάχα ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».
«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ό,τι πρέπει να κάτσεις και να ξαποστάσεις. Έλα, Αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».
Και το αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Η αθώα ψυχή κι η καθαρή καρδιά

Ήταν κάποτε ένας ιεραπόστολος, ο οποίος τριγύριζε σε όλη την επικράτεια ενός μεγάλου βασιλείου, μετά από εντολή του βασιλιά να μιλήσει για το Θεό σε όλους του τους υπηκόους. Κάποια μέρα, έμαθε, ότι σ' ένα βουνό, που οι πρόποδές του άρχιζαν από την απέναντι όχθη μιας μεγάλης λίμνης, στα σύνορα του βασιλείου, υπήρχε ένας τσοπάνος, στον οποίο κανείς δεν έχει μιλήσει ποτέ για το Θεό. 
Ο ιεραπόστολος πήρε μία βάρκα και κωπηλατώντας διέσχισε τη μεγάλη λίμνη. Έφτασε στην ερημική ακτή της κι άρχισε να σκαρφαλώνει την απόκρημνη πλαγιά του βουνού, με σκοπό να συναντήσει τον τσοπάνο και να τον μυήσει στη χριστιανική θρησκεία. Ανέβηκε στην κορυφή του βουνού και μετά άρχισε να κατηφορίζει, μετά άρχισε και πάλι ν' ανεβαίνει, μια ακόμη ψηλότερη κορυφή. 
Σ' ένα υψίπεδο, κοντά στην ψηλότερη κορφή, συνάντησε τον τσοπάνο, να βόσκει τα αιγοπρόβατά του, παίζοντας τη φλογέρα του. Εκείνος παραξενεύτηκε, αφού σπάνια αντίκριζε άλλον άνθρωπο, εκτός από τον έμπορο που αγόραζε τα προϊόντα του. 
"Ποιος είσαι του λόγου σου ξένε;" τον ρώτησε.
"Είμαι ιεραπόστολος και ήρθα να σου μιλήσω για το Θεό. Ξέρεις τίποτε γι' αυτόν;", αποκρίθηκε ο ιεραπόστολος που δεν είχε χρόνο για περιττές τσιριμόνιες. 
"Η μανούλα μου, μου είχε μιλήσει για το Θεό, ότι έφτιαξε όλα τα πράγματα κι ότι αυτός αποφασίζει για όλα όσα συμβαίνουν, αλλά τίποτε άλλο δεν ξέρω", απάντησε ο βοσκός. 
"Πιστεύεις σ' Αυτόν;"
"Ναι πιστεύω, γιατί είναι δυνατός και σοφός, όπως κατάλαβα κοιτώντας τον κόσμο γύρω μου". 
"Ναι, αλλά προσεύχεσαι σ' Αυτόν;", επέμεινε ο ιεραπόστολος.
"Ναι, κάθε μέρα", απάντησε ο τσοπάνης. 
"Και τι προσευχή του απευθύνεις τέκνον μου;"
"Δεν ξέρω καμιά προσευχή, γι' αυτό έφτιαξα μια δική μου".
"Μπορείς να μου την πεις να την ακούσω;"
"Αμέσως: Ω Θεούλη μου, εσύ που είσαι καλός κι αγαπάς τα προβατάκια, κάνε νά 'ναι τα τραγιά μου βαρβάτα, οι προβατίνες μου καρπερές, κάνε να βγάζουν μπόλικο γάλα κάθε μέρα, να πήζει ωραία το τυρί, να βγάζει πιο παχύ βούτυρο, να είναι νόστιμο και πλούσιο το γιαούρτι..."
Ο ιεραπόστολος έφριξε κι έβαλε τις φωνές στον τσοπάνη.
Μα τι είναι αυτά που λες αμαρτωλέ, ολόκληρο Θεό κι εσύ του μιλάς για τα τραγιά, τα τυριά και τα γιαούρτια, αναθεματισμένε; Ποιος νομίζεις πως είναι ο Θεός;", έκανε με το πρόσωπό του κατακόκκινο από το θυμό. 
Ο βοσκός τα έχασε και ντράπηκε. Με τρεμάμενη φωνή απολογήθηκε. "Συγνώμη πάτερ μου, όμως εγώ δεν πήγα στο σχολείο, δεν φταίω εγώ, δεν φταίω, δεν ήθελα να προσβάλω το θεούλη", έκανε έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
Ο ιεραπόστολος μαλάκωσε, αφού ο άνθρωπος ήταν αδαής κι όχι ασεβής. "Ο Θεός είναι πολύ μεγάλος και πρέπει να τον σέβεσαι", του είπε. "Τέτοιες άσχετες προσευχές δεν φτάνουν μέχρις Αυτόν. Το ξέρω πως δεν φταις εσύ, που ποτέ κανένας δεν σου μίλησε για το Θεό, εκτός από τα ελάχιστα που σου είπε η μάνα σου. Μην στεναχωριέσαι όμως, εγώ γι' αυτό ακριβώς ήρθα. Θα σου διδάξω μια σωστή προσευχή και θα τη λες κάθε πρωί μόλις ξυπνήσεις και κάθε βράδυ πριν κοιμηθείς".
"Και ο Θεός θα την ακούει αυτήν την προσευχή;", αναθάρρησε ο βοσκός. 
"Φυσικά, είναι γραμμένη ειδικά για να την ακούει ο Θεός και να στέργει τους ανθρώπους", απάντησε με σιγουριά κι αυταρέσκεια ο ιερέας. "Αρχίζω λοιπόν κι εσύ να επαναλαμβάνεις μετά από εμένα: Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς..."
Ο βοσκός προσπάθησε να επαναλάβει αλλά δεν τα κατάφερε. "Ωραία και καλοσούσουμα τα λόγια που λες πάτερ, αλλά τι σημαίνουν, δεν τα καταλαβαίνω;"
Ο ιερέας άρχισε να το τα εξηγεί σε απλή γλώσσα και ο βοσκός τα βρήκε όλα πολύ όμορφα. Άρχισε να επαναλαμβάνει την προσευχή, ξανά και ξανά και ξανά, μέχρις ότου την έμαθε απ' έξω κι ανακατωτά. "Ευτυχώς που ήρθες πάτερ μου και μου έμαθες αυτήν την ωραία προσευχή, τώρα ο Θεός θα με ακούει και δεν θα είμαι μόνος μου πια", χάρηκε ο βοσκός, σαν μικρό παιδί. 
Ο ιεροκήρυκας ήταν πολύ ευχαριστημένος με το έργο του. Αφού βεβαιώθηκε γι' άλλη μια φορά ότι ο τσοπάνος είχε μάθει καλά την προσευχή, αναχώρησε για να κηρύξει το λόγο του Θεού και στο υπόλοιπο βασίλειο. Έκανε αντίστροφα τη διαδρομή απ' την οποία είχε έρθει, και σιγά σιγά άρχισε να κατηφορίζει προς τους πρόποδες της οροσειράς, στις όχθες της λίμνης όπου τον περίμενε η βάρκα του. 
Στο μεταξύ ο βοσκός κάθισε να προσευχηθεί, για πρώτη φορά μοναχός του. "Πάτερ ημών, ο εν... τοις... ουρανούς, άγια... τ' όνομά σου..." κόμπιασε. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως είχε κιόλας ξεχάσει την προσευχή που μόλις είχε αποστηθίσει. Τρομοκρατήθηκε! Τώρα πώς θα τον άκουγε ο Θεός; Τι θα έκανε από εδώ και πέρα χωρίς προσευχή; Άρχισε να τρέχει σαν να τον κυνηγούσαν χίλιοι διάβολοι, μήπως και προλάβει τον ιεροκήρυκα, να του ξαναπεί την προσευχή. 
Ροβολούσε τις πλαγιές σαν κατσίκι, πιλαλούσε τις ραχούλες, ώσπου έφτασε στην όχθη της λίμνης, όμως είδε τον ιερέα να έχει απομακρυνθεί με τη βάρκα του και μόλις που φαινόταν στο βάθος του ορίζοντα. Ο βοσκός δεν είχε δει ποτέ μια τέτοια έκταση νερού, αφού όλη του τη ζωή την πέρασε στο οροπέδιο που έβοσκε τα ζώα του. Μέσα στην απελπισία του και στην άγνοιά του, όρμησε μέσα στη λίμνη και άρχισε να τρέχει επάνω στην επιφάνεια του νερού! 
Κάποια στιγμή, πρόλαβε τον ιερέα, ο οποίος κωπηλατούσε αργά αργά. Εκείνος έμεινε αποσβολωμένος και με το στόμα να χάσκει από έκπληξη, όταν είδε το βοσκό να φτάνει τρέχοντας επάνω στο νερό. 
"Πάτερ, πάτερ, περίμενέ με το φτωχό, περίμενέ με, ξέχασα την προσευχή που με δίδαξες και θέλω να μου την ξαναπείς", φώναξε ο βοσκός με κομμένη την ανάσα απ' το τρέξιμο και τη λαχτάρα.
Ο ιεροκήρυκας έπεσε στα γόνατα. "Μη δίνεις σημασία σ' αυτά που σε δίδαξα καλέ μου άνθρωπε. Σε παρακαλώ όμως ταπεινά να μου μάθεις κι εμένα να λέω εκείνη την προσευχή με τα τραγιά, τα τυριά και τα γιαούρτια"...
Ηθικό δίδαγμα: Μια προσευχή βγαλμένη από μια αθώα ψυχή και μια καθαρή καρδιά, είναι προτιμότερη από μια αποστηθισμένη και παπαγαλισμένη, και μπορεί στ' αλήθεια να κάνει θαύματα.
Το αχόρταγο μάτι μας

Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς και ταξίδευε με το προσωπικό του σκάφος. Όμως, σε μια κακοκαιρία, το σκάφος βούλιαξε και ο βασιλιάς κινδύνεψε να πνιγεί. Τούτο και θα γινόταν, εάν δεν έβλεπε τη σκηνή ένας ταπεινός ψαράς και με κίνδυνο της ζωής του δεν έσωζε τη ζωή του βασιλιά.
Ο βασιλιάς θέλησε να ευχαριστήσει τον ψαρά και του έταξε το εξής: "Βγες με τη βάρκα σου για ψάρεμα και όσα ψάρια πιάσεις θα σου δώσω το βάρος τους σε χρυσάφι", του είπε.
Χαρούμενος ο ψαράς, φόρτωσε στο καΐκι του το πιο μεγάλο του δίχτυ και ανοίχτηκε για να ψαρέψει. Ωστόσο, η τύχη δεν ήταν με το μέρος του. Όταν τράβηξε τα δίχτυα του, για πρώτη φορά στη ζωή του δεν είχε πιάσει ούτε ένα ψάρι. Μόνο ένα μάτι από ψάρι είχε πιαστεί σε ένα από τα άγκιστρα του διχτυού. 
Απογοητευμένος ο ψαράς πήρε τη μηδαμινή ψαριά του και κίνησε για το παλάτι. Εκεί ο βασιλιάς είχε ετοιμάσει την αίθουσα του θρόνου για την τελετή της ανταμοιβής. Στο κέντρο της αίθουσας είχε στηθεί μια μεγάλη ζυγαριά ακριβείας, με δύο τάσια: στο ένα θα έβαζαν την ψαριά και στο άλλο το χρυσάφι. Δίπλα στη ζυγαριά είχε στηθεί ένας σωρός από μικρά τσουβάλια χρυσού. 
Όταν ο ψαράς έδειξε το μάτι που του είχε αποφέρει η ψαριά εκείνης της ημέρας, ο βασιλιάς γέλασε. "Είσαι πολύ άτυχος αγαπητέ μου", του είπε, "ωστόσο ας τηρήσουμε τη συμφωνία κι ας ζυγίσουμε την ψαριά σου". Έβαλε λοιπόν το μάτι του ψαριού στο ένα τάσι της ζυγαριάς κι έριξε ένα τσουβαλάκι χρυσού στο άλλο, σκοπεύοντας να φανεί όσο το δυνατόν γενναιόδωρος.
Προς μεγάλη έκπληξη όλων των παρευρισκομένων, η ζυγαριά δεν έγειρε προς το μέρος του χρυσού, παρά το γεγονός ότι ένα τσουβάλι χρυσάφι είναι σίγουρα πιο βαρύ από ένα μάτι ψαριού. 
Γεμάτος περιέργεια ο βασιλιάς, έριξε κι ένα δεύτερο τσουβαλάκι χρυσάφι στη ζυγαριά, ξανά όμως αυτή δεν κινήθηκε καθόλου και το μάτι έδειχνε να είναι και πάλι πιο βαρύ. Έριξε τρίτο, έριξε τέταρτο και το αποτέλεσμα δεν άλλαζε. Στο τέλος είχε ρίξει όλο το χρυσάφι που υπήρχε στην αίθουσα κι όμως το μάτι ακόμη έδειχνε βαρύτερο. 
Γεμάτος απορία ο βασιλιάς, έστειλε τον αγγελιοφόρο του να φωνάξει στο παλάτι το σοφό του βασιλείου, έναν γέροντα ερημίτη που είχε τη σκήτη του στο βουνό. Μετά από αρκετή αναμονή, ο σοφός έφτασε στην αίθουσα του θρόνου. Ο βασιλιάς του εξήγησε το τι ακριβώς είχε συμβεί και του ζήτησε να του δώσει μια εξήγηση για το θαυμαστό αυτό γεγονός. 
Ο σοφός περιεργάστηκε για λίγο τη ζυγαριά με το μάτι και το χρυσάφι, χωρίς να μιλήσει και ξαφνικά πήγε στο τζάκι, πήρε μια χούφτα στάχτη και με αυτήν κάλυψε το μάτι. Άξαφνα η ζυγαριά ανατράπηκε με πάταγο που έκανε όλους τους αυλικούς αλλά και το βασιλιά να τιναχτούν έντρομοι από τη θέση τους. Η ισορροπία και η λογική είχαν επιτέλους αποκατασταθεί. 
Ο βασιλιάς ζήτησε εξηγήσεις από το σοφό, για το τι είχε στην πραγματικότητα συμβεί. "Βασιλιά μου", απάντησε ο γέροντας, "το μάτι δεν χορταίνει ποτέ, όσο χρυσάφι και να του δώσεις. Εάν δεν το κάλυπτα με τη στάχτη, θα έχανες όλο σου το βασίλειο και πάλι η ζυγαριά δεν θα είχε γύρει".
Εκείνη την ημέρα υπήρξαν δύο κερδισμένοι στο βασίλειο: Ο βασιλιάς που εκτός από τη σωτηρία της ζωής του είχε κερδίσει ένα γερό μάθημα και ο ψαράς που τελικά δέχτηκε να φύγει από το παλάτι με εκατό τσουβαλάκια χρυσού...

Οι δύο λύκοι

Κάποτε ένας Ινδιάνος Τσερόκι μίλησε στον εγγονό του για την μάχη που γίνεται στην καρδιά των ανθρώπων.
Του είπε:
"Παιδί μου μέσα μας πολεμούν δύο λύκοι.
Ο ένας λύκος είναι το κακό.
Είναι ο φθόνος, είναι η αλαζονεία, το ψέμα, η υπεροψία, ο εγωισμός.
Ο άλλος λύκος είναι το καλό.
Είναι η χαρά, η αλήθεια, η ανιδιοτέλεια, η γενναιοδωρία, η αγάπη."
Ο εγγονός έμεινε για λίγο σκεπτικός και μετά ρώτησε:
"Ποιος λύκος κερδίζει;"
Και τότε ο γέροντας του απάντησε:
"Αυτός που ταΐζεις!"
Ας δίνουμε τροφή σε όλα όσα μας κάνουν καλύτερους.

Αδελφική Αγάπη

Τρεις Αδελφοί συμφώνησαν να θερίσουν εξήντα στρέμματα χωράφι. Την πρώτη μέρα όμως που έπιασαν δουλειά έτυχε ν' αρρωστήσει ο ένας από τους τρεις και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στη σκήτη. 
Οι άλλοι δύο που έμειναν είπαν μεταξύ τους: 
-Δεν κάνουμε μια μικρή προσπάθεια να θερίσουμε κι εκείνο που αναλογεί στον Αδελφό; Με την ευχή του θα το κατορθώσουμε. 
Το είπαν και το έκαναν. Όταν τέλειωσε το θέρισμα, κάλεσαν τον Αδελφό να πάρει το μισθό του. 
-Ποιο μισθό; έλεγε εκείνος. Αφού δεν πρόλαβα να θερίσω.
-Με την ευχή σου έγινε όπως πρέπει η δουλειά, του απαντούσαν οι δύο άλλοι. Έλα τώρα να πληρωθείς.
Επειδή εκείνος δεν δεχόταν να πάρει μισθό και οι άλλοι επέμεναν να του δώσουν, για να μη φιλονικούν πήγαν σ' ένα γείτονά τους Γέροντα να τους λύσει τη διαφορά. 
-Αββά, άρχισε πρώτος ο Αδελφός που είχε αρρωστήσει, πήγαμε οι τρεις μας να θερίσουμε. Εγώ όμως, προτού πιάσω δρεπάνι στο χέρι, αρρώστησα και έφυγα. Οι Αδελφοί εδώ με αναγκάζουν τώρα να πάρω μισθό, που δεν εργάστηκα. Το βρίσκεις δίκαιο αυτό; 
-Αββά, επενέβησαν οι άλλοι, οι τρεις μαζί αναλάβαμε εξήντα στρέμματα χωράφι. Αν θερίζαμε όλοι, είναι απίθανο να τελειώναμε στην ορισμένη προθεσμία. Όμως με την ευχή του Αδελφού οι δύο μας το βγάλαμε εις πέρας πολύ πιο γρήγορα.
Δεν είναι λοιπόν δίκαιο να πάρει το μισθό του;
Ο Γέροντας θαύμασε την αγάπη των Αδελφών εκείνων.
Πήρε ευθύς το ξύλο κι έκρουσε για να μαζευτούν όλοι οι Μοναχοί της σκήτης σε σύναξη. 
-Ελάτε, Πατέρες και Αδελφοί, να κάνουμε σήμερα μια δίκη, τους είπε, όταν συγκεντρώθηκαν, και διηγήθηκε την υπόθεση. 
Το αποτέλεσμα ήταν να αναγκάσουν τον Αδελφό να πάρει το μισθό του. Εκείνος τον πήρε κλαίγοντας κι έλεγε διαρκώς, πως την ημέρα εκείνη οι Αδελφοί τον είχαν αδικήσει.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΜΟΛΥΒΙΟΥ

Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε:
- Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;
Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:
- Όντως γράφω για σένα, Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ.
Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.
Το παιδί, περίεργο, κοίταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.
- Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!
- Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο.
Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε "Θεό" και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του.
Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.
Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβήνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου.
Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.
Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης.
Παιδική αγάπη

Βρέθηκα σε ένα κατάστημα, στο διάδρομο με τα παιχνίδια.
Με την άκρη του ματιού μου, παρατήρησα ένα αγοράκι γύρω στα πέντε, το οποίο κρατούσε μια κούκλα.
Δε σταματούσε να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να τη σφίγγει προσεκτικά πάνω του.
Αναρωτήθηκα για ποιον προοριζόταν αυτή η κούκλα.
Το αγοράκι γύρισε κάποια στιγμή προς την κυρία που βρισκόταν πλάι του:
«Θεία μου, είσαι σίγουρη ότι δε μου φτάνουν τα λεφτά;»
Η γυναίκα του απάντησε χάνοντας κάπως την υπομονή της:
«Είπαμε ότι δεν έχεις αρκετά λεφτά για να την αγοράσεις.»
Έπειτα, η θεία του, του ζήτησε να μείνει εκεί και να τον περιμένει για λίγο, κι εκείνη έφυγε βιαστικά. Το αγοράκι κρατούσε ακόμη στα χέρια του την κούκλα.
Τελικά, κατευθύνθηκα προς το παιδί και το ρώτησα σε ποιον ήθελε να δώσει την κούκλα.
«Αυτή την κούκλα την ήθελε η αδερφή μου περισσότερο από καθετί για τα Χριστούγεννα. Ήταν σίγουρη ότι θα της την έφερνε ο Άι-Βασίλης..»
Του είπα τότε ότι μπορεί και να της την έφερνε, κι εκείνο μου είπε θλιμμένο:
«Όχι, ο Άι-Βασίλης δεν μπορεί να πάει εκεί που είναι τώρα η αδερφή μου…
Πρέπει να δώσω την κούκλα στη μαμά μου να της την πάει.»
Τα μάτια του ήταν πολύ θλιμμένα ενώ έλεγε αυτά τα λόγια.
«Πήγε να συναντήσει τον Χριστούλη. Ο μπαμπάς λέει ότι και η μαμά θα πάει να συναντήσει το Χριστούλη σε λιγάκι.
Έτσι, σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να πάρει την κούκλα μαζί της και να την πάει στην αδερφούλα μου.»
Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει.
Το αγοράκι σήκωσε το βλέμμα προς εμένα και μου είπε:
«Είπα στον μπαμπά να πει στη μαμά να μη φύγει αμέσως.
Ζήτησα να περιμένει μέχρι να γυρίσω από το μαγαζί.»
Μετά, μου έδειξε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ίδιο το αγοράκι μέσα στο κατάστημα να κρατάει την κούκλα, και μου είπε:
«Θέλω η μαμά να πάρει κι αυτή τη φωτογραφία μαζί της, για να μη με ξεχάσει. Την αγαπάω τη μαμά και δε θέλω να μ’ αφήσει, αλλά ο μπαμπάς λέει ότι πρέπει να πάει μαζί με την αδερφούλα μου.»
Ύστερα, χαμήλωσε το κεφάλι του κι έμεινε σιωπηλό.
Έψαξα στην τσάντα μου κι έβγαλα από μέσα ένα μάτσο χαρτονομίσματα και ρώτησα το αγοράκι:
«Τι λες να μετρήσουμε τα λεφτά σου μια τελευταία φορά για να σιγουρευτούμε;»
Εκείνο απάντησε:
«Εντάξει, όμως πρέπει να βγουν αρκετά.»
Έριξα κρυφά κάποια χρήματα μαζί με τα δικά του και αρχίσαμε το μέτρημα. Έφταναν με το παραπάνω για την κούκλα.. Περίσσευαν κιόλας αρκετά.
Το αγοράκι ψιθύρισε:
«Ευχαριστώ Χριστούλη που μου έδωσες αρκετά λεφτά.»
Έπειτα με κοίταξε και είπε:
«Είχα ζητήσει από το Χριστούλη να κάνει να έχω αρκετά λεφτά για ν’ αγοράσω την κούκλα και η μαμά μου να μπορεί να την πάει στην αδερφούλα μου.
Εκείνος άκουσε την προσευχή μου.
Ήθελα να έχω αρκετά λεφτά για ν’ αγοράσω και ένα λευκό τριαντάφυλλο για τη μαμά, όμως δεν τόλμησα να του το ζητήσω.
Εκείνος μου έδωσε αρκετά λεφτά για ν’ αγοράσω την κούκλα και το λευκό τριαντάφυλλο.
Ξέρετε, αρέσουν πολύ τα λευκά τριαντάφυλλα στη μαμά…»
Λίγα λεπτά αργότερα, η θεία του ξαναγύρισε, κι εγώ απομακρύνθηκα σπρώχνοντας το καροτσάκι μου.
Τέλειωνα τα ψώνια μου με ένα συναίσθημα εντελώς διαφορετικό από ότι όταν τα άρχιζα.
Δεν μπορούσα να βγάλω απ’ το μυαλό μου το αγοράκι.
Μετά θυμήθηκα ένα άρθρο στην εφημερίδα, λίγες μέρες πριν, που μιλούσε για έναν οδηγό σε κατάσταση μέθης που είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε μια νεαρή γυναίκα με την κόρη της.
Το κοριτσάκι είχε πεθάνει ακαριαία και η μητέρα ήταν σοβαρά τραυματισμένη. Η οικογένεια έπρεπε να αποφασίσει εάν θα της διέκοπταν την αναπνευστική στήριξη….
Να ήταν άραγε η οικογένεια του μικρού αγοριού;
Δυο μέρες μετά, διάβασα στην εφημερίδα ότι η νεαρή γυναίκα ήταν νεκρή.
Δεν μπόρεσα να μην πάω ν’ αγοράσω ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα και να βρεθώ στην αίθουσα όπου εκθέταν τη σωρό της.
Ήταν εκεί και κρατούσε ένα όμορφο λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι της, μαζί με μία κούκλα και τη φωτογραφία του μικρού αγοριού από στο κατάστημα.
Έφυγα από την αίθουσα κλαίγοντας και με την αίσθηση ότι η ζωή μου θα άλλαζε για πάντα.
Η αγάπη που είχε αυτό το αγοράκι για τη μαμά του και την αδερφή του ήταν τόσο μεγάλη, και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ένας μεθυσμένος οδηγός του τα πήρε όλα μακριά…
Ο άνθρωπος κι η αγάπη

Η μικρή ελιά για πρώτη φορά γέμισε καρπό. Ο γεωργός την αγαπούσε γιατί του θύμιζε την πρώτη του αγάπη, κοντούλα κ στρουμπουλή. Της είχε φτιάξει ένα περιδέραιο με ασπρισμένες πέτρες και συχνά καθόταν και κουβέντιαζε μαζί της τα όνειρα και τις αναμνήσεις του. Η ελιά κάθε μέρα και πιο όμορφη.
Ένα πρωί του Νοέμβρη ο γεωργός άπλωσε πανιά κι άρχισε να την ραβδίζει. Πάνε οι ελιές, πάνε τα φύλλα, πάει η ομορφιά.
Η ελιά μέσα στα αναφιλητά της μονολογούσε:
-Μ αγαπούσε και με χάλασε; Πως εννοεί ο άνθρωπος την αγάπη; Έλεγε και ξανάλεγε. Τότε ακούει μια μαργαρίτα να της λέει:
-Άκουσε να σου πω! Ο άνθρωπος δεν ξέρει την αγάπη. Μην τον παρεξηγείς. Κοίταξε εμένα που μια ζωή με μαδάει για να μάθει.

Πούπουλα στον άνεμο

Μια γυναίκα κουτσομπόλευε με τις φίλες της έναν άνδρα γείτονα τους, που μετά βίας γνώριζαν. Την ίδια νύχτα η γυναίκα, είδε ένα όνειρο: Ένα θεόρατο χέρι εμφανίστηκε επάνω από το κεφάλι της, δείχνοντάς την επικριτικά. 
Αμέσως καταλήφθηκε από ένα αδυσώπητο αίσθημα ενοχής. 
Την επόμενη μέρα πήγε να εξομολογηθεί. Βρήκε έναν ηλικιωμένο πνευματικό της ενορίας της και του εξιστόρησε τα καθέκαστα: «Είναι αμαρτία το κουτσομπολιό;» τον ρώτησε.
Ήταν το επικριτικό χέρι του Θεού, αυτό που με σημάδευε;
Πρέπει να ζητήσω συχώρεση πάτερ; Έκανα κάτι κακό;»
«Ναι,» απάντησε ο ιερωμένος. «Ναι, ανόητη και άξεστη γυναίκα! Διέδωσες ψεύδη για το γείτονά σου. Έπαιξες άσκοπα με την υπόληψή του και θα ‘πρεπε βαθιά να μετανοείς».
Η γυναίκα δήλωσε μετανιωμένη και ζήτησε συχώρεση.
«Όχι τόσο γρήγορα,» απάντησε ο παπάς. «Θέλω να γυρίσεις σπίτι σου, να πάρεις ένα μαξιλάρι και να ανέβεις στη στέγη του σπιτιού σου∙ εκεί, θέλω να ξεκοιλιάσεις το μαξιλάρι με ένα μαχαίρι κι έπειτα να γυρίσεις πάλι εδώ».
Η γυναίκα γύρισε σπίτι της, πήρε ένα μαξιλάρι από το κρεβάτι της κι ένα μαχαίρι από την κουζίνα, ανέβηκε στη στέγη του σπιτιού της και το μαχαίρωσε. 
Έπειτα γύρισε στον ιερωμένο.
-Έσκισες το μαξιλάρι όπως σου ζήτησα; τη ρώτησε εκείνος. 
-Ναι, πάτερ.
-Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα;
-Πούπουλα, απάντησε εκείνη, πούπουλα παντού! Η γειτονιά μας, γέμισε με πούπουλα!
-Τώρα θέλω να γυρίσεις πίσω και να τα μαζέψεις όλα, ένα-ένα.
-Μα αυτό δε μπορεί να γίνει. Δε ξέρω που κατέληξαν. Ο άνεμος τα παρέσυρε μακριά και τα σκόρπισε παντού.
-Έτσι ακριβώς, είπε ο ιερωμένος, συμβαίνει και με το κουτσομπολιό.

Η αίθουσα με τους καθρέπτες

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς, που πίστευε πως ήταν σοφός και δίκαιος κι ονειρευόταν να φέρει την ευημερία και την ευτυχία στους υπηκόους του. Ήθελε, όταν διάβαινε τους δρόμους του βασιλείου του με την αστραφτερή του άμαξα, ο λαός να τον επευφημεί και να εκδηλώνει την αγάπη και την αφοσίωσή του με κάθε τρόπο. Έτσι και συνέβαινε. Τόσο μάλιστα σοφό και δίκαιο θεωρούσε τον εαυτό του, που αποφάσισε να αντικαταστήσει τους δικαστές και να δικάζει μόνος του όλες τις σοβαρές υποθέσεις. 
Όμως τελευταία τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά. Οι χειμώνες άρχισαν να γίνονται δυσκολότεροι, οι φόροι ολοένα και βαρύτεροι, οι νόμοι διαρκώς σκληρότεροι και ο λαός όλο και πιο δυσαρεστημένος. Ο βασιλιάς τελευταία κυβερνούσε δεσποτικά, δίκαζε με αναλγησία και ζούσε μέσα στην πολυτέλεια, μακαρίζοντας τον εαυτό του για τη σοφία με την οποία τον είχε προικίσει ο Θεός, ο οποίος τον είχε επιλέξει για να κυβερνά τους ανθρώπους. Όταν λοιπόν διάβαινε τους δρόμους του βασιλείου του με την αστραφτερή του άμαξα, ο κόσμος τον επευφημούσε κι εκδήλωνε την αγάπη και την αφοσίωσή του με κάθε τρόπο. Ο βασιλιάς έγνεφε από το παράθυρο, όλος μακαριότητα. Δεν γνώριζε όμως πως ανάμεσα στο πλήθος βρίσκονταν εκατοντάδες άντρες της μυστικής του αστυνομίας, οι οποίοι συλλάμβαναν και βασάνιζαν όποιον τολμούσε να μη χειροκροτά μ’ ενθουσιασμό, ή δεν φώναζε αρκετά δυνατά. 
Κάποια νύχτα, την ώρα που ο βασιλιάς διοργάνωνε τσιμπούσι για τους πολυαγαπημένους του κόλακες, εμφανίστηκε στην πύλη του παλατιού ένας γέρος τυφλός ζητιάνος. Ήταν καμπουριαστός και στηριζόταν σε ένα μακρύ ραβδί, φορούσε κάπα και κουκούλα, που κρατούσε τα τυφλά του μάτια στη σκιά, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του. Οι φρουροί, μετά από εντολή του βασιλιά, αφού οι οδοιπόροι έφερναν πάντοτε νέα από τον έξω κόσμο, τον οδήγησαν στη μεγάλη αίθουσα όπου διεξαγόταν η γιορτή και τον έβαλαν σε μια γωνιά κοντά στο μεγάλο τζάκι, δίνοντάς του κρέας και ψωμί για να χορτάσει και κρασί για να μεθύσει και να διασκεδάσει. Εκείνος κάθισε ήρεμα στη γωνιά του, δίχως να πει κουβέντα. Φαινόταν να παρακολουθεί αδιάφορα χωρίς να βλέπει, το γλέντι, τα εύθυμα χαχανητά και τα τραγούδια των μεθυσμένων συνδαιτυμόνων, το λάγνο χορό των παλλακίδων, την οργιαστική μουσική των αυλών και των λαούτων. 
Ξάφνου, σηκώθηκε και χτύπησε τρεις φορές το ραβδί του στο μωσαϊκό του πατώματος, τόσο δυνατά, που κάθε άλλος ήχος της γιορτής σταμάτησε απότομα. Μέσα στη μεγάλη αίθουσα έπεσε σιωπή και αμηχανία. «Είμαι τυφλός κι όμως βλέπω καλύτερα από εσένα», αντήχησε στεντόρεια η φωνή του γέροντα, «είμαι φτωχός κι όμως εσύ έχεις λιγότερα από μένα, είμαι αμόρφωτος και πάλι εσύ γνωρίζεις πιο λίγα από του λόγου μου, είμαι άκληρος μα το βασίλειό σου είναι πιο μικρό απ’ το δικό μου, βασιλιά μου.» Όλοι έμειναν άναυδοι να κοιτάν τον ξένο, μην μπορώντας να πιστέψουν το παράτολμο θράσος του. Η σαστιμάρα τους έγινε ακόμη μεγαλύτερη, αφού ο γέρος έδειχνε τώρα ψηλός κι ευθυτενής και ανέδιδε έναν αέρα ανυπέρβλητης δύναμης και φυσικής εξουσίας, ενώ τα τυφλά του μάτια γυάλιζαν σαν πυρωμένα κάρβουνα, μέσα απ’ τη σκιά της κουκούλας του. Αγανακτισμένος ο βασιλιάς έδωσε εντολή στους φρουρούς του να συλλάβουν τον ασεβή γέροντα, όμως πριν προφτάσει κάποιος να κινηθεί, εκείνος χτύπησε για μία ακόμη φορά τη ράβδο του στο πάτωμα και τότε όλοι μέσα στην αίθουσα έπεσαν σ’ έναν βαθύ λήθαργο, βαρύ σαν μολύβι...
...Ο βασιλιάς, βρέθηκε να στέκεται όρθιος μέσα σε μια μεγάλη αίθουσα, γεμάτη με καθρέπτες. Παραζαλισμένος ακόμη από την βαθιά, μαγική του νάρκη, παρατήρησε πως η αίθουσα ήταν αχανής κι ολόκληρη ασφυκτικά γεμάτη από το είδωλό του. Εκατομμύρια αντανακλάσεις του εαυτού του γέμιζαν το χώρο, που έδειχνε να εκτείνεται ως το άπειρο, και τίποτε άλλο δεν μπορούσε να δει εκτός από την αφεντιά του, προφίλ, ανφάς, από την πλάτη, από πάνω ή από κάτω. Κάθε του κίνηση δημιουργούσε ένα πολύχρωμο και βιαστικό πλήθος, που έτρεχε προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάποιες αντανακλάσεις έδειχναν χαρούμενες, άλλες θλιμμένες, μερικές γεμάτες οργή κι άλλες εντυπωσιασμένες, σε περίσκεψη ή σε παροξυσμό, ανάλογα με τη γωνία που κάθε φορά κοιτούσε. Η ακουστική του χώρου ήταν τέτοια που με κάθε ήχο που έβγαζε, το πλήθος των ειδώλων του αποκτούσε λαλιά, πολύβουο, πολυάσχολο και ταραχώδες. 
«Σου αρέσει ο κόσμος σου βασιλιά;» ακούστηκε περιπαικτική η φωνή του γέρου. 
«Σε διατάζω να με αφήσεις να φύγω τώρα, ειδάλλως η εκδίκησή μου θα είναι τρομερή!!» έκανε ο βασιλιάς με την συνήθεια που είχε να προστάζει. Το πλήθος των ειδώλων άρχισε να βρυχάται απειλητικά.
«Δεν ανήκω στον κόσμο σου βασιλιά, ούτε υπόκειμαι στους νόμους σου, οπότε άδικα προσπαθείς να με προστάξεις» ανταπάντησε ο γέρος, όμως η φωνή του έμεινε ξεκάθαρη και χωρίς αντίλαλο. «Το είδωλό μου δεν ανακλάται απ’ τους καθρέπτες, και δεν έχω ηχώ. Δεν μπορείς να με δεις κι αν και ακούς τη φωνή μου, δεν είσαι ικανός να με ακούσεις.» 
Ο βασιλιάς γύρισε απότομα να κοιτάξει, δημιουργώντας ένα γιγάντιο κύμα από περιστροφικές κινήσεις κεφαλιών που σάρωσαν το χώρο, αλλά μάταια. Ο γέρος δεν φαινόταν πουθενά. «Είμαι τυφλός και γι’ αυτό μπορώ να βγω όποτε θέλω απ’ την αίθουσα. Σου εύχομαι καλή τύχη βασιλιά», ακούστηκε για τελευταία φορά η φωνή του. 
Εξοργισμένος ο βασιλιάς, άρχισε να βρίζει, ν’ απειλεί και να μαίνεται, προκαλώντας μια τέτοια θηριώδη αναμπουμπούλα, που φοβήθηκε κι αυτός ο ίδιος. Ήταν φανερό πως ο γέρος είχε φύγει από την αίθουσα. Μετά ο βασιλιάς γέλασε με αυταρέσκεια. Ήταν τόσο σοφός, που θα έβρισκε τη λύση στο γρίφο και το σωστό δρόμο που οδηγούσε έξω από το λαβύρινθο. Ήταν απλά θέμα χρόνου και λογικής. Θα αποδείκνυε στον απαίσιο γέρο γητευτή ότι τα έβαλε με λάθος άνθρωπο. Θα έβρισκε την έξοδο και μετά θα γκρέμιζε αυτό το αρρωστημένο κατασκεύασμα και δεν θα ησύχαζε εάν δεν παρέδιδε το μάγο στον πιο μοχθηρό του δήμιο. Κανείς δεν μπορούσε να παίζει έτσι μʼ έναν βασιλιά, όπως του λόγου του. Άρχισε να κινείται προσεκτικά και ψηλαφώντας, ανάμεσα στους επενδυμένους με καθρέπτες διαδρόμους. Μεθοδικά, με προσοχή και με σύστημα, σίγουρος ότι με κάθε βήμα του πλησίαζε την έξοδο.
Περιπλανήθηκε, περιπλανήθηκε, ώσπου έχασε την αίσθηση του χώρου και του χρόνου και του φαινόταν πως περπατούσε για χρόνια. Η αίθουσα δεν τελείωνε ποτέ και η έξοδος δεν βρισκόταν πουθενά. Πεινούσε, διψούσε κι ήταν αποκαμωμένος. 
Κάθισε κάτω νιώθοντας για πρώτη φορά ανήμπορος. Εδώ και κάμποση ώρα είχε χάσει εντελώς την πίστη του στις ικανότητές του. Έβλεπε με τρόμο το θάνατο από πείνα και δίψα να πλησιάζει όλο και πιο κοντά. Άρχισε να λυπάται για τον εαυτό του. Ήταν το αθώο θύμα ενός καταραμένου μαύρου μάγου, που ζήλεψε την ευημερία του βασιλείου του και την ευτυχία των υπηκόων του και τον καταράστηκε σκληρά. Ο Θεός τού ανταπέδωσε με κακό, τα καλά και τις αγαθοεργίες που είχε κάνει, με αδικία τη δικαιοσύνη του. Δεν αξίζει να πιστεύει κανείς σε έναν τέτοιο άδικο και κακό Θεό. Εάν έβγαινε από εδώ, θα γκρέμιζε όλους τους ναούς στο βασίλειο. Ακόμη καλύτερα, θα τους έκανε στάβλους για τα άλογά του, ή πορνεία, ή φυλακές.
Άρχισε να κλαίει από οργή και απόγνωση, ενώ τα είδωλά του έβγαζαν φρικιαστικούς θρήνους και οιμωγές. Μαζί με τα δάκρυα ξεχείλισε και η απελπισία, αντάμα και η βία. Σήκωσε το σκήπτρο του και άρχισε να χτυπάει τους καθρέπτες, ελπίζοντας πως αν τους έσπαζε όλους, θα έβρισκε την έξοδο· του κάκου όμως! Οι μαγεμένοι καθρέπτες δεν έδειξαν να υπολογίζουν τα χτυπήματά του. Ένα αλαλλάζον πανδαιμόνιο γεννιόταν με κάθε του προσπάθεια, ώσπου στο τέλος δεν άντεξε άλλο και σωριάστηκε στα γόνατα, με τα χέρια στ’ αυτιά του και τα μάτια του ερμητικά κλειστά. 
Ξαφνικά όλα ηρέμησαν. Οι ήχοι καταλάγιασαν, οι αντανακλάσεις εξαφανίστηκαν. Ήταν η πρώτη φορά, εδώ και -κανείς δεν ξέρει πόσον- καιρό, που δεν έβλεπε πια τον εαυτό του. Ήταν η πρώτη φορά, από τότε που ξεκίνησε τούτο το κακό, που ένιωσε ένα ανθρώπινο συναίσθημα ανακούφισης. Πόσο όμορφα αισθανόταν, χωρίς τον όχλο των ειδώλων του, που παραληρούσε! 
Παραδόθηκε σ’ έναν λυτρωτικό ύπνο, για πολλές ώρες και ξύπνησε νιώθοντας άλλος άνθρωπος. Δεν βιάστηκε όμως νʼ ανοίξει τα μάτια. Δεν άντεχε να δει ξανά το ίδιο του το βλέμμα, να τον κοιτά πεινασμένο μέσα από κάθε δυνατή κατεύθυνση, πίσω από κάθε πιθανή γωνία. «Κάθε πιθανή γωνία;» αναρωτήθηκε άξαφνα. «Κάθε πιθανή γωνία... Και ο τυφλός μπορεί να βγει όποτε θέλει από δω, χωρίς δυσκολία;» άρχισε να δουλεύει το μυαλό του. Τότε, άξαφνα, όπως ένας αρχαίος σοφός που πετάχτηκε γυμνός απ’ το μπάνιο του, κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Άνοιξε με προσοχή τα μάτια, προσπαθώντας να βλέπει όσο το δυνατόν λιγότερο γύρω του.
Κοιτούσε χαμηλά, κρατώντας τα δυο του χέρια σε μικρή απόσταση μπροστά στα μάτια του, ώστε να βλέπει μόνο στο πλάι, με τις άκρες των ματιών. Περπατώντας στα τέσσερα, άρχισε ν’ ανιχνεύει το χώρο, ώσπου τελικά βρήκε μια οπτική γωνία, στην οποία δεν φαινόταν καμία του αντανάκλαση. Όταν δεν έβλεπε πια τον εαυτό του, είδε πολύ απλά την έξοδο. Βρισκόταν ακριβώς μπροστά στο σημείο που στεκόταν αρχικά, όταν άκουσε το γέρο να του εύχεται «καλή τύχη». Όταν βγήκε έξω απ’ την αίθουσα, πρόσεξε ότι δεν ήταν μεγαλύτερη από τα ιδιαίτερα διαμερίσματά του στο παλάτι, όπου περνούσε τον περισσότερο χρόνο του. Κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας πικρόχολα. 
«Αυτός ήταν μέχρι σήμερα ο κόσμος σου βασιλιά» ακούστηκε και πάλι η γνώριμη φωνή. Ο βασιλιάς γύρισε και τον είδε να σαλεύει, μια σκιά μέσα στις σκιές. «Το βασίλειό σου, ποτέ δεν ήταν μεγαλύτερο από ένα δωμάτιο κι ο απέραντος κόσμος σου, έβρισκε διαρκώς πάνω σε τοίχους. Ποτέ σου δεν αντίκρισες κανέναν, εκτός απ’ τον εαυτό σου. Όλοι γύρω σου, ο λαός, οι στρατιώτες, οι κόλακες, οι υπουργοί σου, ήταν αντανακλάσεις του ειδώλου σου, καθρέπτης μέσα σε καθρέπτη, αναπαραστάσεις του Εγώ σου. Ήσουν πάντοτε μόνος, ανάμεσα στο συρφετό των πολλαπλών σου ειδώλων. Γι’ αυτά ήταν η σοφία, γι’ αυτά κι η δικαιοσύνη σου, γι’ αυτά η ευημερία κι η ευτυχία. Γι’ αυτά η ματαιότητα, γι’ αυτά κι οι εκδηλώσεις αγάπης κι αφοσίωσης…» Έκανε μια παύση, σαν κάτι να στοχάζονταν. «Χαίρομαι ειλικρινά, που βρήκες την έξοδο προς τον πραγματικό κόσμο βασιλιά» συνέχισε. 
Ο βασιλιάς δεν ένιωθε πια οργή, ούτε και φόβο για το γέρο. Μέσα του άρχισε να σαλεύει ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα σεβασμού. «Κι αν δεν έβρισκα την έξοδο; Θα με άφηνες να πεθάνω;» ρώτησε με κάποιο παράπονο στη φωνή του.
«Κανείς δεν μπαίνει στην Αίθουσα με τους Καθρέπτες εάν δεν είναι ήδη ικανός να βρει την έξοδο. Άλλωστε, ήμουν πίσω σου σε όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας σου, αλλά εσύ ήσουν τόσο απασχολημένος με το να χαζεύεις το είδωλό σου και να σχεδιάζεις τι θα μού ‘κανες εάν μ’ έβρισκες, που φυσικά δεν μπορούσες να με δεις» απάντησε σοβαρά ο γέροντας. «Γύρισε στο παλάτι σου τώρα και να γίνεις καλύτερος κυβερνήτης.» 
Ο βασιλιάς δεν βρήκε τίποτε να πει, ίσως από ντροπή, ίσως από επίγνωση και γύρισε να φύγει. Όταν είχε κάνει τρία βήματα, κοντοστάθηκε και γύρισε ξανά προς τα πίσω. «Ποιος είσαι;» ρώτησε το γέρο. 
«Είμαι ο οδηγός σου» αποκρίθηκε αυτός. Τότε, μέσα απ’ τις σκιές, ο βασιλιάς είδε εμβρόντητος να προβάλει, ένα δεκάχρονο αγόρι, λουσμένο στο φεγγαρόφωτο. «Εγώ δεν έχω μορφή. Είναι τα δικά σου μάτια που άλλαξαν και με βλέπουν διαφορετικό»
του είπε, σαν να διάβασε τη σκέψη του. «Είθε με τα μάτια αυτά να κυβερνήσεις…»
Εκείνη τη στιγμή, η πρώτη ακτίνα της αυγής, αχνοφώτισε τον ουρανό. Πίσω της γοργά ο ήλιος καβαλάρης ροβόλησε τις ράχες των βουνών∙ κι ο βασιλιάς αντίκρυσε για πρώτη φορά το βασίλειό του.
Ο πνευματικός

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ιερωμένος πολύ ευσεβής. Ήταν μάλιστα και πνευματικός κι εξομολογούσε τους πιστούς. Έτσι, έκρινε τα αμαρτήματα των ανθρώπων και τους έβαζε να μετανοούν. Έφτασε να πιστεύει πως ξέρει τι είναι το καλό και το κακό. 
Ένα πρωί, του εμφανίστηκε ένας άγγελος. "Ο Θεός με έστειλε για να σου δείξω κάτι", του είπε. Τον πήρε και τον μετέφερε με θαυμαστό τρόπο πίσω από ένα θάμνο. "Πες μου τι βλέπεις;", τον ρώτησε. "Βλέπω έναν πλάτανο με παχύ ίσκιο και μια βρύση με δροσερό νερό να ρέει πλάι του", αποκρίθηκε αυτός. "Τώρα θα πρέπει να μου ορκιστείς ότι δεν θα επέμβεις ή έστω μιλήσεις, ό,τι και να δεις να συμβαίνει", τον πρόσταξε ο άγγελος. Ο ιερέας ορκίστηκε με κατάνυξη. 
Μετά από λίγο, εμφανίστηκε ένας πλούσιος με το άλογό του και σταμάτησε να πιει νερό και να ξαποστάσει. Ήπιε νερό και ξάπλωσε για λίγο κάτω από το δροσερό ίσκιο του πλάτανου, όπου πήρε έναν υπνάκο. Ύστερα ξύπνησε, ανέβηκε στο άλογό του και συνέχισε το δρόμο του, αφήνοντας όμως πίσω του ένα πουγγί παραγεμισμένο με χρυσές λίρες. 
Μετά από λίγη ακόμη ώρα, ένας δεύτερος άνθρωπος εμφανίστηκε πεζός και σταμάτησε να πιει νερό. Ξαφνικά, είδε το πουγγί με τις λίρες, το σήκωσε και άρχισε να χοροπηδά από χαρά. Έβαλε το πουγγί στην τσέπη του και χωρίς να χάσει καιρό, έτρεξε να εξαφανιστεί. 
Λίγο αργότερα, ένας τρίτος άνθρωπος, έφτασε κι αυτός στη βρύση. Την ώρα όμως που έπινε νερό, επέστρεψε ο πλούσιος, ο οποίος είχε στο μεταξύ αντιληφθεί ότι είχε χάσει το πουγγί του και γύρισε να το αναζητήσει. Μόλις λοιπόν είδε τον άλλο άνθρωπο, άρχισε να τον κατηγορεί ότι του έκλεψε το πουγγί με τις λίρες και να του ζητά να του τις επιστρέψει. Άρχισαν να καυγαδίζουν και πάνω στον καυγά, ο πλούσιος έσπρωξε απότομα τον άλλο, εκείνος έπεσε στο έδαφος κι έσπασε το σβέρκο του σε μια απ' τις ρίζες του πλάτανου. Ο πλούσιος πανικόβλητος, ανέβηκε στο άλογό του κι εξαφανίστηκε...
"Πες μου τώρα", είπε ο άγγελος στον ιερέα. "Τι πιστεύεις γι' αυτά που είδες, ήταν καλά ή κακά;"
"Καλέ μου άγγελε", απάντησε εκείνος, "η ψυχή μου είναι βαριά από το κακό που είδα να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω. Ο ένας έκλεψε το πουγγί που δεν ήταν δικό του, ο άλλος κατηγόρησε άδικα έναν αθώο άνθρωπο και από πάνω τον σκότωσε, χωρίς μάλιστα να τιμωρηθεί."
"Δεν γνωρίζεις όμως ακριβώς την ιστορία", αποκρίθηκε ο άγγελος. "Ο πλούσιος που ήρθε πρώτος στη βρύση, είχε καταπατήσει τα χωράφια του δεύτερου και τα δικαστήρια τον είχαν δικαιώσει, όπως κάνει πάντοτε η ανθρώπινη δικαιοσύνη, ν' αδικεί τους φτωχούς και να αθωώνει τους πλούσιους. Η θεία δικαιοσύνη όμως απαιτούσε ο πλούσιος να πληρώσει το χρέος του και αυτός ήταν ο τρόπος που επέλεξε ο Θεός για να συμβεί αυτό. 
Ο τρίτος άνθρωπος, αυτός που σκοτώθηκε, είχε δολοφονήσει τον αδελφό του, χωρίς να το υποψιαστεί κανείς, ούτε και να τον κατηγορήσει. Οι τύψεις του όμως ήταν τέτοιες, που γονατιστός παρακάλεσε το Θεό να τον απαλλάξει απ' το βάρος που κουβαλούσε. Αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε ο Θεός για ν' ανταποκριθεί στην προσευχή του. 
Όσο για τον ίδιο τον πλούσιο, μετά από αυτό που έκανε, χάρισε την περιουσία του στους φτωχούς και πήγε να γίνει ιεραπόστολος, προσφέροντας τεράστιο ανθρωπιστικό έργο στην Αφρική και σώζοντας πολλές ζωές." 
Ο ιερέας κοίταξε τον άγγελο εμβρόντητος, μην ξέροντας τι να πει. "Πήγαινε λοιπόν εν ειρήνη", τον αποχαιρέτησε ο άγγελος "και να θυμάσαι πόσο λίγα γνωρίζεις, ώστε να μπορείς ν' αποφασίσεις τι είναι καλό και τι κακό."

Η τριπλή διύλιση του Σωκράτη

Μια μέρα εκεί που ο Σωκράτης έκανε τη βόλτα του στην Ακρόπολη, συνάντησε κάποιον γνωστό του, ο οποίος του ανακοίνωσε ότι έχει να του πει κάτι πολύ σημαντικό που άκουσε για κάποιον από τους μαθητές του. Ο Σωκράτης του είπε ότι θα ήθελε, πριν του πει τι είχε ακούσει, να του κάνει το τεστ της “τριπλής διύλισης”.
- “Τριπλή διύλιση;” ρώτησε με απορία.
- Ναι, πριν μου πεις τι άκουσες για το μαθητή μου θα ήθελα να κάτσουμε για ένα λεπτό να φιλτράρουμε αυτό που θέλεις να μου πεις. Το πρώτο φίλτρο είναι αυτό της αλήθειας. Είσαι λοιπόν εντελώς σίγουρος ότι αυτό που πρόκειται να μου πεις είναι αλήθεια;
- Ε….. όχι ακριβώς, απλά το άκουσα όμως και…
- Μάλιστα άρα δεν έχεις ιδέα αν αυτό που θέλεις να μου πεις είναι αλήθεια ή ψέματα. Ας δοκιμάσουμε τώρα το δεύτερο φίλτρο αυτό της καλοσύνης. Αυτό που πρόκειται να μου πεις για το μαθητή μου είναι κάτι καλό;
- Καλό; Όχι το αντίθετο μάλλον…
- Άρα, συνέχισε ο Σωκράτης, θέλεις να πεις κάτι κακό για το μαθητή μου αν και δεν είσαι καθόλου σίγουρος ότι είναι αλήθεια.
Ο τύπος έσκυψε το κεφάλι από ντροπή και αμηχανία.
- Παρόλα αυτά, συνέχισε ο Σωκράτης, μπορεί ακόμα να περάσεις το τεστ γιατί υπάρχει και το τρίτο φίλτρο. Το φίλτρο της χρησιμότητας. Είναι αυτό που θέλεις να μου πεις για το μαθητή μου κάτι που μπορεί να μου φανεί χρήσιμο σε κάτι;
- Όχι δε νομίζω…
- Άρα λοιπόν αφού αυτό που θα μου πεις δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε καλό, ούτε χρήσιμο. Γιατί θα πρέπει να το ακούσω;
Ο τύπος έφυγε ντροπιασμένος, έχοντας πάρει ένα καλό μάθημα…

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ

Υπήρχε ένα τυφλό κορίτσι που μισούσε τον εαυτό του ακριβώς επειδή ήταν τυφλή. Μισούσε τους πάντες, εκτός απ' τον αγαπημένο της φίλο. Αυτός ήταν πάντα εκεί για εκείνη. 
Είχε πει ότι αν ποτέ μπορούσε να δει τον κόσμο, θα παντρευόταν το φίλο της. 
Μια μέρα, κάποιος της χάρισε ένα ζευγάρι μάτια και τότε εκείνη μπορούσε να δει τα πάντα, μαζί και το αγόρι της. Ο φίλος της τότε τη ρώτησε: «Τώρα που μπορείς να δεις τον κόσμο, θα με παντρευτείς;» 
Το κορίτσι σοκαρίστηκε όταν είδε ότι και ο φίλος της ήταν τυφλός και αρνήθηκε να τον παντρευτεί. 
Ο φίλος της έφυγε μακριά δακρυσμένος και
αργότερα της έγραψε ένα γράμμα λέγοντάς της: 
«ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ..» 
Μόνο λίγοι θυμούνται πως ήταν η ζωή τους πριν και ποιος ήταν πάντα εκεί για αυτούς στις πιο δύσκολες καταστάσεις.. 

Ροζ & Γαλάζια Κυκλάμινα

Όλες οι ανθρώπινες οργανώσεις, όλες οι χώρες έχουν έναν άρχοντα και όλοι οι άλλοι είναι υπήκοοι. Υπάρχει όμως μια χώρα όπου όλοι είναι άρχοντες, και έχουν μόνο έναν υπηρέτη αντί για αυτοκράτορα. Πώς γίνεται αυτό; Θα το καταλάβετε διαβάζοντας αυτήν την ιστορία.
Στη χώρα εκείνη όλοι οι άνθρωποι, γυναίκες και άνδρες, όλοι θέλανε να είναι άρχοντες, όλοι θέλανε να είναι πλούσιοι, όλοι να δείχνουν την παλληκαριάτους. Τί γινόταν εκεί, είναι εύκολο να καταλάβετε: ο καθένας ήθελε να είναι άρχοντας και να διατάζει όλους τους άλλους, και αυτό δεν γινόταν, γιατί όλοι οι άλλοι θέλανε το ίδιο. Ο καθένας ήθελε να είναι πάμπλουτος, γι’ αυτό ζήλευε όλους τους άλλους για κάθε τί που είχαν. Και ο καθένας για να δείξει την παλληκαριά του μάλωνε συνεχώς με όλους τους άλλους γύρω του. Έτσι, πουθενά σε εκείνην τη χώρα δεν υπήρχε ησυχία. Παντού γινόταν καβγάδες, και ο καβγάς ήτανε η μόνη τους χαρά, ένιωθαν ευχαρίστηση να μαλώνουνε και με τα λόγια και με τα χέρια και πόδια, και με την ειρωνεία αλλά και με τη γροθιά και κλωτσιά.
Στην πραγματικότητα, κανένας σε εκείνη τη χώρα δεν ήταν πλούσιος, γιατί δεν τον άφηναν οι άλλοι να πλουτίσει. Κανείς δεν ήταν παλληκαράς, γιατί φοβόταν όλους τους άλλους. Και κανείς δέν ήταν άρχοντας, παρά μόνο ένας. Ποιός ήταν άρχοντας σε εκείνη τη χώρα:
Ο πόλεμος! μόνο ο πόλεμος ήταν άρχοντας σε εκείνη τη χώρα, κανένας άνθρωπος! Και η ζωή συνεχιζότανε, ενώ ο καθένας λαχταρούσε να γίνει άρχοντας όλων των άλλων, δυνατότερος και πλουσιότερος από κάθε άλλον.
Μια μέρα ένας φτωχός μάγος ήρθε σε εκείνη τη χώρα. Δεν είχε σπίτι, και έμενε στην καρότσα του επαγγελματικού αυτοκινήτου του, ελπίζοντας να μαζέψει αρκετά χρήματα και να αγοράσει ένα φτωχικό διαμέρισμα. Έβαλε μια μεγάλη ταμπέλα στο αυτοκίνητό του με φωτεινά γράμματα σε φωτεινό ροζ φόντο, και διαλαλούσε πως μπορούσε να δώσει την απάντηση σε κάθε ερώτημα: «Μόνο με 50 ευρώ! Μόνο με 50 ευρώ η απάντηση σε όλα σας τα ερωτήματα!».
Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει τόσα χρήματα για μια μαντεία, μάλιστα τον έπιασαν και τον φόρτωσαν σφαλιάρες, γιατί φοβήθηκαν πως ήθελε να τους φάει χρήματα, που τα αγαπούσαν πιο πάνω από κάθε τί, και του είπαν «το καλό που σου θέλουμε, να φύγεις από τη χώρα μας».
Τότε ο φτωχός μάγος παρακάλεσε να του πληρώσουν το συνεργείο να επισκευάσει το αυτοκίνητό του, να του γεμίσουν το ρεζερβουάρ και ένα μπιτόνι βενζίνη, και να του δώσουν τρόφιμα για να μπορέσει να ταξιδέψει ώσπου να φύγει από τη χώρα εκείνη που του έκανε τόσο άσχημη υποδοχή. Αλλά οι φιλάργυροι κάτοικοι δεν του έδωσαν ούτε ένα κέρμα για ελεημοσύνη.
Τότε ο φτωχός μάγος άρχισε να διαλαλεί: «μόνο με 20 ευρώ! η απάντηση σε όλα σας τα ερωτήματα! Εδώ η σοφία της Ανατολής! Εδώ η σοφία της Δύσης! Εδώ η σοφία του κέντρου της γης, μεταξύ Ανατολής και Δύσης! μόνο με 20 ευρώ». Μα όποιοι τον άκουσαν του απάντησαν: «να τη βράσουμε τη σοφία σου, και τη σοφία της Ανατολής και της Δύσης! Δεν θέλουμε σοφία! Χρήματα θέλουμε!», Ή «να τη βράσω τη σοφία! Άρχοντας θέλω να γίνω, όλους τους άλλους να κυβερνώ!». Ή «να τη βράσω τη σοφία και σένα μαζί! Δεν θέλω σοφία, θέλω να γίνω γενναίος και δυνατός, πιο δυνατός από όλους τους άλλους!».
Ακούγοντας έτσι, ο φτωχός μάγος άρχισε να διαλαλεί: «ο καλός ο μάγος! μόνο με 10 ευρώ, σας δείχνει τον δρόμο για να γίνετε πλούσιοι και δυνατοί και άρχοντες! μόνο 10 ευρώ!». Οι φιλάργυροι όμως κάτοικοι δεν ήταν διατεθημένοι να του πληρώσουν ούτε ένα λεπτό, και μερικοί άρχισαν να του πετάνε χαλίκια αναγκάζοντας τον να κλειστεί στο αυτοκίνητότου.
Μιας και δεν εύρισκε άλλη λύση, ο φτωχός μάγος άρχισε να διαδίδει πως χωρίς καμία πληρωμή μπορούσε να δείξει στον καθένα τον τρόπο να γίνει δυνατός, πλούσιος, και άρχοντας.
Αν η συμβουλή μου πιάσει, πληρώστε με ό,τι έχετε ευχαρίστηση. Και αν δεν πιάσει, μη μου δίνετε λεπτό».
Πάλι οι περισσότεροι κορόιδευαν το φτωχό μάγο: «υπόσχετε αυτά που ο ίδιος δεν έχει! αν ήξερε τον τρόπο, θα γινόταν πλούσιος ο ίδιος!». Μερικοί όμως σκέφθηκαν: «από τα παλιά χρόνια λένε πως ό,τι κάνει κάποιος για τους άλλους, το στερείται ο ίδιος. Γι’ αυτό λένε την παροιμία: «ποδηματάς ξυπόλητος και ράφτης μπαλωμένος», και το ίδιο είναι με όλα τα επαγγέλματα. Αφού δεν έχω να χάσω τίποτε, άς πάω να ρωτήσω κι αυτόν». Έτσι πήγαν μερικοί και ρώτησαν τον φτωχό μάγο: «πώς θα γίνω άρχοντας, και πλούσιος, και δυνατός, να κάνω μεγάλα πράγματα στον κόσμο;». Ο φτωχός μάγος έδωσε στον καθένα την ίδια απάντηση: «να γίνεις σαν το κυκλάμινο».
 «Τί σημαίνει αυτό;» - «φέρε μου μια γλάστρα με κυκλάμινα και θα σου δείξω». Με ξαναμμένη την περιέργεια του έφερναν από μια γλαστρίτσα με κυκλάμινα, οπότε ο φτωχός μάγος τους έδειχνε: «βλέπεις πώς είναι το λουλούδι του κυκλάμινου;» - «πώς είναι; ανάποδο είναι!» - «ναι. Ανάποδο είναι. Είναι ανοιχτό προς τα κάτω και όχι προς τα πάνω σαν τα άλλα λουλούδια. Ολονών ο μίσχος λυγίζει, σκύβει κάτω, και επειδή σκύβει, το ανάποδο λουλούδι γίνεται στέμμα. Αν δεν ήταν σκυμμένο προς τα κάτω, τα πέταλα θα κρέμονταν προς τα κάτω. Αλλά επειδή ο μίσχος είναι σκυμμένος κάτω, τα πέταλα υψώνονται προς τα πάνω και σχηματίζουν στέμμα. Έτσι το κυκλάμινο φορά στέμμα, είναι βασιλιάς. Και εσύ βασιλιάς δεν θέλεις να γίνεις; έ, λοιπόν, να κάνεις σαν το κυκλάμινο που σκύβει. Είναι και άκακο, ούτε δηλητήριο έχει ούτε αγκάθια, μυρίζει απαλά, τα φύλλα του τρώγονται, ανθίζει και μέσα στο χειμώνα, μέσα στο κρύο».
Βλέποντας μερικούς από τους κατοίκους να πηγαίνουν να ρωτούν το μάγο, οι υπόλοιποι κάτοικοι ζήλεψαν και φθόνησαν, και έτσι έτρεξαν όλοι να ρωτήσουν το μάγο, για να μη τυχόν πέσουν παρακάτω από τους άλλους που ρώτησαν. Έτσι δεν έμεινε κανένας στη χώρα εκείνη που να μη ρωτήσει το μάγο πώς θα γίνει άρχοντας, πλούσιος και γενναιότερος από όλους τους άλλους. Σε όλους ο μάγος έδωσε την ίδια απάντηση: «γίνε σαν το κυκλάμινο, που επειδή σκύβει φοράει στέμμα». Δεν ήξεραν όμως πως την ίδια απάντηση πήραν όλοι, και ο καθένας νόμιζε πως οι άλλοι πήραν διαφορετική απάντηση. Κανένας δεν έλεγε στον άλλο τί του είπε ο μάγος.
Ύστερα από λίγο, άρχισαν να δοκιμάζουν να εφαρμόσουν τη συμβουλή του μάγου. Το τί έγινε τότε, δεν μπορείτε να φανταστείτε! Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τη συμβουλή του μάγου σκύβοντας το κεφάλι τους, με την ελπίδα να φυτρώσει πάνω στο κεφάλι τους ένα στέμμα. Όποιον όμως οι άλλοι έβλεπαν να σκύβει, του έριχναν φάπες. Σε λίγο, όλοι έσκυβαν το κεφάλι, στρέφοντας τα μάτια όσο μπορούσαν ψηλά για να βλέπουν αν κάποιος πάει να τους ρίξει φάπα. Απ’ τη μια έσκυβαν, απ’ την άλλη κοίταζαν ποιός άλλος σκύβει για να του ρίξουν φάπα. Η φάπα σ’ εκείνη τη χώρα έδινε και έπαιρνε. Άλλοι πάλι, άφηναν μακριά τα μαλλιά τους και τα έβαφαν και τα έστηναν όρθια ώστε να μοιάζουν με τα πέταλα του κυκλάμινου. Ενώ άλλοι προσπαθούσαν να βάλουν φωτιά στα μακριά σηκωμένα και βαμμένα μαλλιά των άλλων. Μερικοί, σκεπτόμενοι ότι τα φύλλα του κυκλάμινου γίνονται σαρμαδάκια, έκοβαν τα μαλλιά τους και τα έδιναν δώρο σε άλλους, αφού δεν είχαν φύλλα να δώσουν. Οι άλλοι όμως που τα έπαιρναν, τα χρησιμοποιούσαν για να κάνουν μάγια εναντίον εκείνων που τα έδιναν, γιατί όλοι σε εκείνη τη χώρα ήταν μαθημένοι να κάνουν κακό στους άλλους για να γίνονται οι ίδιοι ανώτεροι. Μερικοί, με τη σκέψη ότι το κυκλάμινο ανθίζει μες το χειμώνα, βγαίνανε μισόγυμνοι μέσα στο κρύο του χειμώνα, με αποτέλεσμα να τρέμουν και να συναχώνονται. Με λίγα λόγια, σε εκείνη την ήδη φιλοπόλεμη χώρα έγινε τέτοιος πανζουρλισμός που φοβήθηκαν πως θα σκοτωθούν μεταξύ τους όλοι.
Τότε έριξαν το φταίξιμο στη συμβουλή του μάγου, και ξέχασαν για λίγο τα μεταξύ τους μίση για να ενωθούν εναντίον του μάγου, έφτιαξαν πανό που έγραφαν «διώξτε τον απατεώνα, νεκρό ή ζωντανό», και κίνησαν σε διαδήλωση προς το αυτοκίνητο στο οποίο έμενε. Ο μάγος βλέποντας τους να έρχονται εναντίον του, έβγαλε από το παράθυρο του αυτοκινήτου μια άσπρη φανέλα πάνω σε ένα σκουπόξυλο για λευκή σημαία. Βλέποντας αυτήν την αυτοσχέδια λευκή σημαία, συγκρατήθηκαν και του φώναξαν: φύγε ζωντανός, για να μη φύγεις πεθαμένος! Ο μάγος φοβισμένος τους απάντησε με το μεγάφωνο που είχε πάνω στο αυτοκίνητο του για να διαλαλεί: «θα φύγω! θα φύγω! αλλά αφήστε με να διορθώσω το κακό που έκανα χωρίς να θέλω! Μίλησα στον καθένα σας χωριστά. Ακούστε με τώρα όλοι μαζί: ενωθήκατε όλοι εναντίον μου, γιατί; τί κακό σας έκανα; ας μου απαντήσει ένας σας, όποιος είναι αρχηγός σας». Τότε άρχισαν όλοι να μαλώνουν και να χτυπιούνται λέγοντας: «εγώ είμαι αρχηγός, εγώ θα απαντήσω!».
Έπεσε τόσο πολύ ξύλο ανάμεσά τους, που σε λίγο όλοι ήταν με μελανιές και καρούμπαλα, εξουθενωμένοι τόσο που δεν μπορούσαν να λυντσάρουν τον μάγο. Κάποιοι πρότειναν: «να μιλήσουμε όλοι με την αλφαβητική σειρά των ονομάτων μας», αλλά τότε μάλωναν χειρότερα λέγοντας «τί φταίω εγώ αν το όνομά μου είναι ύστερα στην αλφαβητική σειρά;». Άλλοι πρότειναν «να μιλήσουν πρώτα οι πιο ηλικιωμένοι», αλλά ο καβγάς έγινε χειρότερος, καθώς οι νέοι φώναζαν πως γίνεται αδικία εις βάρος τους. Άλλοι πρότειναν να ρίξουν κλήρο να βγει ένας να εκπροσωπήσει όλη τη χώρα, αλλά οι πολλοί είχαν αντίρρηση λέγοντας «ο κλήρος δεν βασίζεται σε καμιά λογική. Εμείς θέλουμε να βγει ένας εκπρόσωπος με λογικά κριτήρια». Αλλά, μια και δεν υπήρχαν εκεί λογικά κριτήρια, και γενικώς δεν υπήρχε λογική, ο καβγάς γινόταν όλο και χειρότερος, ώσπου κατάντησαν όλοι να σέρνονται μπροστά στο αυτοκίνητο του μάγου.
Τότε ο μάγος βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει: «είχα μιλήσει στον καθένα σας χωριστά και με είπατε απατεώνα. Τώρα μιλώ σε όλους μαζί, και αν βγω απατεώνας είναι στο χέρι σας και να με σκοτώσετε και να με διώξετε. Αλλιώς έπρεπε να εφαρμόσετε τη συμβουλή μου. Δεν εννοούσα να σκύβετε τα κεφάλια σας. εννοούσα να σκύβετε τον εγωισμό σας!».
Όμως, στη χώρα εκείνη κανείς δεν ήξερε αυτήν τη λέξη, και τότε πολλοί φώναξαν με όση δύναμη τους έμενε: «τί σημαίνει εγωισμός;». Ο μάγος απάντησε: «να, τώρα με ρωτάτε κάτι, που θα πει: ομολογείτε πως δεν ξέρετε αυτό το πράγμα. Πρώτη φορά ομολογείτε πως ο άλλος ξέρει κάτι καλύτερα από εσάς. Όταν όμως κάνετε πως ξέρετε πάντα καλύτερα από τους άλλους, και όταν νομίζετε πως ξέρετε πάντα καλύτερα από τους άλλους, αυτό λέγεται εγωισμός. Όποιος δεν αγαπά τους άλλους, όποιος θέλει να έχει πιο πολλά αγαθά απ’ όλους, όποιος θέλει να κυβερνάει όλους τους άλλους, αυτός έχει εγωισμό. Όταν έλεγα να μιμηθείτε τα κυκλάμινα, εννοούσα να σκύβετε τον εγωισμό σας. Τότε όλοι θα πετύχετε αυτά που θέλετε. Όλοι θα είστε γενναίοι, δυνατοί, πλούσιοι, και άρχοντες!».
Τότε πολλοί ήρθαν πολύ κοντά στο αυτοκίνητο, και όλοι μαζί ρωτούσαν: «και πώς θα σκύβουμε αυτό το… πώς το είπες;». Ο μάγος πήρε επίσημο ύφος και αργά αργά είπε αυτά τα λόγια: «στον ουρανό από κάτω, σε όλη τη γη λένε πως ο δικός μου ο δρόμος είναι μεγάλος, με τίποτε δεν μοιάζει. Ακριβώς επειδή είναι μεγαλειώδης, γι’ αυτό δεν μοιάζει με τίποτε. Αν με κάτι έμοιαζε, θα είχε βγει άχρηστος από παλιά». Και πρόσθεσε: «έχω εδώ ένα χαρτί με τα μαγικά λόγια. Θα τα μάθετε και θα τα λέτε όλοι κάθε μέρα. Ποιός θα πάρει αυτό το χαρτί; να διαβάζει μία μία πρόταση και οι άλλοι να επαναλαμβάνουν». - «Εγώ! εγώ! εγώ θα το διαβάζω!» άρχισαν να φωνάζουν όλοι, θυμήθηκαν τα συνηθισμένα τους καμώματα. Και αφού ξανά άρχισαν τις φάπες και να σπρώχνουν με τις παλάμες τους ο ένας τα μούτρα του αλλουνού ώσπου εξαντλήθηκαν, ο μάγος είπε: «όποιος θέλει να γίνει παλληκαράς, και πλούσιος, και άρχοντας, να επαναλαμβάνει τώρα μετά από μένα. Και αύριο φέρτε όλοι από ένα χαρτί και γράψτε τα καθώς θα τα λέω για να τα μάθετε και να τα λέτε κάθε μέρα». Και ο μάγος άρχισε να λέει και όλοι οι άλλοι να επαναλαμβάνουν, έτσι όπως ορκίζονται στο στρατό οι νεοσύλλεκτοι:
- «Τους τρείς θησαυρούς που έχω» - «Τους τρείς θησαυρούς που έχω»
- «καλά τους κρατώ και τους διαφυλάσσω» - «καλά τους κρατώ και τους διαφυλάσσω»
- «ο ένας θησαυρός μου λέγεται αγαπώ τους άλλους σαν τα δικά μου παιδιά»
- «ο δεύτερος θησαυρός μου λέγεται ʽείμαι ευχαριστημένος με λιτά πράγματα
- «ο τρίτος θησαυρός μου λέγεται δεν τολμώ να γίνω στον ουρανό από κάτω αρχηγόςʼ»
- «επειδή αγαπώ τους άλλους σαν δικά μου παιδιά, είμαι από όλους πιο γενναίος» - «επειδή αγαπώ τους άλλους σαν δικά μου παιδιά, είμαι από όλους πιο γενναίος»
- «επειδή είμαι ικανοποιημένος στα λιτά πράγματα, οι δυνατότητες μου είναι ανεξάντλητες» - «επειδή είμαι ικανοποιημένος στα λιτά πράγματα, οι δυνατότητες μου είναι ανεξάντλητες»
- «επειδή δεν τολμώ να γίνω στον ουρανό από κάτω αρχηγός, γι’ αυτό είμαι πραγματικός άρχοντας και κυβερνώ» - «επειδή δεν τολμώ να γίνω στον ουρανό από κάτω αρχηγός, γι’ αυτό είμαι πραγματικός άρχοντας και κυβερνώ»
- «τώρα, όποιος αφήνει τη στοργή και κυνηγάει την παλληκαριά,» - «τώρα, όποιος αφήνει τη στοργή και κυνηγάει την παλληκαριά,» - «και αφήνει τη λιτότητα κυνηγώντας τις μεγάλες δυνατότητες,» - «και αφήνει τη λιτότητα κυνηγώντας τις μεγάλες δυνατότητες,» - «και αφήνει την υπηρεσία κυνηγώντας την εξουσία,» - «και αφήνει την υπηρεσία κυνηγώντας την εξουσία,» - «θα πεθάνει!» - «θα πεθάνει!»
- «όποιος έχει αγάπη πολεμώντας νικά», - «όποιος έχει αγάπη πολεμώντας νικά», - «όποιος έχει αγάπη διαφυλάσσοντας κάτι, το κρατά καλά» - «όποιος έχει αγάπη διαφυλάσσοντας κάτι, το κρατά καλά» - «όποιον έχει αγάπη, ο ουρανός τον σώζει» - «όποιον έχει αγάπη, ο ουρανός τον σώζει» - «όποιον έχει αγάπη, ο ουρανός τον κάνει με αγάπη να περιβάλλεται» - «όποιον έχει αγάπη, ο ουρανός τον κάνει με αγάπη να περιβάλλεται».
Αφού είπαν όλοι αυτά τα λόγια, την άλλη μέρα έφεραν ο καθένας ένα χαρτί, ο μάγος τα ξαναείπε και τα έγραψαν, και τα διάβαζαν κάθε μέρα. Όχι ότι τα καταλάβαιναν και πολύ καλά, αλλά αφού ήταν τα λόγια μαγικά, και κάθε μέρα λέγοντας τα και έχοντας πάντα στην τσέπη τους το χαρτί που τα είχαν γραμμένα, σιγά σιγά τα καταλάβαιναν, και τα έβαλαν σε εφαρμογή. Τότε όλοι έγιναν κυκλάμινα: οι άντρες έγιναν γαλάζια κυκλάμινα, οι γυναίκες έγιναν ροζ κυκλάμινα, μόνο για μία μέρα. Την άλλη μέρα ξανάγιναν άνθρωποι, για να μπορούν να ζήσουν σαν άνθρωποι. Αλλά κράτησαν το όνομα, λέγοντας «είμαστε τα ροζ και τα γαλάζια κυκλάμινα». Όχι πως χάθηκε τελείως η οργή, ακόμη θύμωναν λίγο, και αυτό ήταν για να καταλαβαίνουν ποιό είναι το άδικο. Μόλις έβλεπε κάποιος έναν άλλο να θυμώνει, έλεγε «αυτό που έκανα και θύμωσε, είναι δικό μου άδικο. Το σταματώ αμέσως», και αμέσως το σταματούσε και το διόρθωνε. Τώρα ήξεραν τί θα πει εγωισμός, που πρώτα δεν ήξεραν. Αφού, να φανταστείτε, πήγαν στο μάγο και του ζήτησαν όλοι συγνώμη που πήγαν να τον λυντσάρουν. Και δεν μάλωναν ποιός θα ζητήσει πρώτος συγνώμη, ούτε κλήρο έριξαν, ούτε αλφαβητική σειρά κοίταξαν. Πήγαν όλοι και του υποκλίθηκαν, καθώς και τα κυκλάμινα λυγίζουν το μίσχο τους, και είπαν όλοι «συγνώμη». Ανάθεσαν σε έναν να μιλήσει στον φτωχό μάγο να του προτείνει να γίνει κυβερνήτης τους, και όταν εκείνος αρνήθηκε λέγοντας «όχι, δεν είμαι άξιος εγώ να μιλήσω εκ μέρους σας», είδε τους άλλους να θυμώνουν, και τότε πρόθυμα πήγε και μίλησε στο μάγο προτείνοντάς του να γίνει αρχηγός τους. Ο φτωχός μάγος αρνήθηκε λέγοντας «δεν χρειάζεστε κανέναν αρχηγό, κανέναν άρχοντα, κανέναν κυβερνήτη, γιατί τώρα όλοι είστε αρχηγοί, άρχοντες, κυβερνήτες. Μόνο αν θέλετε να μείνω στην πόλη σας, για να είμαι υπηρέτης ολονών σας» - «δεν χρειαζόμαστε κανέναν υπηρέτη! και δέν μπορείς, ένας άνθρωπος να υπηρετείς τον πληθυσμό μιας ολόκληρης χώρας!» είπε ο εκπρόσωπος των ροζ και γαλάζιων κυκλαμίνων. «επιτρέψτε μου να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου» είπε ο μάγος αρχίζοντας να θυμώνει, και βλέποντας αυτό, τον διόρισαν υπηρέτη τους, και του έχτισαν ένα σπίτι στο σημείο ακριβώς όπου είχε στημένο το αυτοκίνητο του τη μέρα εκείνη που πήγαν όλοι να τον λυντσάρουν. Το σπίτι αυτό έχει κήπο απ’ έξω, ένα τζάκι μέσα, και ένα υπόστεγο γκαράζ για το αυτοκίνητο. Εκεί πηγαίνουν πότε πότε πολίτες από τα γαλάζια και ροζ κυκλάμινα για να πάρουν τις υπηρεσίες του μάγου, δηλαδή να ρωτήσουν τη γνώμη του αν αυτό που έκαναν ή που θέλουν να κάνουν είναι σωστό, γιατί βρε αδερφέ άνθρωποι είμαστε και μπορεί να κάνουμε λάθη, και μπορεί να χρειαστεί να ρωτήσουμε έναν τρίτο άνθρωπο πώς να διορθώσουμε τα λάθη μας, και καλά η οργή των άλλων μας δείχνει το άδικο το δικό μας, αλλά δεν φτάνει να είμαστε προς τους άλλους ανθρώπους δίκαιοι, πρέπει να είμαστε δίκαιοι και προς τη φύση, προς τα φυτά και προς τα ζώα, προς το χώμα, την πέτρα, το νερό, τον αέρα, προς τη γη και προς τον ουρανό, εκείνον τον ουρανό που όταν έχουμε αγάπη κάνει και τους άλλους γύρω μας να μας αγαπούν.

Ο μάγος και το αίνιγμα

Απ’ όλα τα πράγματα του κόσμου, ποιο είναι το πιο μεγάλο και το πιο μικρό, το πιο σύντομο και το πιο μακρύ, το πιο διαιρετό και το πιο εκτεταμένο, το πιο παραμελημένο και το πιο ποθητό, που χωρίς αυτό τίποτα δεν μπορεί να γίνει, που καταβροχθίζει τα ασήμαντα και ζωογονεί τα σημαντικά και μεγάλα; 
Άλλοι είπαν ότι ήταν η Τύχη, άλλοι η Γη, άλλοι το Φως. 
Ο μεγάλος μάγος απάντησε πως ήταν ο Χρόνος. 
Τίποτα δεν είναι πιο μεγάλο, αφού αυτός είναι το μέτρο της αιωνιότητας. 
Τίποτα δεν είναι πιο μικρό, αφού δεν μας φτάνει για τα σχέδιά μας. 
Τίποτα δεν είναι πιο μακρύ, γι’ αυτόν που περιμένει. 
Τίποτα δεν είναι πιο σύντομο, γι’ αυτόν που χαίρεται. 
Εκτείνεται σιγά σιγά μέχρι το άπειρο. 
Όλοι οι άνθρωποι τον παραμελούν και όλοι λυπούνται όταν πάει χαμένος. 
Τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτόν. 
Μας κάνει να ξεχνάμε τα ανάξια και χαρίζει αθανασία στα μεγάλα πράγματα.

Η Πραγματική Φιλία

 Ένας άντρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε έναν δρόμο. Και καθώς περνούσαν κάτω από ένα τεράστιο δέντρο, έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε και τους τρεις στάχτη. Όμως ο άντρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο και συνέχισε την πορεία του με τα δυο του ζώα (κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την καινούρια τους κατάσταση…)
Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός κι αυτοί ίδρωναν και διψούσαν. Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μία πανέμορφη μαρμάρινη πύλη που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι. Ο διαβάτης μας κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο και είχε μαζί του τον εξής διάλογο:
- Καλημέρα.
- Καλημέρα, απάντησε ο φύλακας.
- Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;
- Αυτός είναι ο παράδεισος.
- Τι καλά που φτάσαμε στον Παράδεισο, γιατί διψάμε!
- Μπορείτε κύριε να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε.
Και ο φύλακας του έδειξε την πηγή.
- Ναι, μα το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης…
- Λυπάμαι πολύ, είπε ο φύλακας, αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα.
Ο άντρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία, μιας και διψούσε πολύ, αλλά δεν σκεφτόταν να πιει μόνο αυτός.
Ευχαρίστησε τον φύλακα και συνέχισε την πορεία του.
Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στην ανηφοριά, εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις, έφτασαν σε ένα άλλο μέρος, η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα που οδηγούσε σε έναν χωματόδρομο περικυκλωμένο από δέντρα… Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άντρας, και είχε το κεφάλι σκεπασμένο με ένα καπέλο. Μάλλον κοιμόταν.
- Καλημέρα, είπε ο διαβάτης.
Ο άντρας έγνεψε σε απάντηση με το κεφάλι του.
- Διψάμε πολύ, το άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ.
- Υπάρχει μια πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια, είπε ο άντρας, δείχνοντας το μέρος.
- Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε.
Ο άνθρωπος, το άλογο και ο σκύλος πήγαν στην πηγή και κατεύνασαν τη δίψα τους. Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άντρα.
- Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε, του απάντησε εκείνος.
- Επί τη ευκαιρία, πώς ονομάζεται αυτό το μέρος;, ρώτησε ο άντρας.
- ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ.
- Ο Παράδεισος; Μα, ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μου είπε ότι εκείνο ήταν ο Παράδεισος!
- Εκείνο δεν ήταν ο Παράδεισος. Ήταν η Κόλαση, απάντησε ο φύλακας. Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.
- Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας! Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προκαλέσει μεγάλο μπέρδεμα, είπε ο διαβάτης.
- Σε καμία περίπτωση!, αντέτεινε ο άντρας. Στην πραγματικότητα, μας κάνουν μεγάλη χάρη, διότι εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερούς τους φίλους!

Ηθικά διδάγματα: 
- Ποτέ να μην εγκαταλείπεις τους πραγματικούς σου Φίλους, ακόμη κι αν αυτό σου προκαλεί δυσκολίες.
- Εάν αυτοί σου προσφέρουν την αγάπη τους και τη συντροφιά τους έχεις ένα χρέος: Να μην τους εγκαταλείψεις ποτέ.
- Το να κάνεις ένα Φίλο είναι Ευλογία, το να έχεις ένα Φίλο είναι Δώρο, το να κρατήσεις ένα Φίλο είναι Αρετή,  να είναι κάποιος Φίλος σου είναι Τιμή!

Το ραγισμένο δοχείο

Μια γριά κινέζα κουβαλούσε νερό με δύο μεγάλα δοχεία, κρεμασμένα από τους ώμους της. 
Το ένα δοχείο ήταν άψογο και μετέφερε πάντα όλη την ποσότητα νερού που έπαιρνε. 
Το άλλο είχε μια ρωγμή και στο τέλος της μακριάς διαδρομής από το ρυάκι στο σπίτι έφθανε μισοάδειο.
Έτσι για δύο ολόκληρα χρόνια η γριά κουβαλούσε καθημερινά μόνο ενάμισι δοχείο νερό στο σπίτι της.
Φυσικά το τέλειο δοχείο ένοιωθε υπερήφανο που εκπλήρωνε απόλυτα και τέλεια το σκοπό για τον οποίο είχε κατασκευαστεί.
Το ραγισμένο δοχείο ήταν δυστυχισμένο που μόλις και μετά βίας μετέφερε τα μισά από αυτά που έπρεπε και ένοιωθε ντροπή για την ατέλεια του.
Ύστερα από δύο χρόνια δεν άντεχε πια την κατάσταση αυτή και αποφάσισε να μιλήσει στη γριά.
«Ντρέπομαι τόσο για τον εαυτό μου και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη!» 
«Μα γιατί;» ρώτησε η γριά. 
«Για ποιο λόγο νιώθεις ντροπή;»
«Ε, να ! Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο το μισό νερό λόγω της ρωγμής μου και εξαιτίας μου κοπιάζεις άδικα και εσύ!» 
Η γριά χαμογέλασε: «Παρατήρησες ότι στο μονοπάτι υπάρχουν λουλούδια μόνο στη δική σου πλευρά και όχι στη μεριά του άλλου δοχείου; 
Πρόσεξα την ατέλειά σου και την εκμεταλλεύτηκα.» 
«Φύτεψα σπόρους στην πλευρά σου και εσύ τους πότιζες. 
Δύο χρόνια τώρα μαζεύω τα άνθη και στολίζω το τραπέζι μου. 
Αν δεν ήσουν εσύ αυτή η ομορφιά δε θα λάμπρυνε το σπίτι μου!» 
Βέβαια δεν ήταν η ατέλειά του δοχείου που το έκανε ξεχωριστό αλλά η ιδιαίτερη ικανότητα της γριάς να διακρίνει και να χρησιμοποιήσει την αδυναμία του. 
Ο καθένας μας έχει τις «ρωγμές» του και τις «αδυναμίες» του που μπορούν να γίνουν χρήσιμες και να ομορφύνουν τη ζωή μας.
Κάθε «ρωγμή» μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο πλούσια και πιο ενδιαφέρουσα, αρκεί να βρει κάποιος την ομορφιά που μπορεί να δώσει η ατέλειά μας.
«Ραγισμένοι» φίλοι, μην ξεχνάτε να σταματάτε στην άκρη του δρόμου και να απολαμβάνετε το άρωμα των λουλουδιών που φυτρώνουν στη μεριά σας. 
Αν ο καθένας μας μετέτρεπε σαν τη γριά τις ατέλειες του διπλανού του σε κάτι χρήσιμο και όμορφο, σίγουρα ο κόσμος μας θα ήταν καλλίτερος.

Η καρδιά της μάνας

Ένα παιδί , μοναχοπαίδι, αγόρι, αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη - δεν αγαπώ, του λέει, εγώ παιδιά  - μα αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου, της μάνας σου να φέρεις την καρδιά, να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου…
Τρέχει ο γιος τη μάνα του σκοτώνει και την καρδιά τραβάει και ξεριζώνει.
Και τρέχει να την πάει, μα σκοντάφτει και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη.
Κυλάει ο νιος και η καρδιά κυλάει 
Και την ακούν να κλαίει και να μιλάει…
Μιλάει η καρδιά της μάνας στο παιδί και λέει:
«εχτύπησες αγόρι μου»;
Και κλαίει….
Η αμοιβάδα και ο ύφαλος

Μια φορά κι έναν καιρό στα βάθη του Ειρηνικού Ωκεανού, υπήρχε ένας ύφαλος. Ένας ύφαλος πολύ περήφανος και παράξενος απ΄ όλους τους άλλους.
Ήταν φτιαγμένος με χιλιάδες πολύχρωμα κοράλλια και είχε και το χάρισμα να μιλά. Γι' αυτό κάθε βράδυ όλα τα τροπικά ψάρια μαζεύονταν γύρω του κι εκείνος έλεγε χιλιάδες ιστορίες για γοργόνες, καράβια, ναυάγια και θησαυρούς κρυμμένους στα βάθη του ωκεανού. Είχε δει πάρα πολλά διότι ήταν γέρος και χιλίων χρονών.
Ένα βράδυ λοιπόν μαζεύτηκαν πάλι γύρω του να ακούσουν τι θα τους έλεγε. Πήρε λοιπόν το περήφανο ύφος του, μα πριν προλάβει να πει λέξη, μια αδύνατη φωνούλα διέκοψε τη φόρα του ύφαλου. Εκείνος θύμωσε, κοκκίνισε από το κακό του κι όλα τα ψάρια σαστισμένα γύρισαν το κεφαλάκι τους να δουν ποιος ήταν αυτός που τολμούσε να προσβάλει τον γέρο ύφαλο
- Μα ποιος μίλησε; Ρώτησε ο ξιφίας.
- Εγώ! Ξανακούστηκε η φωνούλα λίγο πιο δυνατά.
Έσκυψαν και τι να δουν; Μια μικρή αχιβάδα που ανοιγόκλεινε το κέλυφος στο κύμα του νερού. Ο ύφαλος ξερόβηξε, τα ψάρια κοίταξαν την αχιβάδα και της είπαν:
- 'Αντε λοιπόν. Ξεκίνα. Να δούμε ποιος λέει τις ομορφότερες ιστορίες.
Εκείνη, ανοιγόκλεισε μια δυο φορές, πήρε φόρα και πήδηξε πάνω σ' ένα μεγάλο κοράλλι για να την βλέπουν και να την ακούνε όλοι.
«Μια φορά...», άρχισε να λέει, «...ήταν ένας ναύτης που αγαπούσε ένα κορίτσι. Αποφάσισε λοιπόν να πάει στον πατέρα της και να την ζητήσει σε γάμο. Δυστυχώς, όμως, το παλικάρι ήταν φτωχό κι ο πατέρας του κοριτσιού αρνήθηκε την πρόταση. Ήθελε βλέπετε να την δώσει την κόρη του σε πλούσιο καπετάνιο! Απελπισμένος ο νέος έφυγε, μα υποσχέθηκε στον εαυτό του και στο κορίτσι του, πως μόλις μάζευε αρκετά χρήματα, θα γύριζε να την παντρευτεί.
Εκείνη του υποσχέθηκε με όρκο αγάπης ότι θα τον περιμένει να γυρίσει.
Κάθισε σε έναν μεγάλο βράχο, φόρεσε το μεταξωτό της άσπρο φόρεμα κι έμεινε εκεί βλέποντας το πλοίο που σαλπάριζε, ώσπου χάθηκε στον γεμάτο από ομίχλη ορίζοντα...»
Η αχιβάδα σώπασε.
- 'Αντε λοιπόν, συνέχισε. Την φώναξε ο ύφαλος.
- Αυτή ήταν η ιστορία μου, αποκρίθηκε δειλά η αχιβάδα.
- Είσαι με τα καλά σου; Μας χασομέρησες όλους και μας διέκοψες για να μας πεις μια ιστορία χωρίς τέλος; Και μάλιστα για έναν άγνωστο και ασήμαντο ναύτη;
- Κάνεις λάθος, απάντησε η αχιβάδα τρέμοντας από το φόβο της. Το καράβι του το βύθισες εσύ χθες Βράδυ, χτυπώντας το ύπουλα στ' αμπάρια, για να έχεις σήμερα να λες και άλλη σπουδαία ιστορία. Όσο για τον ασήμαντο ναύτη, αυτός είναι ήρωας διότι πνίγηκε για να σώσει τα γυναικόπαιδα. Και το πιο σπουδαίο. Η κοπέλα τον περιμένει καθισμένη στον ίδιο βράχο, μια φιγούρα στα κατάλευκα ντυμένη.
Μια σιωπή έπεσε στη θαλασσινή παρέα. Ο ύφαλος βουβάθηκε από ντροπή και τύψεις. Απόμεινε μόνος κι έρημος. Ασάλευτος στη μέση ου ωκεανού. Λένε ότι κάπου κάπου του κάνει συντροφιά ένας κατάλευκος γλάρος με ανθρώπινη φωνή. Λένε ακόμα πως είναι το κορίτσι του ναύτη. Και πως πηγαίνει εκεί για να του διδάξει πόσο δύσκολο είναι να ξέρεις το ποιος είναι σπουδαίος και ποιος όχι.


Ζητήθηκε από μια ομάδα μαθητών να γράψουν μια λίστα με αυτά που κατά τη γνώμη τους ήταν τα σημερινά «Επτά θαύματα του κόσμου». Παρ’ ότι υπήρξαν κάποιες διαφωνίες, οι περισσότερες γνώμες αφορούσαν τα παρακάτω:

1.    Οι Πυραμίδες της Αιγύπτου
2.    Το Taj Mahal
3.    Το Grand Canyon
4.    Το κανάλι του Παναμά 
5.    Το Empire State Building
     6.    Η Βασιλική του Αγ. Πέτρου
     7.    Το Σινικό Τείχος

Ενώ μάζευαν τα γραπτά, ο δάσκαλος πρόσεξε ότι μια μαθήτρια δεν είχε τελειώσει ακόμη το γράψιμο. Τη ρώτησε λοιπόν αν είχε κάποιο πρόβλημα με τη λίστα της. 
Το κορίτσι απάντησε «Ναι, έχω λίγο πρόβλημα. Δεν μπορώ εύκολα να αποφασίσω, γιατί είναι τόσα πολλά…»
Ο δάσκαλος είπε, «Πες μας λοιπόν τι έχεις γράψει, για να δούμε αν μπορούμε να σε βοηθήσουμε».
Το κορίτσι στην αρχή δίστασε, μα μετά διάβασε: Πιστεύω ότι τα Επτά Θαύματα του κόσμου είναι…

1. Να βλέπεις...
2. Να ακούς... 
3. Να αγγίζεις...
4. Να γεύεσαι...
5. Να αισθάνεσαι...
6. Να γελάς...
7. Και να αγαπάς.

Η ησυχία στην αίθουσα ήταν τέτοια που θα άκουγες και μια καρφίτσα αν έπεφτε. Τα πράγματα που παραβλέπουμε σαν απλά και συνηθισμένα και που τα παίρνουμε για δεδομένα, είναι πραγματικά τόσο εκπληκτικά και άξια θαυμασμού!
Τα πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή δεν μπορείς να τα χτίσεις με το χέρι, ούτε να τα αγοράσεις.
Πλούτος, Ευτυχία & Αγάπη...

Μια γυναίκα φρόντιζε τον κήπο του σπιτιού της, όταν ξαφνικά βλέπει τρεις γέροντες, φορτωμένους με τις εμπειρίες της ζωής, να την πλησιάζουν στην είσοδο του σπιτιού.
Παρ' όλο που δεν τους γνώριζε, τους είπε:
Δεν σας γνωρίζω, όμως πρέπει να πεινάτε. Περάστε, αν θέλετε, να φάτε κάτι. 
Αυτοί την ρωτάνε:
- Ο άντρας σου είναι στο σπίτι; 
- Όχι, δεν είναι εδώ, απάντησε εκείνη. 
- Τότε δεν μπορούμε να έρθουμε, της λένε οι γέροντες.
Όταν επιστρέφει ο σύζυγος, η γυναίκα του περιγράφει το περιστατικό. 
- Ας έρθουν τώρα που επέστρεψα! ........
Η γυναίκα βγαίνει έξω να προσκαλέσει ξανά τους γέροντες στο τραπέζι, μιας και ήταν ακόμη εκεί. 
- Δεν μπορούμε να έρθουμε όλοι μαζί, της λένε οι τρεις γέροντες 
Η γυναίκα, έκπληκτη, τους ρωτά γιατί !
Ο πρώτος, λοιπόν, από τους τρεις της εξηγεί ξεκινώντας να της συστήνεται:
Είμαι ο Πλούτος, της λέει.
Της συστήνει, μετά, τον δεύτερο που είναι η Ευτυχία.
Και, τέλος, τον τρίτο που είναι η Αγάπη. 
Τώρα, της λένε, πήγαινε στον άντρα σου και διαλέξτε ποιος από τους τρεις μας θα έρθει να φάει μαζί σας. 
Η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι και διηγείται στον άντρα της αυτά που της είπαν οι γέροντες.
Ο άντρας ενθουσιάζεται και λέει: 
-Τι τυχεροί που είμαστε! Να έρθει ο Πλούτος! Έτσι θα έχουμε όλα όσα επιθυμούμε! 
Η σύζυγός του όμως δε συμφωνούσε:
-Και γιατί να μην έχουμε τη χαρά της Ευτυχίας; 
Η κόρη τους που άκουγε από μια γωνιά, τότε, τους λέει:
-Δε θα 'ταν καλύτερα να καλούσαμε την Αγάπη;
Το σπίτι μας θα είναι πάντα γεμάτο αγάπη! 
-Ας ακούσουμε αυτό που λέει η κόρη μας,
λέει ο σύζυγος στη γυναίκα του.
-Πήγαινε έξω και πες στην Αγάπη να περάσει στο σπιτικό μας.
Η γυναίκα βγαίνει έξω και ρωτά:
-Ποιος από εσάς είναι η Αγάπη; Ας έρθει να δειπνήσει μαζί μας. 
Η Αγάπη τότε ξεκινά να προχωρά προς το σπίτι...
...και οι δύο άλλοι να τον ακολουθούν! 
Έκπληκτη η γυναίκα, ρωτά τον Πλούτο και την Ευτυχία:
-Εγώ κάλεσα μόνο την Αγάπη. Γιατί έρχεστε κι εσείς;
Και απαντούν κι οι τρεις γέροντες μαζί: 
- Αν είχες καλέσει τον Πλούτο ή την Ευτυχία, οι άλλοι δύο θα έμεναν απ' έξω. Τώρα όμως που κάλεσες την Αγάπη...όπου πάει η Αγάπη, πάμε κι εμείς μαζί της! 
Δεν έχει σημασία πού! Όπου υπάρχει Αγάπη, θα υπάρχει επίσης Πλούτος κι Ευτυχία!

Τα τέσσερα κεριά

Τα τέσσερα κεριά, έλιωναν, αργά αργά...
Ο χώρος ήταν τόσο ήσυχος, που μπορούσε να ακουστεί η συζήτησή τους.
Το πρώτο έλεγε: 
«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ»
Μα οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να με διατηρήσουν:
Πιστεύω ότι δεν μου μένει άλλο από το να συνεχίσω να σβήνω!
κι έτσι αφέθηκε σιγά σιγά να σβήσει ολοκληρωτικά.
Το δεύτερο είπε:
«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΠΙΣΤΗ» 
Δυστυχώς δεν χρειάζομαι πουθενά. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να ξέρουν για μένα, κι έτσι δεν έχει νόημα να παραμένω αναμμένο.
Μόλις ολοκλήρωσε τα λόγια του, ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε πάνω του και το έσβησε.
Πολύ λυπημένο το τρίτο κερί, με τη σειρά του είπε:
«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΑΓΑΠΗ»
Δεν έχω τη δύναμη να συνεχίσω να παραμένω αναμμένο. Οι άνθρωποι δεν μου δίνουν σημασία και δεν αντιλαμβάνονται το πόσο σημαντικό είμαι. Αυτοί μισούν ακόμα και αυτούς που τους αγαπούν περισσότερο
...και χωρίς να περιμένει άλλο, το κερί αφέθηκε να σβήσει.
Ξαφνικά...
ένα μωρό μπήκε στο δωμάτιο και είδε τα τρία κεριά σβηστά.
Φοβισμένο από το μισοσκόταδο, είπε:
«ΜΑ ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ! ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΤΕ ΑΝΑΜΜΕΝΑ, ΕΓΩ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ!» και ξέσπασε σε δάκρυα.
Τότε το τέταρτο κερί είπε με συμπόνια :
ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ ΚΑΛΟ ΜΟΥ, ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ. ΟΣΟ ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΑΝΑΜΜΕΝΟ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΞΑΝΑΝΑΨΟΥΜΕ ΤΑ ΑΛΛΑ ΤΡΙΑ ΚΕΡΙΑ. Εγώ είμαι Η ΕΛΠΙΔΑ»
Με μάτια λαμπερά και γεμάτα δάκρυα,
το μωρό πήρε το κερί της ελπίδας, και ξανάναψε όλα τα άλλα.
ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ:
ΑΣ ΜΗ ΣΒΗΣΕΙ ΠΟΤΕ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΕΣ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ...
...και καθένας από μας ας θυμάται (σαν εκείνο το μωρό),να ανάβει ξανά με την Ελπίδα, την Πίστη, την Ειρήνη και την Αγάπη

Θα σ΄ αγαπώ ό,τι κι αν γίνει 

Ο Μικρός ήταν πολύ κακόκεφος.
Κλείστηκε στο δωμάτιο κι άρχιζε να στριφογυρίζει κι όλα τα πράγματα ν΄ αναποδογυρίζει.
Τις ζωγραφιές από τον τοίχο ξεκολλούσε
Κι όλα τα παιχνίδια του χαλούσε.
«Θεέ μου!» είπε η Μαμά «τι έχεις πάθει;»
«είμαι ένας ανάποδος και γκρινιάρης μικρός και κανείς δε μ΄ αγαπάει» είπε ο μικρός.
«Μικρέ μου» είπε η Μαμά « όπως και να ΄σαι, εγώ πάντα θα σ΄ αγαπώ».
« Κι αν ήμουνα αρκούδος, πάλι θα με φρόντιζες και θα μ΄ αγαπούσες;» ρώτησε ο Μικρός.
«Φυσικά» είπε η Μαμά.
«Εγώ θα σ΄ αγαπώ ό, τι κι αν γίνει»
«Αν όμως γινόμουν πράσινο έντομο, πάλι θα μ΄ αγαπούσες,
πάλι θα με αγκάλιαζες και θα με φιλούσες;»
«Φυσικά» είπε η Μαμά.
«Εγώ θα σ΄ αγαπώ ό, τι κι αν γίνει»
«Ό, τι κι αν γίνει;» είπε ο Μικρός και χαμογέλασε.
«Κι αν ήμουνα κροκόδειλος;»
«Θα σε αγκάλιαζα και θα σε αγαπούσα και τη νύχτα θα σου τραγουδούσα» είπε η Μαμά.
« Χαλάει ποτέ η αγάπη;» ρώτησε ο Μικρός.
Λυγίζει άραγε ποτέ και σπάει;
Κι αν ναι, μπορείς άραγε να την κολλήσεις,
να τη φτιάξεις και να τη χτίσεις; »
«Α, δεν ξέρω» είπε η Μαμά « το μόνο που ξέρω είναι ότι θα σ΄ αγαπώ για πάντα».
«Κι όταν πεθάνουμε και χαθούμε, θα μ΄ αγαπάς ακόμη;» είπε ο Μικρός.
«Θα υπάρχει ακόμα η αγάπη;»
Η Μαμά πήρε στην αγκαλιά της τον μικρό και κοίταξαν μαζί από το παράθυρο τον ουρανό.
Το φεγγαράκι έφεγγε ψηλά και τ΄ αστεράκια ήταν φωτεινά.
«Κοίτα, Μικρέ, τ΄ αστεράκια πώς λάμπουνε στον ουρανό.
Ξέρεις πως πολλά απ΄ αυτά έχουν πεθάνει εδώ και χρόνια πια;»
«Τα βλέπεις όμως πώς φωτίζουν ακόμα στον ουρανό;
Η αγάπη είναι σαν τ΄ αστέρια: ποτέ δεν πεθαίνει και πάντα φωτίζει».

Oι άγγελοι

Δύο άγγελοι που ταξίδευαν σταμάτησαν να περάσουν την νύχτα σε ένα σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας. Η οικογένεια ήταν αγενής και αρνήθηκε στους αγγέλους να μείνουν στο δωμάτιο των ξένων της βίλας. Αντιθέτως, έδωσαν στους αγγέλους ένα μικρό μέρος σε ένα κρύο υπόγειο. Καθώς εκείνοι έφτιαχναν τα κρεβάτια τους στο σκληρό πάτωμα, ο μεγαλύτερος άγγελος είδε μια τρύπα στον τοίχο και την επισκεύασε. Όταν ο μικρότερος άγγελος τον ρώτησε γιατί, ο μεγαλύτερος απάντησε: "Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται"...
Την επόμενη νύχτα το ζευγάρι των αγγέλων ήρθε να ξεκουραστεί σε ένα πολύ φτωχικό σπίτι αλλά ο αγρότης και η γυναίκα του ήταν πολύ φιλόξενοι. Αφού μοιράστηκαν τη λίγη τροφή που είχαν, το ζευγάρι των αγγέλων κοιμήθηκαν στο κρεβάτι τους όπου μπορούσαν να έχουν μια ξεκούραστη νύχτα. Όταν βγήκε ο ήλιος, το επόμενο πρωί οι άγγελοι βρήκαν τον αγρότη και την γυναίκα του να κλαίνε. Η μοναδική τους αγελάδα της οποίας το γάλα ήταν το μόνο τους εισόδημα ήταν νεκρή στο λιβάδι.
Ο μικρότερος άγγελος ήταν αναστατωμένος και ρώτησε το μεγαλύτερο πως ήταν δυνατόν και άφησε να γίνει κάτι τέτοιο.
Ο πρώτος άντρας είχε τα πάντα και παρόλα αυτά τον βοήθησες, τον κατηγόρησε εκείνoς. Η δεύτερη οικογένεια είχε ελάχιστα και όμως ήταν πρόθυμη να μοιραστεί τα πάντα και εσύ άφησες την αγελάδα να πεθάνει... "Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται", απάντησε ο μεγαλύτερος άγγελος.
"Όταν μείναμε στο υπόγειο της βίλας, πρόσεξα πως ήταν χρυσός αποθηκευμένος σε εκείνη την τρύπα στον τοίχο. Μια και ο ιδιοκτήτης ήταν τόσο άπληστος και δεν είχε τη διάθεση να μοιραστεί την καλή του τύχη, σφράγισα τον τοίχο ώστε να μην μπορεί να βρει το χρυσό. Εχθές τη νύχτα καθώς κοιμόμασταν στο κρεβάτι του αγρότη ήρθε ο άγγελος του Θανάτου για την γυναίκα του, κι εγώ έδωσα στη θέση της την αγελάδα. Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται."
Μερικές φορές αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν τα πράγματα δεν έχουν το αποτέλεσμα που πρέπει. Αν έχεις πίστη, θα πρέπει να μάθεις να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις ότι το κάθε αποτέλεσμα είναι πάντα προς όφελός σου. Μπορεί να μην το ξέρεις παρά μονάχα πολύ αργότερα.
Μερικοί άνθρωποι έρχονται στη ζωή μας και γρήγορα φεύγουν.
Μερικοί άνθρωποι γίνονται φίλοι και μένουν λίγο αφήνοντας όμορφα χνάρια στην καρδιά μας και εμείς δεν είμαστε ποτέ το ίδιο γιατί έχουμε κάνει έναν καλό φίλο...
Το εχθές είναι παρελθόν.
Το αύριο μυστήριο.
Το σήμερα είναι δώρο.
Η αλήθεια είναι ότι ξεχνάμε να ζούμε το "σήμερα".

Ο κύκνος και το κοράκι

Υπήρχε ένα σμήνος κορακιών. Το ένα από αυτά ήταν δυνατό, έξυπνο και όμορφο, έτσι το έκαναν αρχηγό τους. Αυτός ο βασιλιάς των κορακιών αισθανόταν περήφανος για τα κατορθώματά του και υποτιμούσε τα άλλα δημιουργήματα.
Μια μέρα εμφανίστηκε ένας νεαρός κύκνος. Τα κοράκια μαζεύτηκαν γύρω του και τον ρώτησαν αν γνώριζε για τους μεγάλους άθλους του βασιλιά τους. Αυτός παραδέχθηκε την άγνοιά του και ζήτησε να δει το βασιλιά τους. Ο βασιλιάς των κορακιών εμφανίστηκε και ρώτησε τον κύκνο για τους διάφορους τύπους πετάγματος. Ο κύκνος, στην απλότητά του, είπε ότι γνώριζε μονάχα ένα τύπο.
Ο βασιλιάς των κορακιών τότε ξεκίνησε μια επίδειξη των εκατό και ένα τρόπων πετάγματός του. Αφού εκτέλεσε τους ακροβατισμούς του, ζήτησε να δει την τέχνη του κύκνου. Ο νεαρός κύκνος απογειώθηκε με το χαριτωμένο, απαλό και φυσικό πέταγμά του και όπως συνήθιζε, αύξησε την ταχύτητά του μονάχα σταδιακά. Επειδή ο κόρακας ήταν μικρός και γοργός, πέταξε γρήγορα και αφού συνειδητοποίησε ότι ο κύκνος έμεινε πίσω, επέστρεψε για να τον χαροποιήσει. Ο κύκνος σταδιακά αύξησε την ταχύτητά του και πριν περάσει λίγη ώρα, ο κόρακας κουράστηκε και έτρεμε και τελικά έπεσε στη θάλασσα. Ο κύκνος κατέβηκε και έσωσε το κοράκι και το βοήθησε να επιστρέψει στο σμήνος του. Το κοράκι τότε ντράπηκε για την αλαζονεία του και ευχαρίστησε τον κύκνο για τη μετριοπάθεια και τη μεγαλοψυχία του.
Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι ο κύκνος ζούσε μια φυσική ζωή, ενώ το κοράκι ήταν απασχολημένο με περιαυτολογία, ακροβασίες, φλυαρία και εξυπνάδες.
Η έσχατη ευτυχία πηγαίνει σε εκείνους που ζουν μια φυσική και απλή ζωή, σε αρμονία με τους νόμους και τη βούληση του Δημιουργού, παρά στους εξυπνάκιες και τους αυθάδεις που σπαταλούν ενέργεια σε μηδαμινές ασχολίες και περνούν τη ζωή τους με μια απατηλή εικόνα για τον εαυτό τους.

Η προετοιμασία

Κάποια μέρα ένας άνθρωπος είδε το κουκούλι μιας κάμπιας, στο οποίο υπήρχε μία χαραμάδα από την οποία προσπαθούσε να βγει μια μικρή πεταλούδα....
Περνούσε όμως ο καιρός και η πεταλούδα αδυνατούσε να ανοίξει την χαραμάδα για να βγει...
Έτσι ο άνθρωπος αποφάσισε να την βοηθήσει. Με τον σουγιά του άνοιξε την χαραμάδα και η πεταλούδα αμέσως βγήκε...
Αλλά το κορμάκι της ήταν αδύνατο, τα φτερά της βαριά και η πεταλούδα μπορούσε να κινηθεί με μεγάλη δυσκολία...
Ο άνθρωπος την παρακολουθούσε πιστεύοντας πως σε λίγο θ' άνοιγε τα φτερά της για να πετάξει...όμως τίποτα δεν έγινε...η πεταλούδα συνέχισε να σέρνει το κορμί της και να κουβαλάει τα φτερά της..
Και όλα αυτά έγιναν γιατί ο άνθρωπος θέλοντας να την βοηθήσει, δεν κατάλαβε ότι η πεταλούδα  έπρεπε να δυσκολευτεί γιατί μόνο τότε η δύναμη θα απλωνόταν σε όλο το κορμί της και στα φτερά της.
Η ίδια η ζωή ανάγκαζε την πεταλούδα να προσπαθεί
και να αποκτήσει δυνάμεις που θα της επέτρεπαν
να σπάσει το κουκούλι και να βγει να πετάξει.
Η ζωή φέρνει πάντα δυσκολίες, εάν η ζωή ήταν μια συνεχιζόμενη λιακάδα θα μετατρεπόταν σε έρημο...
έτσι είναι η ζωή...
Γι' αυτό όταν ζητάς δυνάμεις η ζωή δίνει δυσκολίες για να γίνεις πιο δυνατός.
Όταν ζητάς σοφία η ζωή σε γεμίζει με προβλήματα για να τα λύσεις.
Η ζωή μπορεί να μην σου δίνει όλα αυτά που θα ήθελες
αλλά σου δίνει όλα τα απαραίτητα για ν' αποκτήσεις αυτά που χρειάζεσαι!

Γιατί ο Θεός επέτρεψε να μου συμβεί αυτό;

Εδώ είναι η εξήγηση…
Μια κόρη λέει στη μητέρα της, πως όλα της πηγαίνουν στραβά.
Μπορεί να έγραψε χάλια στο διαγώνισμα των Μαθηματικών,
Ο φίλος της να την άφησε… για την καλύτερη φίλη της.
Σε τέτοιες δύσκολες ώρες, μια καλή μητέρα ξέρει καλά τί χρειάζεται για να παρηγορήσει την κόρη της… Λέει : “Θα φτιάξω ένα υπέροχο κέικ!” , την αγκαλιάζει και πάνε στην κουζίνα, ενώ η κόρη κάνει προσπάθεια να χαμογελάσει.
Καθώς η μητέρα ετοιμάζει τα σκεύη και τα υλικά, η κόρη κάθεται απέναντί της στον πάγκο. Η μητέρα ρωτά, “Γλυκιά μου, θα ήθελες ένα κομμάτι κέικ;”
Η κόρη απαντά, “Φυσικά, μαμά! Ξέρεις ότι μου αρέσει πολύ!”
“Εντάξει…” λέει η μητέρα, “Πιες λίγο λάδι!” Έκπληκτη η κόρη απαντά.
“Τί; Με τίποτα!!!”
“Tί θα έλεγες για δυο ωμά αυγά;” 
Η κόρη απαντά, “Με δουλεύεις;”
“Λιγάκι αλεύρι;”
“Όχι μαμά! Θα με πιάσει η κοιλιά μου!”
Η μητέρα λέει, “Όλα αυτά τα υλικά είναι άψητα και έχουν άσχημη γεύση, αλλά αν τα βάλεις μαζί και τα ψήσεις φτιάχνουν ένα υπέροχο κέικ!”
Ο Θεός εργάζεται με τον ίδιο τρόπο. 
Όταν αναρωτιόμαστε, γιατί μας υποχρεώνει να περνάμε δυσκολίες, δεν αντιλαμβανόμαστε το πού θα μας βγάλουν ή τί θα μας φέρουν. 
Μόνο Εκείνος γνωρίζει και ΔΕΝ μας αφήνει να πέσουμε.
Δεν χρειάζεται να αρκεσθούμε στα ωμά υλικά: να του έχουμε εμπιστοσύνη… και θα δούμε να βγαίνει από αυτά, κάτι που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε !
Ο Θεός μας αγαπάει τόσο πολύ, μας στέλνει λουλούδια κάθε άνοιξη, Ανατέλλει τον ήλιο κάθε μέρα  και κάθε φορά που χρειάζεσαι να μιλήσεις είναι εκεί για να σ’ ακούσει!
Μπορεί να ζει οπουδήποτε θέλει μέσα στο σύμπαν αλλά διαλέγει να ζει μέσα στην καρδιά σου!
Το κρεμμύδι

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια γυναίκα πολύ κακιά και πέθανε. Και δεν έμεινε ξοπίσω της ούτε μια καλή πράξη. Την άρπαξαν τα διαβόλια και την έριξαν στη φλεγόμενη λίμνη. Και ο φύλακας άγγελός της σκέφτηκε: "πώς να θυμηθώ καμιά καλή της πράξη, για να την πω στο Θεό;" Θυμήθηκε και είπε στο Θεό: "αυτή", είπε, "έβγαλε ένα κρεμμυδάκι από το περιβόλι της και το έδωσε σε μια ζητιάνα." Και του απάντησε ο Θεός: "πάρε, λοιπόν, αυτό το κρεμμυδάκι και δώσε της το εκεί στη λίμνη, ας πιαστεί απ’ αυτό και τότε τράβα την. Αν τη βγάλεις από τη λίμνη, τότε ας έρθει στον Παράδεισο, αν όμως κοπεί το κρεμμυδάκι, τότε ας μείνει η γυναίκα εκεί που είναι τώρα." 
Έτρεξε ο άγγελος στη λίμνη και της πήγε το κρεμμυδάκι: "πιάσου γυναίκα απ’ αυτό" της είπε, "και θα σε τραβήξω." Κι άρχισε να την τραβάει προσεκτικά, μα σαν την είδαν οι άλλοι αμαρτωλοί μέσα στη λίμνη, άρχισαν να πιάνονται από τα πόδια της για να βγουν κι αυτοί μαζί της... Μα η γυναίκα άρχισε να τους κλωτσάει και φώναξε: "Εμένα βγάζουν κι όχι εσάς, δικό μου είναι το κρεμμυδάκι!!" Και μόλις το είπε αυτό, το κρεμμυδάκι έσπασε…. 
Κι ο άγγελος άρχισε να κλαίει κι έφυγε…

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ.

Πείθουμε τους εαυτούς μας ότι η ζωή μας θα είναι καλύτερη όταν θα παντρευτούμε, θα αποκτήσουμε ένα μωρό, μετά ένα ακόμα.
Μετά αγχωνόμαστε διότι τα παιδιά μας δεν είναι αρκετά μεγάλα και όλα θα είναι καλύτερα όταν θα μεγαλώσουν.
Στη συνέχεια αγχωνόμαστε γιατί φτάνουν στην εφηβεία και πρέπει να ασχοληθούμε μαζί τους. Θα είμαστε σίγουρα ευτυχείς όταν θα ξεπεράσουν αυτό το στάδιο.
Λέμε στους εαυτούς μας ότι η ζωή μας θα είναι ολοκληρωμένη όταν ο σύντροφός μας θα αποκατασταθεί, όταν θα αποκτήσουμε ένα πιο ωραίο αυτοκίνητο, όταν θα μπορέσουμε να πάμε διακοπές, όταν θα πάρουμε την σύνταξή μας.
Η αλήθεια είναι ότι η καλύτερη στιγμή για να είμαστε ευτυχισμένοι είναι ΤΩΡΑ.
Αλλιώς πότε ;
Η ζωή μας θα είναι πάντοτε γεμάτη με απογοήτευση. Είναι προτιμότερο να το παραδεχτούμε και να αποφασίσουμε να είμαστε ευτυχισμένοι παρόλα αυτά.
Για πολύ καιρό, μου φαινόταν ότι η ζωή μου θα άρχιζε.
Η πραγματική ζωή.
Αλλά υπήρχαν πάντα εμπόδια, μία δοκιμασία να ξεπεραστεί, μια δουλειά να τελειώσει, χρόνος να δοθεί, ένα χρέος να πληρωθεί. Μετά η ζωή θα ξεκινούσε.
Τελικά κατάλαβα ότι αυτά τα εμπόδια ήταν η ΖΩΗ.
Αυτή η προοπτική με βοήθησε να δω ότι δεν υπάρχει μονοπάτι προς την ευτυχία.
ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ.
Λοιπόν, εκτιμήστε κάθε στιγμή.
Σταματήστε να περιμένετε να τελειώσετε το σχολείο, να ξαναγυρίσετε στο σχολείο, να χάσετε 10 κιλά, να πάρετε 10 κιλά, να ξεκινήσετε να δουλεύετε, να παντρευτείτε, να έρθει η Παρασκευή το βράδυ, η Κυριακή πρωί, να αγοράσετε ένα καινούριο αμάξι, να πληρώσετε την υποθήκη σας, να έρθει η άνοιξη, το καλοκαίρι, το φθινόπωρο, ο χειμώνας, η πρώτη του μήνα, η τα μέσα του μήνα, να ακουστεί το τραγούδι σας στο ραδιόφωνο, να πεθάνετε, να ξαναγεννηθείτε … πριν αποφασίσετε να ΕΙΣΤΕ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ.
Η ευτυχία είναι ένα ταξίδι, όχι ένας προορισμός.
Δεν υπάρχει καλύτερος χρόνος για να είστε ευτυχισμένοι ….από το ΤΩΡΑ !
Ζήστε και εκτιμήστε την τωρινή στιγμή.

ΚΑΡΟΤΟ, ΑΥΓΟ Ή ΚΟΚΚΟΣ ΚΑΦΕ

Μία νεαρή γυναίκα πήγε στη μητέρα της και της μίλησε για τη ζωή της και πως τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα για εκείνη. Δεν ήξερε πώς να φτιάξει τα πράγματα και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια, να τα παρατήσει. Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να παλεύει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, ένα άλλο νέο προέκυπτε.
Η μητέρα της την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρία δοχεία με νερό και έβαλε το καθένα σε δυνατή φωτιά. Γρήγορα το νερό στα δοχεία άρχισε να βράζει. 
Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα, στο δεύτερο έβαλε αυγά, και στο τελευταίο έβαλε κόκκους καφέ. Τα άφησε λίγο να βράσουν, χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω απ΄ το νερό και τα έβαλε σ’ ένα μπωλ. Έβγαλε τα αυγά έξω και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Μετά έβγαλε τον καφέ έξω και τον έβαλε σε ένα φλιτζάνι.
Γυρνώντας στην κόρη της την ρώτησε: “πες μου τι βλέπεις”.
“Καρότα, αυγά και καφέ“, της απάντησε η κόρη. 
Η μητέρα της την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα. Το έκανε και παρατήρησε ότι ήταν μαλακά. 
Μετά η μητέρα ζήτησε απ΄ την κόρη της να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. Αφού έβγαλε τα τσόφλια, παρατήρησε ότι το αυγό ήταν σφιχτό. Στο τέλος, η μητέρα ζήτησε απ΄ την κόρη της να πιει μια γουλιά απ΄ τον καφέ.
Η κόρη χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμά του. Μετά η κόρη ρώτησε: “τι σημαίνουν όλα αυτά μητέρα;”.
Η μητέρα της της εξήγησε ότι το καθένα απ΄ αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή βραστό νερό. Το καθένα όμως αντέδρασε διαφορετικά. Το καρότο αρχικά μπήκε μέσα στο νερό δυνατό και σκληρό. Εντούτοις, εφόσον τοποθετήθηκε στο βραστό νερό, μαλάκωσε και έγινε αδύναμο. Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα είχε προστατέψει το υγρό εσωτερικό του, αλλά μετά την τοποθέτησή του σε βραστό νερό, το εσωτερικό του σκλήρυνε. Όμως οι κόκκοι του καφέ ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους σε βραστό νερό, άλλαξαν το νερό. 
Ποιο απ΄ αυτά είσαι εσύ;” ρώτησε την κόρη της. 
Όταν η δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς ανταποκρίνεσαι; Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;
Σκέψου το λίγο: Τι απ΄αυτά είσαι εσύ; 
 Είσαι το καρότο που φαίνεται δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου; 
Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως είχες “υγρό” πνεύμα, αλλά μετά από έναν θάνατο, έναν χωρισμό, μία οικονομική δυσκολία ή μια άλλη δοκιμασία σκλήρυνες; Μήπως το περίβλημά σου μοιάζει το ίδιο, αλλά μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα, με σκληρό πνεύμα και σκληρή καρδιά; 
Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος στην πραγματικότητα αλλάζει το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες που προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του. Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα δεν είναι στα καλύτερά τους, εσύ γίνεσαι καλύτερος και αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου.
Όταν δεν είναι και η καλύτερη στιγμή και οι δοκιμασίες σε συναντούν, ανυψώνεις τον εαυτό σου σε άλλο επίπεδο; 
Πώς αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες; 
Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ; Ελπίζω να έχεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκό, αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατό, αρκετή λύπη για να παραμείνεις ανθρώπινος και αρκετή ελπίδα για να σε κάνει ευτυχισμένο. 
Οι ευτυχέστεροι των ανθρώπων δεν έχουν απαραιτήτως τα καλύτερα απ’ όλα... 
Απλώς κάνουν το καλύτερο που μπορούν με αυτά που τους συμβαίνουν στη διαδρομή τους. Το λαμπρότερο μέλλον πάντοτε θα βασίζεται σε ένα ξεχασμένο παρελθόν. 
Δεν μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή μέχρι ν΄ αφήσεις πίσω τις αποτυχίες σου και τους πόνους σου.
Η ομορφότερη καρδιά

Μια φορά κι ένα καιρό, ένας νεαρός είχε σταθεί στη μέση της πόλης και φώναζε ότι είχε την ομορφότερη καρδιά σ’ όλη την περιοχή. Μεγάλο πλήθος μαζεύτηκε, κι όλοι θαύμαζαν την καρδιά του, που ήταν τέλεια. Δεν υπήρχε ούτε σημάδι, ούτε το παραμικρό ψεγάδι πάνω της. Κι όλοι τότε συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η πιο όμορφη καρδιά που είχαν δει ποτέ τους. 
Ο νεαρός μας ήταν πολύ περήφανος και κορδωνόταν φωνάζοντας για την ωραία του καρδιά. Ξάφνου ένας γέρος στάθηκε μπροστά στον κόσμο κι είπε, “Ομως η καρδιά σου δεν πλησιάζει την ομορφιά της δικής μου καρδιάς.” 
Ο κόσμος, αλλά και το παλικάρι, κοίταξαν την καρδιά του γέροντα. Χτυπούσε δυνατά, όμως ήταν γεμάτη ουλές. Υπήρχαν σημεία όπου φαινόταν ότι είχαν κοπεί κομμάτια και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί άλλα, που όμως δεν ταίριαζαν καλά με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δαντελλωτές άκρες. Κι αλλού υπήρχαν σημεία με βαθιά χάσματα, απ’ όπου έλειπαν και ολόκληρα κομμάτια. 
Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλο - πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεται αυτός ότι η καρδιά του είναι ωραιότερη, σκέφτονταν; 
Ο νέος κοίταξε την καρδιά του γέρου, είδε τα χάλια της και γέλασε. 
-”Πλάκα μας κάνεις ;” είπε. “Για κάνε σύγκριση ανάμεσα στη δικιά σου και στη δικιά μου καρδιά. Η δικιά μου είναι τέλεια, ενώ η δικιά σου είναι ένα μάτσο ουλές και δάκρυα.”
-”Μάλιστα” είπε ο γέροντας, “η δική σου δείχνει τέλεια, όμως δεν θ’ άλλαζα ποτέ μου τη δική μου καρδιά με τη δική σου. Κοίταξε, κάθε ουλή αντιπροσωπεύει κάποιον που του έδωσα την αγάπη μου - κόβω ένα κομμάτι της καρδιάς μου και του το δίνω, και συχνά μου δίνει ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς για να πάει στη θέση του άδειου μέρους της καρδιάς μου, αλλά επειδή τα κομμάτια δεν είναι ακριβώς ίδια, έχω μερικές αγκαθωτές άκρες, που όμως τις λατρεύω γιατί μου θυμίζουν την αγάπη που μοιραστήκαμε.” 
“Μερικές άλλες φορές έχω δώσει κομμάτια της καρδιάς μου, και ο άλλος δεν μου έδωσε πίσω ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς. Αυτά είναι τα άδεια χάσματα - ξέρεις, το να προσφέρεις την αγάπη σου έχει και κάποιο ρίσκο. Παρ’ όλο που αυτά τα χάσματα πονούν, παραμένουν ανοιχτά και μου θυμίζουν την αγάπη που έχω και γι’ αυτούς τους ανθρώπους, κι ελπίζω πως κάποια μέρα θα γυρίσουν κοντά μου και θα γεμίσουν τους χώρους που τους έχω άδειους να περιμένουν. Βλέπεις λοιπόν τι θα πει πραγματική ομορφιά ;” 
Ο νεαρός στάθηκε σιωπηλός, με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του. Προχώρησε προς τον γέροντα, άπλωσε το χέρι του μέσα στην τέλεια, νεανική και όμορφη καρδιά του, και ξέσκισε ένα κομμάτι της. Το πρόσφερε στο γέροντα με χέρια που έτρεμαν. Ο γέρος τότε πήρε αυτή την προσφορά, την έβαλε στην καρδιά του, και μετά πήρε λίγη από την κατακομματιασμένη του καρδιά και την έβαλε πάνω στην πληγή της καρδιάς του νέου. Ταίριαζε βέβαια, αλλά όχι και απόλυτα, κι έτσι έμειναν κάποιες άγριες άκρες. 
Και το παλικάρι κοίταξε την καρδιά του, που δεν ήταν πια τέλεια, ήταν όμως ομορφότερη από οποιαδήποτε άλλη αφού η αγάπη από την καρδιά του γέροντα ξεχείλιζε τώρα και στη δική του καρδιά.

Τα κλειστά αυτιά

Τα βατραχάκια αποφάσισαν να κάνουν μεταξύ τους αγώνα για το ποιο θα καταφέρει να φτάσει την κορυφή του πιο ψηλού βουνού.
Όλα τα ζώα του δάσους μαζεύτηκαν να παρακολουθήσουν από περιέργεια αφού ήταν σίγουρα πως κανένας βάτραχος δεν θα άντεχε να σκαρφαλώσει στο βουνό.
Ο αγώνας ξεκίνησε κι οι αμφιβολίες των θεατών γινόταν όλο και πιο έντονες.
-Μπα δεν θα τα καταφέρουν.
-Όπου να ναι θα αρχίσουν να κουράζονται.
Πράγματι μετά από λίγο ένα ένα τα βατραχάκια άρχισαν να εγκαταλείπουν.
Ακόμη και τα λίγα που συνέχιζαν δέχονταν τον χλευασμό από τα υπόλοιπα ζώα.
Οι δυνάμεις τους τα είχαν προδώσει και στο τέλος μόνο έμεινε να αγωνίζεται και ως εκ θαύματος έφτασε στην κορυφή.
Τα υπόλοιπα ζώα έκπληκτα έτρεξαν να το συγχαρούν και τότε μόνο κατάλαβαν πως ήταν κουφό.
Καμιά φορά πρέπει να κλείνουμε τα αυτιά μας σ’ ότι δεν είναι χρήσιμο σε εμάς.


Ήταν ένα μικρό κύμα, πολύ λυπημένο και που μονολογούσε: «πόσο δυστυχισμένο είμαι… τα άλλα κύματα είναι τόσο μεγάλα και δυνατά και εγώ είμαι τόσο μικρό και ασήμαντο… γιατί να είναι η ζωή τόσο σκληρή;» 
Ένα μεγάλο κύμα που βρισκόταν εκεί κοντά, το άκουσε και αποφάσισε να του απαντήσει: «Τα λες αυτά διότι δεν έχεις κατανοήσει την πραγματική σου φύση. Νομίζεις ότι είσαι ένα κύμα και νομίζεις ότι είσαι μικρό και ασήμαντο, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα από τα δύο» 
Ξαφνιασμένο το μικρό κύμα απαντά: «Πως;! Δεν είμαι κύμα;! Μα, δεν βλέπεις τον κυματισμό μου; Δεν βλέπεις τα απόνερά μου; Αν και μικρό, είναι κύμα! Τι εννοείς λέγοντας ότι δεν είμαι κύμα;» 
Ήρεμα το μεγάλο κύμα αποκρίνεται: «Αυτό που καλείς ʽκύμαʼ δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσωρινή μορφή σου. Στην πραγματικότητα, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά νερό! Όταν κατανοήσεις την βάση της φύσης σου, θα απαλλαχθείς από την μιζέρια σου και θα δεις ότι εγώ είμαι εσύ, εσύ είσαι εγώ, και οι δύο είμαστε κομμάτι του ιδίου Όλου»

Η ιστορία δυο φίλων που περπατούσαν στην έρημο.

Κάποια στιγμή τσακώθηκαν και ο ένας από τους δύο έδωσε ένα χαστούκι στον άλλο.
Αυτός ο τελευταίος, πονεμένος, αλλά χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΧΑΣΤΟΥΚΙΣΕ.
Συνέχισαν να περπατούν μέχρι που βρήκαν μια όαση όπου αποφάσισαν να κάνουν μπάνιο. Αλλά αυτός που είχε φάει το χαστούκι παραλίγο να πνιγεί και ο φίλος του τον έσωσε.
Όταν συνήλθε, έγραψε πάνω σε μια πέτρα:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ.
Αυτός που τον είχε χαστουκίσει και στη συνέχεια του έσωσε τη ζωή, τον ρώτησε : όταν σε χτύπησα, έγραψες πάνω στην άμμο, και τώρα έγραψες πάνω στην πέτρα. Γιατί;
Ο άλλος φίλος απάντησε : «όταν κάποιος μας πληγώνει, πρέπει να το γράφουμε στην άμμο, όπου οι άνεμοι της συγνώμης μπορούν να το σβήσουν. Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, πρέπει να το χαράζουμε στην πέτρα, όπου κανένας άνεμος δεν μπορεί να το σβήσει».
Μάθε να γράφεις τα τραύματα σου στην άμμο..
και να χαράζεις τις χαρές σου στην πέτρα...

Μια ιστορία πάντα επίκαιρη

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας καλός πατέρας με τις δύο κόρες του που υπεραγαπούσε εξίσου.
Μεγάλωσαν γρήγορα με τη σωστή καθοδήγηση του και όταν ήρθε η ώρα να παντρευτούν, η μια διάλεξε ένα γεωργό και η άλλη έναν αγγειοπλάστη.
Πέρασαν μήνες, πέρασαν χρόνια και ο καλός πατέρας αποφάσισε να πάει να επισκεφτεί τις κόρες τους στα νοικοκυριά τους.
Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φτάνει στο σπίτι της γυναίκας του Γεωργού.
-Πως είναι κόρη μου η ζωή σου; Είσαι ευτυχισμένη;
-Απ' όλα τα καλά έχω πατέρα και ο άντρας μου με αγαπά. Το μόνο που θα 'θελα είναι να ρίξει μια βροχή να ποτίσει τα χωράφια που έχουμε φυτέψει τους σπόρους και περιμένουμε να μεγαλώσουν τα σπαρτά. Αν μ' αγαπάς πατέρα, βροχή να εύχεσαι για μένα!
Ο πατέρας έφυγε χαρούμενος και στο μυαλό του είχε μονάχα μια ευχή: Να βρέξει για το καλό της κόρης του και του γαμπρού του.
Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φτάνει στο σπίτι της γυναίκας του Αγγειοπλάστη.
-Πως είναι κόρη μου η ζωή σου; Είσαι ευτυχισμένη;
-Απ' όλα τα καλά έχω πατέρα και ο άντρας μου με αγαπά. Το μόνο που θα 'θελα είναι να έχει καλοκαιρία τις επόμενες μέρες γιατί έχουμε πλάσει ένα σωρό αγγεία και περιμένουμε να στεγνώσουν για να τα μοσχοπουλήσουμε. Αν μ' αγαπάς πατέρα, ήλιο να εύχεσαι για μένα!
Και τώρα;
Τι να ευχηθεί ο δύστυχος πατέρας...
Δεν μπορείς ποτέ να τους ικανοποιήσεις όλους...Άσε που καμιά φορά δεν υπάρχει σωστό και λάθος.
Η πρόσκαιρη ζωή

Ένας φτωχός καμηλιέρης θέλοντας να βρει λύση στο πρόβλημα του ξεκίνησε να επισκεφθεί το πιο σοφό γέροντα της χώρας του. Χρειάστηκε να ταξιδέψει για μέρες και να διασχίσει την μισή έρημο για να φτάσει. Όταν βρήκε την κατοικία του σοφού απογοητεύτηκε, ήταν μόνο μια σκηνή με ένα στρώμα και πολλά βιβλία.
Απορημένος τον ρώτησε.
-Μα εδώ ζείς; Που είναι τα έπιπλα; Που είναι τα πράγματα σου;
-Τα δικά σου πράγματα που είναι; Απάντησε ο γέροντας.
-Μα εγώ είμαι επισκέπτης.
-Κι εγώ, επισκέπτης είμαι.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην ζωή είμαστε προσωρινοί και τίποτα δεν διαρκεί για πάντα
Ο εγωισμός ή η καθημερινότητα

Ένας άντρας είχε αποκλειστεί στη σκεπή του σπιτιού του κατά τη διάρκεια μιας νεροποντής που κατέληξε σε πλημμύρα. Απελπισμένος έπεσε στα τέσσερα και άρχισε να προσεύχεται με ευλάβεια.
Λίγο αργότερα πέρασε από εκεί ένας άντρας με μια βάρκα και προσφέρθηκε να τον βοηθήσει.
-Δε χρειάζομαι βοήθεια, είπε ο άντρας στη στέγη. Ο Θεός θα με σώσει!
Έπειτα από λίγο έφτασαν τα σωστικά συνεργεία και προσπάθησαν να τον βοηθήσουν.
-Φύγετε, ούρλιαξε ο άντρας! Ο Θεός θα με σώσει!
Δεν άργησε να βρει φριχτό θάνατο μέσα στα μανιασμένα νερά που τον κατάπιαν...
Όταν έφτασε λοιπόν στον Παράδεισο, είπε στο Θεό:
-Προσευχήθηκα να με βοηθήσεις, μα εσύ με άφησες να πνιγώ.
Και ο Θεός απάντησε:
-Εγώ σου έστειλα μια βάρκα και τα σωστικά συνεργεία...
Τα θαύματα έρχονται στη ζωή μας, πολλές φορές, ενδεδυμένα με το μανδύα της καθημερινότητας.
Η ανεκτικότητα

Ένας ιδιοκτήτης pet-shop στην Αυστρία, είχε αναρτήσει μια πινακίδα έξω από  το κατάστημα του, που έγραφε: ΔΙΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΚΟΥΤΑΒΙΑ. 
Ένα μικρό αγόρι είδε την πινακίδα και μπήκε στο κατάστημα ρωτώντας: 
"Πόσα χρήματα θέλετε για να μου δώσετε ένα κουτάβι";
Ο ιδιοκτήτης απάντησε πως κόστιζαν από 30 έως 50 δολάρια. 
Ο μικρός, βγάζοντας ελάχιστα χρήματα από την τσέπη του είπε:
Δυστυχώς έχω μόνο 2 δολάρια, μπορώ τουλάχιστον να χαζέψω λίγο τα κουτάβια"; 
Ο ιδιοκτήτης χαμογέλασε και σφύριξε δυνατά.
Μια σκυλίτσα μπήκε στο δωμάτιο, ακολουθούμενη από 5 κουταβάκια. 
Το ένα από αυτά κούτσαινε, με αποτέλεσμα να μείνει λίγο πιο πίσω από τα  άλλα κουταβάκια. 
Τότε ο μικρός ρώτησε: "Τι έχει αυτό το κουτάβι και κουτσαίνει"; 
Ο ιδιοκτήτης του εξήγησε πως το κουταβάκι είχε γεννηθεί με πρόβλημα στο γοφό και πως θα έμενε έτσι σε όλη του τη ζωή.
Ο μικρός ενθουσιασμένος είπε στον μαγαζάτορα:
"θέλω να το αγοράσω" του φώναξε αποφασιστικά.
Ο άντρας γέλασε και του είπε: "Όχι, δεν νομίζω να θέλεις ένα τέτοιο κουτσό κουτάβι. Αλλά αν επιμένεις μπορώ να σου το χαρίσω"... 
Ο μικρός ήταν περήφανος και του είπε ότι θα προτιμούσε να αγοράσει το κουτάβι έστω και με ευκολίες και θα έκανε τα αδύνατα δυνατά να ξεπληρώσει το χρέος του στον ιδιοκτήτη του pet shop, δίνοντας ένα ποσό κάθε μήνα. 
Ο άντρας γέλασε ξανά και είπε: " το κουτάβι αυτό είναι άχρηστο, πραγματικά δεν σου χρειάζεται, ποτέ δεν θα μπορέσει να τρέξει και να παίξει μαζί σου
όπως τα άλλα σκυλιά...". 
Τότε ο μικρός σήκωσε το μπατζάκι από το παντελόνι του και άφησε να ξεπροβάλλει το αριστερό του πόδι, το οποίο υποστηριζόταν από ένα μεταλλικό  σίδερο. 
"Όπως βλέπετε, ούτε και εγώ θα μπορέσω να τρέξω και να παίξω μαζί του επομένως το κουτάβι θα έχει κάποιον που το καταλαβαίνει...". 
Ο άντρας δάγκωνε τώρα τα χείλη του μην ξέροντας τι να πει. 
Δακρυσμένος, προσπάθησε να χαμογελάσει και είπε: "εύχομαι... όλα τα κουτάβια να βρουν κάποτε ένα ιδιοκτήτη σαν κι εσένα"... 
Στην ζωή δεν μετράει το ποιος είσαι αλλά το αν κάποιος σε αγαπά, σε δέχεται και σε εκτιμά γι' αυτό που είσαι χωρίς όρους.

Προσπάθεια αγάπης

Ήταν κάποτε ένα δράκος. Ζούσε μοναχός σε χαμένες στα βουνά σπηλιές. Περνούσε τη μέρα του τριγυρνώντας από εδώ από εκεί.. αν και τον περισσότερο χρόνο καθόταν και συλλογιζότανε. 
Τι να κάνει ένας φτερωτός δράκος σε αυτά τα μέρη; Γιατί δεν βρίσκει άλλους δράκους να συναντήσει ;
Μία ημέρα εκεί που καθόταν ήρεμα, ήρθε μία παιχνιδιάρα νεράιδα και άρχισε να του πειράζει τα αυτιά. 
Ξαφνιάστηκε. Ήταν η πρώτη φορά που κάτι έμψυχο δεν φοβότανε μπροστά στην θέα του . 
Γύρισε και την κοίταξε κατάματα ενώ αυτή συνέχιζε να του χαμογελάει. 
- Δεν φοβάσαι μήπως σε καταπιώ ; 
- Όχι.. είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις. 
- Δεν φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα ; 
- Όχι.. όποτε θέλω εξαφανίζομαι. 
- Δεν φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω ; 
Η νεράιδα σάστισε. Γιατί ένας δράκος να αγαπήσει μία νεράιδα . Γιατί μία νεράιδα να μη φοβάται ένα δράκο. 
(η νεράιδα συνέχισε..) 
- Όχι... όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. 
Ο δράκος ένοιωσε ξαφνικά την επιθυμία να την αγκαλιάσει να την φιλήσει. 
Άπλωσε τα χέρια του αλλά τα νύχια μπήκαν βαθειά στη σάρκα της . 
Άνοιξε το στόμα του αλλά έβγαλε φωτιές και τα φτερά της νεράιδας κάηκαν. 
Έβγαλε δάκρυα από τα μάτια του αλλά αυτά την έπνιξαν. 
Η νεράιδα κάθισε και πέθανε στην αγκαλιά του ο δράκος ήταν και πάλι μόνος.
Ηθικό δίδαγμα : 
Δεν αρκεί να το θέλεις.. πρέπει και να μπορείς.. 
.. να αγαπήσεις τον άλλον.
Eίναι γεμάτο το βάζο;

Ένας καθηγητής φιλοσοφίας εμφανίστηκε στην τάξη του με ένα μεγάλο χάρτινο κουτί. Χωρίς να μιλήσει, πήρε από την χάρτινη κούτα ένα άδειο γυάλινο βάζο και άρχισε να το γεμίζει με μικρές πέτρες. Οι μαθητές τον κοιτούσαν με απορία. 
Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο ρώτησε: 
- Είναι γεμάτο το βάζο; 
Και οι μαθητές απάντησαν: 
- Ναι είναι γεμάτο. 
Αυτός χαμογέλασε και χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι με μικρά βότσαλα και άρχισε να γεμίζει το βάζο, το κούνησε λίγο και τα βότσαλα κύλησαν και γέμισαν τα κενά μεταξύ των πετρών. 
Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε: 
- Είναι γεμάτο το βάζο; 
Και οι μαθητές απάντησαν: 
- Ναι είναι γεμάτο. 
Αυτός χαμογέλασε πάλι και χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι με άμμο και άρχισε να την αδειάζει μέσα στο βάζο. Η άμμος χύθηκε και γέμισε όλα τα κενά μεταξύ των πετρών και των βότσαλων. 
Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε: 
- Είναι γεμάτο το βάζο; 
Οι μαθητές δίστασαν για λίγο, αλλά απάντησαν: 
- Ναι είναι γεμάτο. 
Αυτός χαμογέλασε πάλι και χωρίς να μιλήσει πήρε από την χάρτινη κούτα δύο μπουκάλια μπύρες και άρχισε να τα αδειάζει μέσα στο βάζο. Τα υγρά γέμισαν όλο το υπόλοιπο κενό του βάζου. 
Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε: 
- Είναι γεμάτο το βάζο; 
Οι μαθητές αυτή τη φορά γέλασαν και είπαν: 
- Ναι, είναι γεμάτο. 
Τώρα, λέει ο καθηγητής, θέλω να θεωρήσετε ότι το βάζο αυτό αντιπροσωπεύει τη ζωή σας. 
Οι πέτρες είναι τα πιο σημαντικά στη ζωή σας, οικογένεια, ο σύντροφός σας, τα παιδιά σας, η υγεία σας, οι καλοί σας φίλοι. Είναι τόσο σημαντικά που ακόμα κι αν όλα τα υπόλοιπα λείψουν, η ζωή σας θα εξακολουθήσει να είναι γεμάτη. 
Τα βότσαλα είναι τα άλλα πράγματα που έρχονται στη ζωή μας, όπως οι σπουδές, η δουλειά μας, το σπίτι μας, το αυτοκίνητό μας, τα στερεοφωνικά μας. Αν αυτά τα βάλετε πρώτα στο βάζο δεν θα υπάρχει χώρος για τις πέτρες, τα σημαντικά της ζωής. 
Η άμμος είναι όλα τα υπόλοιπα τα πολύ μικρά της ζωής. 
Αν βάλεις πρώτα άμμο στο βάζο, δεν θα υπάρχει χώρος ούτε για τις πέτρες αλλά ούτε για τα βότσαλα. Το βάζο είναι η ζωή σας. Αν ξοδεύετε χρόνο και δύναμη για μικρά πράγματα, δεν θα βρείτε ποτέ χρόνο για τα πιο σημαντικά. Ξεχωρίστε ποια είναι τα πιο σημαντικά για την ευτυχία σας. 
Μιλήστε με τους γονείς σας, παίξτε με τα παιδιά σας, απολαύστε τη σύντροφό σας, προσέξτε την υγεία σας, χαρείτε με τους φίλους σας. Πάντα θα υπάρχει χρόνος για γνώση και σπουδές, πάντα θα υπάρχει χρόνος για εργασία, πάντα θα υπάρχει χρόνος για να φτιάξετε το σπίτι σας, το αυτοκίνητό σας, τα στερεοφωνικά σας. Όμως να φροντίσετε για τις πέτρες πρώτα. Ξεχωρίστε τις προτεραιότητες. 
Οι μαθητές είχαν μείνει άφωνοι. Ένας όμως ρώτησε: 
- Καλά, η μπύρα τι αντιπροσωπεύει; 
Ο καθηγητής γελώντας του απαντά: 
- Χαίρομαι που ρωτάς. Θα σας πω. Δεν έχει σημασία πόσο γεμάτη είναι η ζωή σας, δεν έχει σημασία πόσο στριμωγμένος είσαι, γιατί πρέπει να ξέρεις ότι ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΙΓΟΣ ΧΩΡΟΣ ΓΙΑ ΔΥΟ ΜΠΥΡΙΤΣΕΣ.
Το δίδαγμα που παίρνω εγώ, είναι πως δεν μπορείς ν' αναζητείς τη Γνώση, όταν νομίζεις ήδη ότι γνωρίζεις. Ας θυμηθούμε το Σωκρατικό "Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα". Μόνο η αγνή καρδιά ενός παιδιού, ή ενός τρελού μπορεί να χωρέσει τη Γνώση, ακριβώς όπως ο Ιησούς είπε "Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστί η Βασιλεία των Ουρανών" και "Αν δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν σας ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών". Στην αναζήτηση προσερχόμαστε με το μυαλό κενό και την καρδιά καθαρή. 

Tα φτερά είναι για να πετάς

Σε ένα μέρος του κόσμου σε κάποια στιγμή της ιστορίας, ζούσαν άνθρωποι που έφεραν φτερά στους ώμους, μικρά ή μεγάλα, όμορφα ή άσχημα, όμως σίγουρα είχαν φτερά.
Ένα αγόρι αναρωτιόταν για τα φτερά του και όταν ήρθε η ώρα και μεγάλωσε του είπε ο πατέρα του:
«Παιδί μου, δε γεννιόμαστε όλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι υποχρεωμένος να πετάξεις, νομίζω όμως πως είναι κρίμα να μείνεις μόνο στο περπάτημα αφού έχεις τα φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε.»
«Μα δεν ξέρω να πετάω» απάντησε ο γιος.
«Σωστά…» είπε ο πατέρας. Και περπατώντας, τον πήγε ως το χείλος του γκρεμού, στο βουνό.
«Βλέπεις γιε μου; Το κενό. Όταν θελήσεις να πετάξεις, θα έρθεις εδώ θα πάρεις βαθιά ανάσα, θα πηδήσεις στην άβυσσο και απλώνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις».
Ο γιος αμφέβαλλε.«Κι αν πέσω;»
«Ακόμα κι αν πέσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατσουνιές θα σε κάνουν πιο δυνατό στην επόμενη προσπάθεια» αποκρίθηκε ο πατέρας.
Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε συντρόφους στην πορεία της ζωής του. Οι πιο στενόμυαλοι του είπαν:
«Είσαι τρελός; Για ποιο λόγο; Ο πατέρας σου είναι μισότρελος… Για ποιο λόγο να πετάξεις; Τι σου χρειάζεται; Γιατί δεν αφήνεις τις ανοησίες; Τι νόημα έχεις να πετάξεις;»
Οι καλύτεροι φίλοι του τον συμβούλεψαν: «Κι αν είναι αλήθεια; Μα σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο; Γιατί δεν αρχίζεις σιγά-σιγά; Δοκίμασε να πηδήσεις από μια σκάλα ή από την κορυφή ενός δέντρου. Αλλά από τον γκρεμό, βρε παιδί μου;…»
Ο νεαρός άκουσε τις συμβουλές όσων τον αγαπούσαν. Ανέβηκε στην κορυφή του δέντρου και, με όλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα φτερά του, τα κούνησε στον αέρα με όλη του τη δύναμη αλλά, δυστυχώς, έπεσε στο έδαφος. Μ’ ένα καρούμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον πατέρα του.
«Μου είπες ψέμματα! Δεν μπορώ να πετάξω. Το δοκίμασα και κοίτα πως χτύπησα! Δεν είμαι σαν κι εσένα. Τα φτερά μου είναι μόνο για στολίδι.»
 «Παιδί μου» είπε ο πατέρας, «για να πετάξεις, πρέπει να έχεις τον απαραίτητο ελεύθερο χώρο στον αέρα, ώστε τα φτερά σου να ξεδιπλωθούν. Είναι σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο ύψος για να πηδήσεις Για να πετάξεις πρέπει να αρχίσεις να ριψοκινδυνεύεις. Αν δε θέλεις να το κάνεις, καλύτερα να συμβιβαστείς και να μείνεις για πάντα στο περπάτημα.»

Διδάγματα απ' το πεύκο

Πολλές φορές πέρασα, κάνοντας το περπάτημά μου μέσα στον όμορφο Πευκιά Ξυλοκάστρου, από το μέρος που σας στέλνω σε φωτογραφία, και κάθε φορά ...φιλοσοφούσα πάνω σ' αυτό που έβλεπα: ένα νεαρό πεύκο μεγαλώνει στη θέση που βρισκόταν κάποτε ο παχύς κορμός ενός άλλου πεύκου (και ο οποίος σχηματίζει μια "αγκαλιά"), χρησιμοποιώντας σαν τροφή-λίπασμα τα ανόργανα υλικά που προήλθαν απ' τα απομεινάρια του "πρόγονού" του.
Μήπως έτσι δε γίνεται και με μας τους ανθρώπους; Η νέα γενιά δεν μεγαλώνει "αγκαλιασμένη" απ' αυτά που άφησε η προηγούμενη γενιά; Και δεν εννοώ τόσο αυτά που έκανε, αλλά αυτό που ήταν. Γιατί, τελικά, αυτό που μένει είναι η παρουσία μας, περισσότερο απ' όλα τ' άλλα. Αυτή η "παρ-ουσία" έχει την "ουσία" που θα θρέψει τις επόμενες γενιές.
Ο πατέρας μου, όταν ήμουν ακόμη στην εφηβεία και επηρεαζόμουν από διάφορα, μου είχε πει κάτι που με συνόδεψε σ' όλη μου τη ζωή και για το οποίο τον ευγνωμονώ:

"Θ' ακούσεις πολλά στη ζωή σου, που θα σου φαίνονται όμορφα και σωστά. Πριν τ' ακολουθήσεις, κοίταξε να δεις: α) αν αυτός που τα λέει τα εφαρμόζει κιόλας και β) αν τα εφαρμόζει, ποιο είναι το αποτέλεσμα που βλέπεις στον ίδιο; Σ' αρέσει αυτό που βλέπεις σ' αυτόν; Αν ναι, ακολούθησέ αυτά που λέει, προσέχοντας και πάλι να μην πέσεις σε προσωπολατρεία, αλλά να έχεις πάντα την κρίση σου ελεύθερη".
Υπήρξαν πράγματι στη ζωή μου άνθρωποι αγιασμένοι, που με τη "φλύαρη" σιωπή τους μου πρόσφεραν περισσότερα απ' ότι θα μου έδιναν με χίλια κηρύγματα. Όλοι τους ήταν στο χώρο της Εκκλησίας (τυχαίο; ...δε νομίζω!). Υπήρξαν επίσης άνθρωποι, που τα λόγια τους άγγιζαν τη λογική μου, ίσως και το συναίσθημά μου, αλλά η παρουσία τους μου άφηνε ένα παγερό κενό. Μερικοί ήταν και στο χώρο της Εκκλησίας.
Κάποτε (1994), συζητώντας με μαθητές λυκείου, δέχτηκα τα έντονα παράπονά τους, ειδικά για τους φιλολόγους και θεολόγους συναδέλφους μου, όχι γιατί δεν ήταν επαρκώς καταρτισμένοι ή δεν έκαναν καλά το μάθημά τους, αλλά γιατί, όπως χαρακτηριστικά μου είπαν, "Αφού καταλαβαίνουμε ότι αυτά που μας διδάσκουν δεν τα πιστεύουν οι ίδιοι, πώς θέλουνε να τα μάθουμε εμείς;".
Ας προσέχουμε, λοιπόν, τι "λίπασμα" θ' αφήσουμε σ' αυτούς που ακολουθούν...

O ποντικός και ο καλόγερος

Κάποτε χριστιανοί μου κάποιος μοναχός, έφυγε από το κοινόβιο και την ευλογημένη υπακοή και πήγε στην έρημο να γίνει ησυχαστής. Ο λογισμός του απαιτούσε να αφοσιωθεί μέρα νύχτα στη μελέτη και θεωρία του ονόματος του Ιησού Χριστού και μάλιστα στο μυστήριο της Τριαδικότητος του Αγίου Θεού.
Έτσι πίστευε ότι θα μπορούσε μέσα στην ερημιά και στη γαλήνη της ησυχίας να ενωθεί με τον Θεόν χωρίς μέριμνες και χωρίς σκοτούρες.
Ύστερα όμως από δύο τρεις ημέρες, δεν μπορεί κανένας να αντέξει και παραπάνω εδώ που τα λέμε, σε κάποια στιγμή των ιερών του στοχασμών, αισθάνθηκε κοντά του την παρουσία κάποιου ;
Τι ήταν ; Ένα μικρό ποντίκι.
Είχε ανεβεί στην μπαλωμένη και τρύπια παντούφλα του, και μύριζε το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του. Έτσι αποσπάσθηκε η προσοχή του και ήταν αδύνατον να κρατήσει αμετακίνητο το νου του, στην ενθύμηση του Θεού και στην προσευχή του.
Το είδε και είπε μέσα του, τι είπε μέσα του τώρα,
«Εγώ άφησα τα πάντα για να επικοινωνώ αμέριμνα και σωστά με τον Θεόν και να έρχεται τώρα να μου την χάλασε ένας ποντικός. Ε, αυτό δα, παρατραβάει το κορδόνι, και λέγει νευριασμένος στο ποντίκι, δυνατά τώρα:
-«Γιατί βρε σιχαμένο μου διακόπτεις την προσευχή μου;»
-«Γιατί πεινάω, απάντησε το ποντίκι».
Και ο ησυχαστής ανταπάντησε με αγανάκτηση, χωρίς να αναρωτηθεί, πως το ποντίκι μίλησε με ανθρώπινη φωνή,
-«Φύγε από δω βρε μαγαρισμένο, εγώ προσπαθώ με χίλιους κόπους να δω πως θα ενωθώ με τον Θεό, και συ ήρθες να μου ζητήσεις να ασχοληθώ με την κοιλιά σου;» και φραπ, τίναξε το πόδι του και πέταξε τον ποντικό στην απέναντι γωνία της σπηλιάς του.
Και τότε το ποντίκι γυρίζει και με πολύ ηρεμία, αφού τον κοίταξε στα μάτια, του απάντησε, με ανθρώπινη γλώσσα:
- «Μάθε το μία για πάντα, πάτερ, αν δεν μπορέσεις με τους γύρω συνασκητάς σου και με τον γέρο Αββακούμ, που ψήνεται στον πυρετό, και πεθαίνει από την πείνα μέσα σε μία διπλανή σου σπηλιά, αλλά και με τον κάθε Αββακούμ, δηλαδή τον πλησίον σου, που πονάει και υποφέρει, που πεινάει και διψάει και κείται γυμνός και πληγιασμένος, και δεν τον συμπονέσεις, και δεν του σταθείς, στα προβλήματά του, τότε, ποτέ, μα ποτέ δεν θα μπορέσεις να ενωθείς με τον Θεόν της αγάπης και του ελέους. »
Και χάθηκε ο ποντικός.
Πρόσεξε την ψυχή σου…



Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο πονηρό. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο. Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο για να προετοιμαστεί. Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του...

Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος: το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και ολόκληρο το κορμί του έμοιαζε να είχε υποφέρει.

«-Πώς και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιέ μου;», ρώτησε ο πατέρας.

«-Πατέρα μου και κύριέ μου», απάντησε ο γιος, «πώς είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο;».

«-Καλώς, παιδί μου», παρατήρησε ο βασιλιάς. «Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως, θα χρειαστεί να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου, για την υπόλοιπη ζωή σου».

«-Πατέρα μου», απάντησε ο γιος, «αυτό είναι αδύνατο.

Πώς θα μπορέσω να αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς;».

Ο βασιλιάς τότε διέταξε να του φέρουν ένα δοχείο γεμάτο λάδι, και είπε στον γιο του:
«-Πάρε αυτό το δοχείο, και μετάφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν».

Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς, και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα. Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε:

«-Γιέ μου, τι πρόσεξες καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως;».

«-Δεν πρόσεξα τίποτε».

«-Τι εννοείς, ‘τίποτε’;», τον ρώτησε ο βασιλιάς. «Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή. Σίγουρα θα είδες τους πάγκους που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα».

«-Δεν είδα τίποτε απ’ όλα αυτά», είπε ο γιος. «Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο λάδι μέσα στο δοχείο. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι χάσω τη ζωή μου».

«-Πολύ σωστή η παρατήρησή σου», είπε ο βασιλιάς. «Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου, για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το λάδι μέσα στο δοχείο. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνεις σε εκείνα που είναι αιώνια. Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο, στον οποίον η κάθε μέρα μας φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς».

Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα και έζησε έκτοτε ευτυχής.
Παραμελούσε τον κανόνα του

O Πάτερ Δαμασκηνός, από την έρημο του Αγιοβασίλη, Γέροντας της ασκητικής Καλύβης «Εισόδια της Θεοτόκου» είχε την καλοσύνη, προς οικοδομήν των αδελφών, να μου διηγηθεί το ακόλουθο γεγονός:

Στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων και συγκεκριμένα στην Καλύβη «Τρεις Ιεράρχαι» ο Γέροντας της Καλύβης αυτής Γρηγόριος, ο λεγόμενος «Καρότσας» είχε έναν από τους υποτακτικούς του άρρωστο.

Ο Μοναχός αυτός ήταν λίγο αμελής στα καλογερικά του καθήκοντα και πολλές φορές παραμελούσε και την ατομική του προσευχή — τον λεγόμενο Κανόνα — τις ορισμένες εδαφιαίες μετάνοιες 100 -300 το 24ωρο και 6-12 κομβοσχοίνια. Αλλά και την υπακοή του πολλές φορές με περιφρόνηση έκανε και τελικά ήταν λίγο-πολύ περιφρονητής.

Ο Γέρο - Γρηγόρης πολλές φορές συμβούλευε τον υποτακτικό του αυτόν και έκανε μεγάλη υπομονή περιμένοντας την μετάνοια και διόρθωσή του Μονάχου αυτού, αλλά όσο ο καιρός περνούσε τόσο και χειροτέρευε η κατάστασή του.

Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο υποτακτικός αυτός έπεσε στο κρεββάτι του πόνου βαρειά άρρωστος και έφτασε μέχρι τα πρόθυρα του θανάτου. Επί πολλές ημέρες ξεψυχούσε, αλλά η ψυχή του δεν έβγαινε.

Ο Γέρο - Γρηγόρης τότε κάλεσε τον γιατρό Γέροντα Νικόλαο Μοναχό και αδελφό της Ιεράς Μονής του Γρηγορίου.

Ο γιατρός, μόλις εξέτασε τον ασθενή είδε πώς η αρρώστεια του δεν προέρχονταν από φυσιολογική αιτία και αφού πληροφορήθηκε και έμαθε γενικά για την ζωή του Μονάχου αυτού, σαν γιατρός και περισσότερο έμπειρος στα πνευματικά προβλήματα των Μοναχών, διότι ήταν ενάρετος Μοναχός ο γιατρός, και πνευματικός άνθρωπος, (είχε την τιμή και την ευκαιρία να τον γνωρίσει πολύ καλά και ο γράφων τις γρμμές αυτές), είπε στον Γέρο - Γρηγόρη: «Γέροντα μου, νομίζω οτι εμπόδιο για να παραδώσει ο αδελφός το πνεύμα του— να ξεψυχήσει Μοναχός αυτός, στις καλογερικές υποχρεώσεις και τα καθήκοντά του, και κυρίως το χρέος που έχει για τον πνευματικό του κανόνα. Επομένως έχω την γνώμη, πώς αν βρεθεί κανένας αδελφός από σας, να αναλάβει την υποχρέωση και να εξοφλήσει τον κανόνα του — τίς μετάνοιες και τα κομβοσχοίνια — πιστεύω οτι θα τον ελευθερώσει ο Θεός από τον αγώνα και την αγωνία που έχει τώρα για να ξεψυχήσει».

Τότε ο Γέρο - Γρηγόρης, σαν πνευματικός πατέρας που ήταν του Μονάχου αυτού και εγγυητής για την πνευματική του ζωή, συγκινημένος πολύ γονάτισε μπροστά σε όλους και με πολύ ταπείνωση και συντριβή καρδιάς, είπε και έδωσε υπόσχεση στο Θεό και ανέλαβε την υποχρέωση να κάνει αυτός τον κανόνα του Μονάχου αυτού και τίς τυχόν ελλείψεις που είχε σαν Μοναχός ο ψυχορραγών υποτακτικός του.

Μόλις ο Γέρο - Γρηγόρης πρόφερε τα λόγια αυτά, αμέσως ο ασθενής παρέδωσε το πνεύμα και ξεψύχησε ήρεμα και με πολύ γαλήνη μπροστά στο γιατρό και όλους τους αδελφούς.

Από το γεγονός αυτό πού ελαβε χώρα κατά το έτος 1935 - 36 μαθαίνουμε οτι και οι γονείς των παιδιών είτε κατά σάρκα ή κατά πνεύμα τοιούτοι είναι, συμμετέχουν και αυτοί στις πράξεις των, είτε καλές ή κακές αν είναι αυτές. Και έχουν ανάλογη ευθύνη απέναντι Θεού και ανθρώπων ακόμη, διότι είναι άμεσοι εγγυηταί για την περαιτέρω ζωή και πολιτεία τους, και είναι υποχρεωμένοι να εμποδίζουν τα παιδιά τους από τα κακά έργα και να τα νουθετούν και καθοδηγούν πάντοτε στο δρόμο του Θεού, που πρέπει κι αυτοί με το υπόδειγμα της ζωής τους να βαδίζουν πρώτοι στο δρόμο της αρετής και του Κυρίου. Αν θέλουν να καυχώνται ότι είναι καλοί και άξιοι γονείς, θα πρέπει τούτο να το αποδείξουν με το έργο και τότε μπορούν να λένε ότι ανέδειξαν και έβγαλαν στον κόσμο καλά παιδιά και χρήσιμα για τη δημιουργία μιας καλής Κοινωνίας και Χριστοπολιτείας.

Για να πετύχουν όμως αυτό οι γονείς πρέπει να κοπιάσουν πολύ, να ιδρώσουν, να θλιβούν στην ανάγκη και να στερηθούν μερικών εξόδων, περιπάτων, απολαύσεων και να εφαρμόσουν με κάθε σχολαστικότητα αυτό που λέγει ο θείος απόστολος των Εθνών μέγας Παύλος ότι, συ ο πατέρας, η μητέρα, ο Επιστάτης, ο διδάσκαλος, ο Δεσπότης και κάθε παιδαγωγός, πρώτα να κηρύξεις το λόγο του Θεού, να δείξεις το δρόμο του καλού και της αρετής και υστέρα «έπίστηθι ευκαίρως ακαίρως, έλεγξον, επιτίμησαν, νουθέτησον, παρακάλεσον εν πάση μακροθυμία και διδαχή». Γονείς και διδάσκαλοι και πάσης φύσεως αρχηγοί, μόνον έτσι θα μπορέσετε να επιβληθήτε στα παιδιά και τους προστατευομένους σας. (Β' Τιμ. Δ' 2).

«Πολλές φορές τις νύχτες έβλεπα τις ψυχές…»

Πρό ἐτῶν, ἕνας νεαρός Ἱερεύς διηγήθηκε τά ἑξῆς τρομερά:
«Ἡ μητέρα μου, πού δέν ἤθελε ὁ γιός της νά γίνει παπᾶς, στόν τρίτο χρόνο ἀπό τή χειροτονία μου, πέθανε.
Στόν θάνατό της, ὡς ἱερεύς ἐγώ ὁ γιός της, δέν εἶχα δώσει μεγάλη σημασία. Ἔκανα ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα καί τίποτα περισσότερο ἀπ’ αὐτό.
Ἕνα ἀπογευματάκι, πρός τό σούρουπο, περνοῦσα ἔξω ἀπό τό Κοιμητήριο.
Σκέφθηκα λοιπόν: “Δέν πάω νά τῆς ἀνάψω τό καντηλάκι;”
Πράγματι τό
ἄναψα καί κάθισα σέ μιά πέτρα. Δέν εἶχα μαζί μου ὅμως πετραχήλι κι ἔτσι δέν τῆς διάβασα Τρισάγιο.
Σάν νά ζαλίστηκα ὅμως λίγο καί ξαφνικά νόμισα ὅτι ἄρχισαν νά ἀνοίγουν οἱ τάφοι, νά σηκώνονται τά νεκρά σώματα τῶν ἀνθρώπων καί νά φωνάζουν!…
— ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ, Ἱερεῖς τοῦ Ὑψίστου, βοήθεια…, Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, βοήθεια!… Λειτουργίες, προσευχές, Μνημόσυνα, Τρισάγια… ΒΟΗΘΕΙΑΑΑ, χριστιανοί!!!
Σέ λίγο τρομαγμένος βλέπω καί τήν μάνα μου:
— ΒΟΗΘΕΙΑ, γυιέ μου, μοῦ εἶπε, βοήθεια! Βοήθεια, τώρα πού εἶσαι παπᾶς, βοήθεια γιά ὅλους, βοήθεια, βοήθεια!!!…καί ἔπεσε ἐπάνω μου σπαράζοντας ἀπό κραυγές ἀπελπισίας, ζητώντας βοήθεια γιά τήν ψυχή της.
Τότε συνῆλθα τρομαγμένος… Εἶχε πλέον βραδιάσει… Ἔφυγα τρέχοντας… σχίσθηκαν καί τά ράσα μου… καί ἀπό τήν τρομάρα μου ὅλη τή νύχτα δέν κοιμήθηκα.
Τήν ἄλλη ἡμέρα τό πρωί εἶπα στήν πρεσβυτέρα μου: “Κοίταξε νά δεῖς. Γιά τρία χρόνια θά λειτουργῶ κάθε μέρα γιά τή μάνα μου, γιά ὅλους τούς πεθαμένους, γιά ὅσους εἶναι γραμμένοι ἐκεῖ, στό Κοιμητήριο, καί γιά ὅσα ὀνόματα κεκοιμημένων θά μοῦ δίνουν ἀπό δῶ καί πέρα”.
Ἔκανα χίλιες ἑκατό Λειτουργίες συνεχῶς, χωρίς διακοπή! Χίλια ἑκατό Μνημόσυνα μέ κόλλυβα, μέ Τρισάγια, μέ ὅ,τι ἔπρεπε· κάθε μέρα!
Πολλές φορές τίς νύχτες ἔβλεπα τίς ψυχές νά μοῦ λένε “εὐχαριστῶ”, ἄλλες γιατί ξεδίψασαν, ἄλλες γιατί δροσίστηκαν, ἄλλες γιατί χόρτασαν, ἄλλες γιατί ζεστάθηκαν μέσα στίς παγωνιές!
“Εὐχαριστῶ, ζεστάθηκα, παπά μου”, μοῦ ἔλεγαν, “κρύωνα, ζεστάθηκα, σ’ εὐχαριστῶ”. Ἄλλες μέ εὐχαριστοῦσαν, γιατί εἶδαν λίγο φῶς καί ἄλλες κρατοῦσαν «ψωμάκια στά χέρια…”.

"Πατέρα με σκότωσες"

Οδηγώντας σε μια μεγάλη λεωφόρο, μπροστά στα μάτια μιας κυρίας έγινε ένα τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά ένας νέος. Με τη βοήθεια κάποιων ανθρώπων, έβαλαν στο αυτοκίνητο της το άγνωστο παλικάρι, περίπου 20 ετών, να το μεταφέρει στο εφημερεύον νοσοκομείο.

Το παλικάρι αιμορραγούσε, η κυρία έφτασε στο νοσοκομείο όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Οι τραυματιοφορείς της βάρδιας το πήραν μέσα. Μπήκε μαζί τους και η κυρία, για να μάθει ποιος είναι, και να ειδοποιήσει τους συγγενείς του. Οι γιατροί της βάρδιας διέγνωσαν πως έπρεπε να μπει επειγόντως στο χειρουργείο. Ειδοποίησαν τον χειρούργο, ο οποίος όμως για να τον χειρουργήσει ήθελε 1000 δολάρια. Το είπαν στην κυρία, η οποία όμως τους εξήγησε ότι δεν γνώριζε αυτό το παλικάρι.

Εξήγησαν και στον γιατρό αλλά αυτός ανένδοτος, ήθελε πρώτα τα χρήματα...

Η ώρα κυλούσε και η κυρία βλέποντας το παλικάρι να αργοπεθαίνει, είπε:

"Ξεκινήστε να το σώσετε και πάω να σας φέρω εγώ τα χρήματα".

Η κυρία πράγματι πήγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, έφερε τα χρήματα και τότε ήρθε και ο χειρούργος.

Όμως τι ειρωνεία! Τι οδυνηρό παιχνίδι του φύλαξε αυτή τη νύχτα η αγάπη του για τα χρήματα...

Με το που είδε το παλικάρι, έμεινε ακίνητος, κιτρίνισε, άσπρισε, πήρε το χρώμα του νεκρού... Έπεσε πάνω στο παιδί ουρλιάζοντας... Και το παιδί είπε τις τελευταίες του λέξεις:

«Πατέρα με σκότωσες» και ξεψύχησε... [...]

Εσύ πόσο αγαπάς το παιδί σου;

Μητρ. Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος


Μιλώντας κάποτε στο αρχονταρίκι αγιορείτικης Μονής, ο Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος Ράντοβιτς (γνωστός για την σχέση που είχε με τον Αγ. Παΐσιο όταν ασκήτευαν σε γειτονικά κελιά στο Αγ. Όρος) αναφέρθηκε στην αγιασμένη μορφή του πατέρα του.

Θυμήθηκε ότι στα χρόνια της αθεϊστικής Γιουγκοσλαβίας, τότε που κανείς δεν τολμούσε να πάει στην Εκκλησία, ο πατέρας του τούς έπαιρνε και τους πήγαινε τακτικά για να κοινωνούν. Στο χωριό, του είχαν προτείνει να γίνει δάσκαλος, επειδή είχε τελειώσει Λύκειο. Κι εκείνος απάντησε: «Δεν θέλω να αναλάβω, γιατί θα αναγκαστω να διδάσκω αθεΐα».

«Ένα βραδάκι», διηγείται ο επίσκοπος Αμφιλόχιος, «μετά τις αγροτικές δουλειές, είχαμε μαζευτεί όλα τα αδέλφια μου, επτά παλληκάρια, και συζητούσαμε περί ομολογίας της πίστεως.

Ο μακαρίτης ο μεγαλύτερος αδελφός μου έλεγε ότι δεν πρέπει να εξωτερικεύουμε την πίστη μας. Εγώ, τεταρτοετής της Θεολογικής Σχολής τότε, έλεγα το αντίθετο.

Ο πατέρας άκουγε τη συζήτηση και σε μία στιγμή λέει:

Ακούστε, παιδιά μου. Έχω εσάς, επτά γιους, και είμαι έτοιμος να χύσω και την τελευταία σταγόνα του αίματός μου για σας.

Όμως να θυμάστε αυτό που σας λέω: Αν ερχόταν κάποιος να μου πει: «Διάλεξε. Ή θα αρνηθείς το Χριστό, ή θα σου σκοτώσουμε τους επτά γιους», εγώ θα έλεγα (και τον πιάσανε τα κλάματα τον καημένο): «Ο Θεός τα έδωσε. Ο Θεός τα πήρε (*). Δεν είναι δικά μου. Του Θεού είναι. Το Χριστό δεν Τον αρνούμαι».

«Έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Μου έχει μείνει ακόμα», έλεγε ο επίσκοπος Αμφιλόχιος.

Ο αγιασμένος Σέρβος πατέρας δεν είπε κάτι καινούργιο. Με την ομολογία του (έστω κι αν δεν βρέθηκε στη δύσκολη θέση να την εφαρμόσει) προστέθηκε στη μεγάλη χορεία των αγίων γονέων, που ενθάρρυναν και ήταν παρόντες στο μαρτυρικό θάνατο των παιδιών τους και οι περισσότεροι τους ακολούθησαν στο μαρτύριο: Αγία Σολομονή (μάνα των αγίων Επτά Μακκαβαίων), η μητέρα του αγίου Μελίτωνα (ενός από τους Σαράντα Μάρτυρες), Αγία Ανθία (μάνα του αγίου Ελευθερίου), Αγία Σοφία με τις τρεις θυγατέρες της και πολλοί άλλοι.

Τα συγκλονιστικά λόγια του πατέρα που αναφέραμε, ουσιαστικά θέλουν να δηλώσουν το εξής απλό:

«Αν αρνηθώ το Χριστό, τότε παύω να είμαι Πατέρας σας (το Π με κεφαλαίο). Και αντί για την ανάμνηση της ζωογόνου πατρικής αγκαλιάς, σας αφήνω μία θανατηφόρα κληρονομιά.

Σας τραβάω, με το παράδειγμά μου, σε ένα δρόμο αιώνιου θανάτου και καταστροφής. Κι εγώ δεν σας γέννησα για να καταστραφείτε και να χαθείτε για πάντα. Σας γέννησα για να σωθείτε και για να ζείτε για πάντα Ζωή Αληθινή. Γι’ αυτό καλύτερα να σας καμαρώνω - Αιώνια Ζωντανούς - Μάρτυρες της Αλήθειας, παρά εσείς να επιβιώσετε με το στίγμα:

“Τα παιδιά του αρνησίχριστου” και εγώ να είμαι αναπολόγητος στο φοβερό βήμα του Χριστού»!

Με τις ευχές και τις πρεσβείες όλων των αγίων γονέων της Εκκλησίας μας, ας ανοίγουμε σωστά τις αγκαλιές μας για τα παιδιά μας, δίνοντάς τους αγάπη, που τα τρέφει και τα σώζει.

Και αυτό θα γίνεται πραγματικότητα, μόνο όταν εμείς αγωνιζόμαστε σταθερά να ζούμε μέσα στην Αγκαλιά του Θεού, στην Εκκλησία Του.

(*) Η απάντηση του δικαίου Ιώβ όταν τον πληροφόρησαν ότι σκοτώθηκαν τα παιδιά του.

Η χάρη της εξομολόγησης

Θα σας έχει τύχει ίσως καθώς περιμένετε να έρθει η σειρά σας για το μυστήριο της Μετανοίας – Εξομολογήσεως, να βλέπετε κάποιους ανθρώπους να βγαίνουν από το εξομολογητήριο, εμφανώς ευδιάθετοι, χαρούμενοι και σίγουρα αλλαγμένοι. Άλλοι περισσότερο άλλοι λιγότερο. Η μικρή αληθινή ιστορία που παραθέτουμε παρακάτω αποδεικνύει ότι ακόμη και τα άλογα ζώα ίσως να βλέπουν αυτήν την αλλαγή στον άνθρωπο μετά την εξομολόγηση.
«Ήταν ένας νέος και πήγαινε στο Μέγα Απόδειπνο κατά την διάρκεια την Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο νεαρός ήθελε εκείνο το απόγευμα να εξομολογηθεί ταυτόχρονα. Στο δρόμο που πήγαινε προς την Εκκλησιά ήταν μέσα σε δύο σπίτια δύο άγρια σκυλιά και γάβγιζαν πάρα πολύ μόλις είδαν το νέο να περνάει, γάβγιζαν τόσο πολύ που θελαν να του επιτεθούν και να τον ορμήσουν. Η περίφραξη και τα κάγκελα ευτυχώς τον γλίτωσαν από το κακό. Καθώς τελείωσε το Μέγα Απόδειπνο, ο νέος εξομολογήθηκε στον Ιερέα του Ναού… και ένιωθε ότι πετούσε… Επιστρέφοντας λοιπόν για το σπίτι του, πέρασε από τον ίδιο δρόμο. Το σκυλί που τον είδε και ήθελε να του ορμήσει, τον έβλεπε τώρα, τον κοιτούσε και ούτε καν του γάβγισε. Το δεύτερο σκυλί δεν εμφανίστηκε καθόλου.

Ο νέος απόρησε! Έκατσε να γράψει το συμβάν. Και ευχαρίστησε τον Θεό.»

Τα άκρα, τα περίσσια και τα υπέρμετρα των δαιμόνων είναι :

Όταν ο γερο-Δανιήλ ήταν στο Ρωσικό, παρατηρούσε πως κάποιος μοναχός που ασκήτευε σ΄ ένα κάθισμα έξω από το μοναστήρι, παρίστανε τον μεγάλο ασκητή. Έκανε μεγάλες νηστείες, φορούσε τα πιο άθλια ρούχα, γύριζε ξιπόλητος, γύριζε ξιπόλητος ακόμα και τον χειμώνα κλπ. Μεταξύ των άλλων, ενώ ο κανονισμός προβλέπει 300 μετάνοιες την ημέρα, αυτός έκανε 3000. Οι άλλοι λοιπόν μοναχοί τον εθαύμαζαν.

-Αυτό; είναι πραγματικός καλόγερος. Αυτός είναι ασκητής με τα όλα του έλεγαν.

Ο π. Δανιήλ, παρ΄ όλο που ήταν νεώτερος τότε, δεν έδειχνε ενθουσιασμένος. Με το διορατικό του βλέμμα διέκρινε μια κατάσταση κάθε άλλο, παρά θεάρεστη. Διεπίστωσε μάλιστα πως στην πόρτα της καλύβης του υπήρχε κάποιο άνοιγμα, που επέτρεπε στους διαβάτες να βλέπουν μέσα για να επαινούν τη μεγάλη του άσκηση.

Η αγάπη τον έσπρωξε ν΄ αναφέρει την υπόθεση στον ηγούμενο, ώστε να σωθεί ο αδελφός από την πλάνη. Τότε ο ηγούμενος ξεκίνησε για την καλύβη του "υπερασκητού"!

-Πώς τα περνάς εσύ εδώ, πάτερ ;

-Με την ευχή σου γέροντα, καλά. Αγωνίζομαι και κλαίω τις αμαρτίες μου.

-Μόνο που δεν ήρθες καμιά φορά να μου πεις τους λογισμούς σου.

-Τί, να σου πω, γέροντα ; Τα ξέρεις. Είμαι ένας αμαρτωλός που αγωνίζομαι.

-Τί αγώνες έχεις ; Δεν μου λες, κάνεις καμιά γονυκλισία ;

-Ναι, γέροντα, κάνω μερικές.

-Πόσες ;

-Να με την ευχή σου 3000 την ημέρα.

-Πώς ; Γιατί 3000 ; Ποιός σου έδωσε ευλογία για τόσες ; Όχι, δεν θα ξανακάνεις 3000. Τί θέλεις να παραστήσεις; Τον "υπερασκητή"; Στο εξής μόνο πενήντα. Έτσι δεν θα σε πιάνει και υπερηφάνεια.
Ο γέροντας έφυγε. Η τομή είχε γίνει και το απόστημα παρουσιάσθηκε αμέσως με όλη του τη δυσοσμία. Συνέβη κάτι το ανέλπιστο.

Ο άλλοτε "μέγας και τρανός" ασκητής πήρε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Γονυκλισίες δεν μπορούσε να κάνει ούτε πενήντα! Αντί για κουρελιάρικα ρούχα φορούσε τώρα ό,τι πολυτελέστερο υπήρχε. Η φτωχική του τράπεζα γνώρισε τα εκλεκτότερα φαγητά.
Όπως ήταν φυσικό, οι άλλοι πατέρες έτριβαν τα μάτια τους. Τότε πια κατάλαβαν πως οι υπέρμετρες ασκήσεις του οφείλονταν σε πνεύμα υπερηφανείας. Έτσι μπορούσε να εξηγηθεί και η καταπληκτική μεταβολή, γιατί το πνεύμα αυτό της πλάνης κυνηγάει τα άκρα. Τα άκρα, τα περισσά και τα υπέρμετρα, σύμφωνα με την πατερική σοφία "των δαιμόνων εισί".

Η Παναγία χρίει τον ευλαβή μοναχό

«Εδώ και μερικά χρόνια, ένας φιλομόναχος νέος είχε παρακολουθήσει μια ολονυκτία σε μια Μονή του Αγίου Όρους με πολλή ευλάβεια. Ήταν η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου και, επειδή ήθελε και αυτός να αφιερωθή στον Θεό, σε όλη την αγρυπνία στεκόταν όρθιος και προσευχόταν με κατάνυξη.
Όταν έφθασαν στους Αίνους, ο Ιερεύς έχριε τους Πατέρες και τους προσκυνητάς από το λαδάκι της κανδήλας της Παναγίας.
Ο νέος όμως από πολλή ευλάβεια και υπερευαισθησία δεν πλησίασε για να χρισθή, διότι θεωρούσε ανάξιο τον εαυτό του. Όταν πια τελείωσαν όλοι και έφυγε ο ιερεύς, αισθάνθηκε την ανάγκη, μέσα από την καρδιά του, να πάη να προσκυνήση τουλάχιστον την Εικόνα της Παναγίας, για να πάρη κι αυτός λίγη Χάρη.
Ενώ λοιπόν προσκυνούσε με ευλάβεια την Εικόνα της Παναγίας, έγειρε όμορφα η κανδήλα της και έχυσε λάδι στο κεφάλι του νεαρού, χωρίς να στάξη ούτε κάτω αλλ’ ούτε και στα ρούχα του, παρά μόνο στην κορυφή της κεφαλής του.
Ένιωσε δε παράλληλα και μια ανέκφραστη πνευματική αγαλλίαση, που τέτοια δεν είχε νιώσει ποτέ στην ζωή του.
Όταν είδα από μακριά τον νέο, πριν μου διηγηθή ο ίδιος το περιστατικό, επειδή φαινόταν από το αλλοιωμένο του πρόσωπο το θείο γεγονός, τον ρώτησα τι του συνέβη, και εκείνος μου το διηγήθηκε με πολλή απλότητα.
Βλέπει λοιπόν κανείς ότι τους πολύ ευλαβείς και ταπεινούς τους χρίει μόνη της η Παναγία και τους αλλοιώνει πνευματικά».


Το κάψιμο της Σολομωνικής στο Άγιο Όρος

(Επί τη βάσει των σημειώσεων του αειμνήστου Υμνογράφου Γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, τις οποίες έθεσαν ευγενώς στη διάθεση μου οι υποτακτικοί του).

Σε κάποιο χωριό της Χαλκιδικής, ένας οικογενειάρχης χριστιανός, συνεργεία του διαβόλου, εγκατέλειψε τον εκκλησιασμό και την μετοχή στην χάρι των μυστηρίων, και ακολούθως, από περιέργεια στην αρχή, ασχολήθηκε με τούς μάγους και την μαγεία, έως ότου κατάντησε και ό ίδιος μάγος αργότερα, ασχοληθείς συστηματικώς με την «Σολομωνική», το ομώνυμο σατανοβιβλίο της οποίας του έγινε σύμβουλος και αχώριστος φίλος.

Παραχωρήσει Θεού και προς σωτηρίαν του, τον βρήκαν μεγάλες συμφορές.

Η ευλαβέστατη σύζυγος του δυσφορούσε και υπέφερε πολύ γι' αυτήν του την επίδοση στην μαγεία∙ τον παρακαλούσε να μετανοήσει, να παύση ασχολούμενος με τα μάγια και να επιστρέψει στην χάρι του Χριστού- εκείνος όμως δεν την ήκουε. Τότε εκείνη του δήλωσε ότι οι κακοτυχίες και τα βάσανα, πού τούς βρήκαν, ήταν τιμωρία από τον Θεό∙ ότι αυτή, ως πιστή χριστιανή, δεν μπορούσε πλέον να συζεί με έναν δαιμονολάτρη μάγο, και ότι ήταν διατεθειμένη να πάρει διαζύγιο.

Αυτή ή απειλή τον προβλημάτισε πολύ. Ήταν επιτυχημένος οικογενειάρχης, και τον ενδεχόμενο διαλύσεως τής οικογενείας και του διασυρμού του τον κατατρόμαξε. Τότε προσέτρεξαν συγγενείς και φίλοι για να αποσοβήσουν το κακό∙ τον συμβούλεψαν όμως, ότι θα έπρεπε να παύση οριστικώς ασχολούμενος με την μαγεία, και ότι ή γαλήνη στην οικογένεια και ή λύτρωσης του από την επήρεια του διαβόλου θα μπορούσε να συντελεσθεί με την εξομολόγηση του σε έμπειρο πνευματικό, στις οδηγίες του όποιου θα έπρεπε να υπακούσει- και ως τοιούτον υπέδειξαν τον παπά Σάββα της Μικράς Αγίας Αννης, η φήμη του οποίου ήταν διαδεδομένη και στην Χαλκιδική.

Ήκουσε τις προσευχές της εύλαβεστάτης συζύγου ό Θεός, και τον λυπήθηκε και τον φώτισε να δεχθή καλόγνωμα τις συμβουλές των φίλων. Έτσι αναχώρησε για τον Άγιονόρος και για την καλύβα του παπά- Σάββα. Τον δέχθηκε πατρικότατα εκείνος, και τον αποτέλεσμα προέκυψε θεοχαρίτωτο και σωτήριο∙ γιατί ειλικρινεστάτη υπήρξε ή εν μετανοίας και συντριβή καρδίας εξομολόγησις του και ή εκζήτησης συγχωρήσεως και θείου ελέους. Παρά ταύτα ό σοφός και άγιος πνευματικός τον κράτησε επί μία εβδομάδα, προς περαιτέρω νουθεσία, οικοδομή και εμπέδωση στην νέα πνευματική κατάσταση και εν Χριστώ ζωή.

Όταν ό πνευματικός έκρινε ότι ήταν πλέον καιρός να επανακάμψει στον κόσμο και την οικογένεια του, εκείνος ξέσπασε σε δάκρυα ευχαριστιών και ευγνωμοσύνης για την λύτρωσή του από τον κράτος του διαβόλου, για την συγχώρηση, για την πνευματική οικοδομή και για την επανένταξη του στην Εκκλησία και στον βασίλειο τής χάριτος του Χριστού. Κατ' εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε ότι είχε μεταφέρει προς επίδοση στον Γέροντα τον βιβλίο τής Σολομωνικής. Το έβγαλε από τον τουρβά του και έκανε να το δώση, λέγοντας: «Πάρε το, Γέροντα∙ αυτό τον βιβλίο υπήρξε τον μέσον συνεργασίας μου με τον διάβολο και ή αιτία της ψυχικής μου καταστροφής. Εδώ πρέπει να μείνει περιφρονημένο και άνενέργητο∙ κάνε το ότι θέλεις». Και ό πνευματικός: «Τί να τον κάνω αυτό τον βιβλίο, παιδί μου, στον καλύβι μου; Τώρα πού φεύγεις, κάψε το προσεκτικά σε κάποιο μέρος του δρόμου».

Πήρε τον μονοπάτι ό Χαλκιδικιώτης και, όταν σε κάμποση απόσταση βρέθηκε στην «Σπηλιά» -τοποθεσία πού έτσι είναι γνωστή από το αύτοκατασκεύαστο αρκετά μεγάλο βαθούλωμά της στην απότομη βραχοπλαγιά- κρίνοντας ότι ήταν κατάλληλο τον μέρος, έκανε υπακοή στην εντολή του πνευματικού, και στο κοίλο τής αγκάλης της άναψε φωτιά από φρύγανα και ξερόκλαδα και απόθεσε επάνω της τον σατανικό βιβλίο. Το είδε να λαμπαδιάζει, και καταχάρηκε η ψυχή του, πού την είχε δέσμια στου διαβόλου την διάθεση και δράσι. Ανάδευσε μ' ένα κλαδί τα αποκαΐδια και τη στάχτη, έκανε τον σταυρό του και ξαναπήρε τον μονοπάτι, δοξάζοντας τον Θεό και για το απ’ αυτό ξεφόρτωμά του.

Λίγο παραπέρα συνάντησε τον πατέρα Ιλαρίωνα, υποτακτικό του πνευματικού, πού τον είχε στείλει για κάποια υπηρεσία στην Άγια Άννα. Τον ευχαρίστησε κι' αυτόν για την αγάπη πού του έδειξε, την φιλοξενία και τις περιποιήσεις, και τον παρακάλεσε να 'πει στον Γέροντα ότι, κατά την ύπόδειξί του, έκαψε στην Σπηλιά τον σατανικό βιβλίο. Αποχαιρέτισαν ό ένας τον άλλον και ό καθένας πήρε τον δρόμο του.

Όταν όμως ό πατήρ Ιλαρίωνα έφθασε στην Σπηλιά, άκουσε σπάνιους θορύβους και ακολούθως δέχθηκε σφοδρό λιθοβολισμό. Φοβήθηκε πάρα πολύ, αλλά, κατανοήσας την αιτία του πράγματος, επικαλέσθηκε την βοήθεια του Θεού και έσπευσε να απομακρυνθεί το ταχύτερο δυνατόν απ’' εκεί. Περίτρομος διηγήθηκε τον συμβάν συνεπεία τής καύσεως του σατανικού βιβλίου.

Οι λιθοβολισμοί αυτοί εξακολούθησαν να πραγματοποιούνται επ' αρκετό χρονικό διάστημα εναντίον των διερχομένων, ώστε να σκέπτονται οι μοναχοί πολύ, αν έπρεπε να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούν το μονοπάτι. Τούς ήταν όμως αδύνατο να ανοίξουν άλλο ή να κατασκευάσουν παράκαμψη σ' εκείνο τον σημείο, λόγω τού βραχώδους και τελείως αποκρήμνου του. Τότε έκαναν κοινή σύναξη οι Αγιαννανίτες και οι Μικραγιαννανίτες άσκηταί, και εξ ομοφώνου αποφάσεως προσκόμισαν τον Τίμιο Σταυρό και άγια λείψανα και αφού τέλεσαν αγιασμό και αγίασαν την Σπηλιά και τον πέριξ χώρο, έκτισαν ένα μικρό προσκυνητάρι και τοποθέτησαν την Ιερή εικόνα τής Παναγίας Θεοτόκου.

Έτσι απελάθηκαν οι εμφωλεύοντας εκεί δαίμονες, πού, ώργισμένοι για την κατάκαυσι της βίβλου των, έξεδήλωναν κατ' αυτόν τον τρόπο τον μίσος των κατά των διερχομένων. Έκτοτε και μέχρι σήμερον, όλοι σταθμεύουν για λίγο στην Σπηλιά, εν ευλαβεία προσκυνούν την εικόνα της Παναγίας, επικαλούνται την χάρι και την προστασία της, και άναμιμνήσκονται της άγιότητος και διακρίσεως τού αειμνήστου πνευματικού, της λυτρώσεως και σωτηρίας του Χαλκιδικιώτου χωρικού και της καύσεως της δαιμονοσολομωνικής του.

Το χτύπημα της πόρτας

Μια σκοτεινή νύχτα, έπιασε μια καταιγίδα κάποιον στον δρόμο.

Χτυπάει την πρώτη πόρτα που συναντά.

- Ανοίξτε μου σας παρακαλώ να γλυτώσω από τούτο το κακό.

- Α, δεν μπορώ, λέει μια αυστηρή φωνή από μέσα, εγώ είμαι η «Δικαιοσύνη». Είσαι άξιος της τιμωρίας αυτής. Δικαίως έρχεται στο κεφάλι σου. Εγώ την έστειλα!

Χτυπάει κι άλλη πόρτα παρακεί…

- Άνοιξε μου, λέει, να προφυλαχτώ.

- Εδώ μένει η «Αλήθεια», λέει μια φωνή από μέσα! Ποτέ δεν σου άρεσε η συντροφιά μου. Πώς με θυμήθηκες τώρα;

Κι ο ταλαίπωρος άνθρωπος προχώρησε απελπισμένος.

Χτυπάει τρίτη πόρτα τώρα.

- Άνοιξε μου σε παρακαλώ. Ποιος κάθεται εδώ;

- Το «Έλεος», απαντά μια πρόθυμη φωνή από μέσα και την ίδια στιγμή η πόρτα ανοίγει. Πέρασε μέσα φίλε μου, του λέει, τόσο καιρό σε περίμενα! Φόρεσε αυτά τα καθαρά, καινούργια ρούχα, για σένα τα έχω, ξεκουράσου τώρα!

Μην περιμένεις απο άλλους να κάνουν ελεημοσύνη όταν πεθάνεις

Ένας άρχοντας πλούσιος εθησαύριζε κατά πολλά, ποτέ δεν ήθελε μήτε να εξομολογηθεί μήτε ελεημοσύνη να κάμει.

Είχεν ένα υιόν έως δέκα χρονών. Ήλθε καιρός και αρρώστησε ο άρχοντας εκείνος. Του έλεγον οι ιδικοί του να εξομολογηθεί, να κάμη δια την ψυχήν του τίποτε, αυτός τους έλεγεν: Άς είναι καλά το παιδί μου, εκείνο έχει να κάμη δια την ψυχήν μου. Όλος με τον διάβολον ήτο, και η γνώμη του δεν ήλλαζεν.

Εις τον τόπον εκείνον ήτο ένας πνευματικός ενάρετος. Πηγαίνει και ξυρίζει τα γένεια του, ενδύεται φορέματα κοσμικά και πηγαίνει εις το σπίτι του πλουσίου. Κτυπά εις την πόρταν, βγαίνουν και τον ερωτούν τι γυρεύει.

Απεκρίθη πως είναι ξένος άνθρωπος και έτυχα εδώ, λέγει, εις την χώραν σας, έμαθα πως είναι ο άρχοντας της χώρας άρρωστος και ήλθα να τον ιδώ και εγώ, επειδή είμαι ιατρός. Ευθύς τον εδέχθησαν. Ήσαν όλοι οι συγγενείς του γύρω του και τον επαράστεκαν. Τους λέγει: Πως είναι ο άρρωστος; Απεκρίθη ο άρρωστος και του λέγει: Αχαμνά είμαι, αφέντη. Λέγει ο ιατρός: Τι σου λέγουν οι ιατροί της χώρας σας;

Λέγει ο άρρωστος: Με λέγουν πως είμαι αχαμνά δια τον θάνατον. Τον πιάνει από το χέρι και του λέγει ο πνευματικός ιατρός: Και εγώ το λέγω ότι πεθαίνεις. Μα ανίσως και ευρίσκετο ένα ιατρικόν οπού γνωρίζω, δεν απέθνησκες. Του λέγει: Τι ιατρικόν είναι εκείνο οπού χρειάζεται να εύρωμεν; Καμώνεται πως δεν ηξεύρει και ερωτά: Έχει κανένα παιδί; Του είπαν πως μόνον ένα έχει. Του λέγει ο πνευματικός: Να μη λυπάσαι, το ιατρικόν σου ευρέθη. Εγώ σου υπόσχομαι πώς δεν αποθνήσκεις.

Γυρεύει να του δώσουν ένα φλυτζάνι νερό και αλεύρι. Τα ανακατώνει και καμώνεται πώς και κάτι άλλο ιατρικόν βάνει μέσα και λέγει: Τώρα το ιατρικόν είναι έτοιμον, μόνον χρειάζεται να έλθη το παιδί σου εδώ, να του σπάσω το δάκτυλόν του το μικρόν με το βελόνι, να στάξει τρεις σταλαγματιές αίμα, να σου το δώσω να το πίης και ευθύς να γίνης καλά. Το παιδί έπαιζε με τα άλλα παιδία. Στέλλουν ευθύς και του λέγουν:

Έλα, παιδί μου, οπού ήλθεν ένας ιατρός να κάμη τον πατέρα σου καλά. Το παιδί ήθελε να παίξη, όμως το έφεραν. Καθώς το βλέπει ο ιατρός του λέγει: Έλα, παιδί μου, να σου σπάσω το μικρόν δάκτυλον μ’ ένα βελόνι, να στάξη τρεις σταλαγματιές αίμα εδώ μέσα οπού έχω κάτι ιατρικόν, να δώσω να το πίη ο πατέρας σου, να γίνει ευθύς καλά.

Λέγει το παιδί: Ετρελλάθηκα ή επαλάβωσα να χαλάσω εγώ το δάκτυλόν μου; Λέγει ο ιατρός: Εις σε, παιδί μου, κρέμαται ή να ζήση ή ν’ αποθάνη. Δεν βλέπεις πόσα εσύναξε να σου αφήσει; Λέγει το παιδί: Ζήση δεν ζήση, εγώ δεν χαλώ το χέρι μου. Και έφυγε.

Λέγει ο ιατρός του άρχοντος: Εγώ είμαι ο πνευματικός της χώρας και το έκαμα τούτο, δια να σου δείξω πώς από το παιδί σου μη ελπίζης τίποτε δια την ψυχήν σου να σου κάμη. Τότε σηκώνεται ο άρρωστος. Εγώ, λέγει, εκόλασα την ψυχήν μου δια το παιδί μου, να του αφήσω πολλά, και εκείνο δεν το εβάσταξε η καρδιά του να δώση τρείς σταλαγματιές αίμα δια την ζωήν μου;

Καλά λέγεις, πνευματικέ μου. Ευθύς γυρεύει τα δευτέρια του, τας ομολογίας του και τα ξεσχίζει. Εμοίρασεν όλα του τα πράγματα, δεν άφησε τίποτε, και το παιδί του το κατέστησε πάμπτωχον, και εκέρδισε τον παράδεισον να χαίρεται πάντοτε.

Τώρα όσοι έχετε παιδιά, μη ελπίζετε και λέγετε, πως είναι καλό το παιδί μου και εκείνο έχει να φροντίσει δια την ψυχήν μου. Ό,τι κάμνει ο άνθρωπος μόνος του, εκείνο ευρίσκει εις την άλλην ζωήν.

"Η κλοπή του χρόνου"

Κάποτε ο διάβολος κάλεσε μια παγκόσμια συνέλευση δαιμόνων. Στην εναρκτήρια ομιλία του, ανάμεσα στα άλλα, είπε:

«Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τους Χριστιανούς να πηγαίνουν στην εκκλησία. Δεν μπορούμε να τους εμποδίσουμε να διαβάζουν την Αγία Γραφή και να γνωρίζουν την αλήθεια.

Δεν μπορούμε ούτε ακόμα και να τους εμποδίσουμε να έχουν μια ζωντανή στενή σχέση με τον Σωτήρα τους.

Άπαξ και αποκτήσουν αυτήν τη σύνδεση με τον Ιησού, εμείς χάνουμε κάθε δύναμη πάνω τους.

Έτσι, το μόνο που μας μένει είναι να τους κλέψουμε το χρόνο τους. Ας πηγαίνουν στην εκκλησία, δεν πειράζει, ας έχουν εκεί τις συνεστιάσεις τους κι όλα τα υπόλοιπα.

Ας έχουν έργο και δράση. Μόνο να μην έχουν χρόνο να αναπτύξουν αυτή τη ζωντανή σχέση με τον Ιησού.

Να τι θέλω από σας. Αποσπάστε τους την προσοχή από τον Σωτήρα τους και εμποδίστε τους από του να έχουν θερμή και στενή σχέση μαζί Του όλη μέρα. Ας τους παρασύρουμε σε μια χαλαρή σχέση με τον Ιησού, τυπική σχέση, χωρίς γνήσια πίστη και αγάπη γι’ Αυτόν.

Πώς θα το κάνουμε αυτό; ρώτησαν τότε οι δαίμονες.

Βάλτε τους να ασχολούνται με τα δευτερεύοντα θέματα και βρείτε τρόπους αμέτρητους να κρατάτε απασχολημένο το μυαλό τους, απάντησε.

Βάλτε μέσα τους τον πειρασμό να ξοδεύουν, να ξοδεύουν, να ξοδεύουν και να δανείζονται χρεώνοντας τις κάρτες τους.

Πείστε τις γυναίκες τους να πάνε να δουλεύουν πολλές ώρες εκτός σπιτιού και τους άνδρες να δουλεύουν 6-7 μέρες την εβδομάδα, 10-12 ώρες την ημέρα, έτσι ώστε να μπορούν να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες του τρόπου ζωής τους.

Εμποδίστε τους να ξοδεύουν χρόνο με τα παιδιά τους. Έτσι, καθώς θα διασπάται η οικογένειά τους, σύντομα το σπίτι δεν θα αποτελεί πια για αυτούς καταφύγιο από την πίεση της δουλειάς τους.

Κρατάτε πάντα το μυαλό τόσο γεμάτο με ερεθίσματα ώστε να είναι αδύνατο να ακούσουν τη σιγανή και απαλή φωνή του Θεού.

1. Βάλτε τους να παίζουν το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο όποτε οδηγούν.

2. Φροντίστε να έχουν συνεχώς ανοιχτά στο σπίτι τους τα CD, το βίντεο, την τηλεόραση και τους υπολογιστές.

3. Βάλτε σε κάθε κατάστημα κι εστιατόριο που μπαίνουν μουσική που να παίζει ασταμάτητα. Αυτό θα συννεφιάζει το μυαλό τους και θα αδυνατίζει την κοινωνία τους με τον Χριστό μέσω της προσευχής.

4. Γεμίστε τα τραπέζια τους με περιοδικά και εφημερίδες. Κάντε τους υπερκαταναλωτικά όντα, να αγοράζουν, να ξοδεύουν χωρίς να έχουν τίποτα από αυτά πραγματική ανάγκη. Να ασχολούνται, να ταλαιπωρούνται και να απομακρύνονται από τον Ιησού Χριστό.

5. Σφυροκοπάτε τα μυαλά τους ακατάπαυστα με ειδήσεις όλο το 24ωρο.

6. Γεμίστε τους δρόμους με διαφημιστικές αφίσες, ώστε να μην τους αφήνετε στιγμή σε ησυχία όσο οδηγούν ή περπατούν.

7. Πλημμυρίστε τα γραμματοκιβώτιά τους με άχρηστα διαφημιστικά, καταλόγους ρούχων, τυχερών παιχνιδιών και κάθε τι που προάγει ψεύτικες ελπίδες ευημερίας.

8. Βάλτε κοκαλιάρικα μοντέλα στα εξώφυλλα των περιοδικών και στην τηλεόραση ώστε οι άνδρες να θεωρούν αυτά ως πρότυπα ομορφιάς και να μην ικανοποιούνται με την εμφάνιση της γυναίκας τους.

9. Δώστε κούραση στις συζύγους ώστε τα βράδια να μην είναι σε θέση να χαρούν σαν ζευγάρια με τους άνδρες τους. Δώστε τους πονοκεφάλους ώστε οι άνδρες να έχουν παράπονα, πικρίες και να αρχίσουν να ψάχνουν αλλού για ευχαρίστηση. Αυτό θα διαλύσει γρήγορα τις οικογένειες.

10. Διαφημίστε τον Αϊ Βασίλη ώστε να κλέψετε την προσοχή των παιδιών από το αληθινό νόημα των Χριστουγέννων.

11. Το Πάσχα διαδώστε τα κουνελάκια και τα κόκκινα αυγά στη θέση του μηνύματος της Ανάστασης και της νίκης της αμαρτίας.

12. Ακόμα και στη διασκέδασή τους φέρτε τους στα άκρα. Όταν γυρίζουν από διακοπές να είναι πτώμα στην κούραση και να έχουν μετανιώσει για τις επιλογές τους.

13. Μην τους αφήνετε να βγαίνουν στη φύση και να παρατηρούν ό,τι ο Θεός έφτιαξε.

14. Αντί για αυτό, στέλνετέ τους σε λούνα παρκ, γήπεδα, κινηματογράφους, παιδότοπους και κονσέρτα.

15. Κρατάτε τους πάντα υπεραπασχολημένους. Να μη σκέφτονται, να μην αναζητούν, να μη προβληματίζονται.

16. Και όταν συναντώνται για πνευματική συντροφιά με άλλους πιστούς, κάντε ώστε να φεύγουν από κει με διαταραγμένη συνείδηση.

17. Δώστε τους να ασχολούνται με τόσους πολλούς ‘καλούς’ στόχους, που να μην έχουν χρόνο ούτε ανάγκη να εκζητήσουν τη δύναμη του Ιησού στη ζωή τους.

18. Σύντομα θα δουλεύουν ασταμάτητα για αυτόν το καλό σκοπό, που όμως ο Θεός δεν τους ανέθεσε, θυσιάζοντας την υγεία τους και την οικογένειά τους σ’ αυτόν με μεγάλη πιθανότητα να τα χάσουν και τα δύο.

Θα δουλέψει σίγουρα το σχέδιο αυτό.»

Οι δαίμονες έτρεξαν γρήγορα να βάλουν σε εφαρμογή όλα αυτά, ώστε οι Χριστιανοί να μην έχουν χρόνο για τον Σωτήρα τους.

Παράπονα στο Θεό

Ήταν κάποτε στην Παλαιστίνη ένας άνθρωπος πολύ πλούσιος. Είχε σπίτια, αμπέλια, χωράφια και περιβόλια, είχε κοπάδια πρόβατα κι οι κασέλες του ήταν γεμάτες χρυσά νομίσματα. Όμως όλα του τα αγαθά τα είχε αποκτήσει με αδικίες και τοκογλυφίες.
Είχε αφήσει στο δρόμο χήρες και ορφανά, είχε δανείσει σε φτωχούς με βαρύ τόκο, είχε ξεγελάσει άλλους πουλώντας τους σκάρτα εμπορεύματα, είχε πει ψέμματα, μόνο και μόνο για να κερδίσει λεφτά.

Στην πόλη του κανένας δεν τον συμπαθούσε. και μολονότι πάσχιζε να πνίξει τη φωνή της συνείδησής του, έρχονταν στιγμές, που οι αδικίες του τον τάραζαν και του έκοβαν τον ύπνο. Και έφτασε μια εποχή που τίποτα πια δεν τον ευχαριστούσε, ούτε τα εκλεκτά φαγιά, ούτε τα ακριβά ρούχα, ούτε οι διασκεδάσεις. τα δάκρυα και οι κατάρες των ανθρώπων που είχε αδικήσει, δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Τον έτρωγαν οι τύψεις, τον έπνιγε η θύμηση των ανομημάτων του. Μη ξέροντας, λοιπόν, τι να κάμει, για να δώσει τέλος στο μαρτύριο του, αποφάσισε να ζητήσει τη συμβουλή ενός σοφού γέροντα, που μόναζε έξω από την πόλη.

Σάν έφτασε έξω από το κελλί, είδε τον μοναχό να προσεύχεται γονατιστός, ξεκουκίζοντας το κομποσχοίνι του. Ο πλούσιος παρατήρησε τη γαλήνη και την ακτινοβολία που είχε το πρόσωπό του γέροντα και για μια στιγμή τον ζήλεψε!
Χωρίς να το καλοκαταλάβει, γονάτισε δίπλα του.

«Άνθρωπε του Θεού, σε ικετεύω, ψιθύρισε, πες μου, πως μπορώ να σωθώ;

Από τί να σωθείς, αδελφέ μου; από τί ή από ποιόν κινδυνεύεις; Απάντησε ήρεμα ο μοναχός.

Δουλώθηκε η ψυχή μου στα υλικά αγαθά, παραδέχτηκε ο πλούσιος. Αδίκησα, εξαπάτησα, έκλεψα, συκοφάντησα, για να μαζέψω τα πλούτη που έχω και τώρα μου έχουνε γίνει βάρος ασήκωτο.

Καλά το είπες, αδελφέ μου: έχεις καταντήσει δούλος. Αναποδογύρισες τη σωστή τάξη των πραγμάτων, γι” αυτό.

Δεν καταλαβαίνω, πάτερ μου.

Τα υλικά αγαθά υπάρχουν, για να εξυπηρετείται ο άνθρωπος. τα χρήματα, τα χωράφια, τα αμπέλια και τα περιβόλια, τα ζωντανά, όλα είναι για να ικανοποιούνται οι ανάγκες του κάθε ανθρώπου, μέσα σε λογικά όρια. εσύ φαίνεται πως ξεπέρασες αυτά τα όρια. Δεν σου έφταναν τα δικά σου, έβαλες στο μάτι και τα αγαθά των άλλων.

Έγινες πλεονέκτης και αντί να αυξήσεις τα καλά σου με την τίμια δουλειά, άρχισες τις αδικίες. Από τη στιγμή εκείνη, υποδουλώθηκες! Αντί να εξουσιάζεις τα υπάρχοντά σου, σε εξουσίασαν εκείνα. Γίνανε η μοναδική σου φροντίδα. Κατάλαβες;

Ο πλούσιος κατέβασε το κεφάλι.

Και τώρα τί μπορώ να κάμω; ρώτησε.

Ο γέροντας σηκώθηκε, άνοιξε το σακκούλι του και έβγαλε ένα χειρογραμμένο βιβλίο.

Διάβασέ το με την ησυχία σου, είπε, και θα βρεις την απάντηση.

Περίεργος ο άνθρωπος, έριξε μια ματιά στον τίτλο του βιβλίου. «Σοφία Σολομώντος», έγραφε.

Ευχαρίστησε το γέροντα και γύρισε στο σπίτι του. Χωρίς χρονοτριβή, άρχισε να μελετά το βιβλίο. σε μια σελίδα διάβασε πώς, όποιος ελεεί φτωχό, δανείζει στο Θεό. Εντυπωσιάστηκε. Σκέφτηκε, λοιπόν, να εφαρμόσει τα λόγια του Σολομώντα, ώστε να έχει απολαβή από τον Θεό. Πούλησε τα υπάρχοντά του όλα και μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς, κρατώντας για τις δικές του ανάγκες μόνο τέσσερα νομίσματα. Έτσι, από πλούσιος που ήταν, κατάντησε φτωχός. «Δάνεισα στο Θεό», σκεφτόταν, «σίγουρα θα μου επιστρέψει το δάνειο και μάλιστα με τόκο».

Ωστόσο περνούσε ο καιρός και δέν έβλεπε καμιά απολαβή. Ζούσε φτωχικά. Τώρα είχε λιγότερες σκοτούρες κι η ευγνωμοσύνη των φτωχών γέμιζε την ψυχή του με πρωτόγνωρη χαρά. ο κόσμος άρχισε να τον συμπαθεί. Αλλά, βέβαια, όλα αυτά δεν τα θεωρούσε ανταπόδοση του Θεού. και πολύ ύπουλα άρχισε να τον βασανίζει η ιδέα ότι ο Θεός τον ξεγέλασε. «Άδικα μοίρασα τα καλά μου», συλλογιζότανε, «τί κέρδισα;»

Γι” αυτό αποφάσισε να πάει στα Ιεροσόλυμα, να προσκυνήσει, και εκεί, στην Αγία Πόλη, να πει τα παράπονά του στο Θεό. Στο δρόμο πέρασε και από τον γέροντα, για να του επιστρέψει το βιβλίο. Με την ευκαιρία του φανέρωσε και τις σκέψεις του σχετικά με τις απολαβές, που περίμενε από το μεγαλοδύναμο.

Και ίσαμε σήμερα δεν είδα τίποτα, συμπλήρωσε απογοητευμένος. Ο γέροντας χαμογέλασε αινιγματικά, χωρίς να κάμει κανένα σχόλιο. Κούνησε μόνο το κεφάλι του και του ευχήθηκε καλό ταξίδι.

Μια μέρα προτού φτάσει στα Ιεροσόλυμα, στη στροφή του χωματόδρομου που κατηφόριζε προς την πόλη, σταμάτησε απότομα, ξαφνιασμένος από ένα άγριο θέαμα: δυο άντρες μάλωναν. Χτυπούσαν ο ένας τον άλλο με μανία.

Κλωτσούσαν, γρονθοκοπούσαν, βλαστημούσαν κι έβριζαν. Πλησίασε πολύ δισταχτικά, ξέροντας πόσο επικίνδυνος είναι καμιά φορά ο οργισμένος άνθρωπος. Ανάμεσα στις φωνές και στις βρισιές μπόρεσε να ξεχωρίσει τις λέξεις, «δικό μου», «όχι δικό μου».

Αμέσως κατάλαβε πως εκείνοι οι δύο καυγάδιζαν για κάποιο πράγμα. Κάποια στιγμή, που σταμάτησαν να χτυπιούνται, εξαντλημένοι, ματωμένοι, με τα ρούχα σχισμένα και την όψη αγριωπή, τόλμησε να πλησιάσει περισσότερο.

Γιατί μαλώνετε, αδελφοί; τους φώναξε.

Τότε μόνο αντιλήφθηκαν την παρουσία του.

Από που ξεφύτρωσες εσύ; τον αποπήρε ο ένας και τι σε νοιάζει αν μαλώνουμε;
Δεν είναι δική μου δουλειά, βέβαια, αποκρίθηκε φοβισμένος ο άνθρωπος, ωστόσο σκέφτηκα μήπως μπορώ να σας βοηθήσω να λύσετε τη διαφορά σας.

Μαλώνουμε για τούτο “δω, είπε ο δεύτερος κι έπιασε από χάμω ένα κουβαριασμένο κουρέλι. Το ξετύλιξε και φάνηκε ένα λαμπερό πετράδι.

Έχω μια ιδέα, είπε τότε ο άνθρωπος. Γιατί δεν μου το πουλάτε και να μοιράσετε τα λεφτά; Έτσι κι αλλιώς το πετράδι δεν κόβεται στα δυό.

Οι άλλοι το σκέφτηκαν λίγο και τελικά δέχτηκαν να το πουλήσουν.

Πόσα θα μας δώσεις; ρώτησαν.

Τέσσερα νομίσματα. Είναι καλή τιμή.

Σύμφωνοι.

Πήραν από δυό νομίσματα ο καθένας, πήρε και ο άνθρωπος το πετράδι και συνέχισε το ταξίδι του. Μόλις έφτασε στα Ιεροσόλυμα, έτρεξε αμέσως στο χρυσικό. Του έδειξε το πετράδι.

Τό 'χω για πούλημα, είπε.

Ο χρυσικός το παρατήρησε καλά καλά και δεν έκρυψε το ενδιαφέρον του.

Δεν ξέρω, βέβαια, πως έπεσε στα χέρια σου, άνθρωπέ μου, είπε, αλλά ξέρω με σιγουριά ότι εδώ κι ένα χρόνο όλη η πόλη μας ψάχνει για τούτο “δω το πετράδι. Έχει πέσει από την καλή φορεσιά του Αρχιερέα. Πήγαινέ του το κι έκαμες την τύχη σου!

Απίστευτο! μονολογούσε ο άνθρωπος, καθώς τριγύριζε στα Ιεροσόλυμα, ρωτώντας για το σπίτι του Αρχιερέα. Κι ενόσω εκείνος τριγύριζε, άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στον Αρχιερέα:

Δέξου τον άνθρωπο που θα παρουσιαστεί σε λίγο στην πόρτα σου, πάρε αυτό που θα σου δώσει και δώσε του εσύ όσα σου ζητήσει κι ακόμη περισσότερα. Κι όταν φεύγει, ράπισέ τον.

Αυτά πρόσταξε ο άγγελος κι εξαφανίστηκε.

Σε λίγο εμφανίστηκε ο άνθρωπος με το πετράδι. Ο Αρχιερέας χάρηκε πολύ που ξαναβρήκε το μικρό του θησαυρό και δόξασε το Θεό. Πρόσφερε στον άνθρωπο πολλά χρυσά νομίσματα και πλούσια δώρα και καθώς εκείνος ετοιμαζόταν να φύγει λέγοντας ευχαριστίες, ο Αρχιερέας σηκώθηκε και του άστραψε ένα γερό χαστούκι.

Ο άνθρωπος τα έχασε. Ταράχτηκε, κοκκίνησε, παρά λίγο να βάλει τα κλάματα.

Γιατί με χτύπησες; ψέλλισε.

«Έτσι με πρόσταξε ο άγγελος κι αναρωτιέμαι γιατί.

Ο άνθρωπος στάθηκε συλλογισμένος. Στο χέρι κρατούσε το πουγγί με τα νομίσματα, γύρω του στο πάτωμα τα δώρα περίμεναν να τα σηκώσει. Ήταν πάλι πλούσιος, η ανταπόδοση χειροπιαστή, μπροστά του. Κι ήρθε σάν αστραπή στο νου του ο καιρός της ανυπομονησίας και της αμφιβολίας.

Δέν έδειξα αρκετή εμπιστοσύνη στο Θεό, εξήγησε στον Αρχιερέα. Θαρρώ πως μου άξιζε το χαστούκι… και πάλι λίγο ήταν, συμπλήρωσε χαμηλόφωνα.

Ψάχνεις να βρείς αγίους μέσα στον κόσμο;

…ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με… (Ευαγγελιστής Ματθαίος κε΄ 31-46).

-Το περασμένο καλοκαίρι περίμενα το τραίνο στον σταθμό ενός μικρού χωριού.

Εκεί που καθόμουνα, βλέπω μια γερόντισσα χωρική που ήταν κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές. Την πλησιάζω.

Το πρόσωπό της – αν και γερασμένο –έλαμπε με μια μυστική λάμψη, όπως συμβαίνει στους πνευματικούς ανθρώπους. Και την ρωτάω:

-Ποιόν περιμένεις, αδελφή;

-Ε, ε, όποιον μου στείλει ο Χριστός.

Στην συνέχεια του διαλόγου που είχαμε, κατάλαβα ότι συνέβαινε το εξής:

Κάθε μέρα η γριούλα αυτή ερχόταν στον σταθμό, για να δει, αν υπάρχει κάποιος φτωχός ταξιδιώτης, που θα είχε ανάγκη στέγης και τροφής. Και, όταν έβρισκε κάποιον, τον δεχόταν με χαρά. Και τον φιλοξενούσε στο σπίτι της, σαν να τον είχε στείλει ο Χριστός. (Το σπίτι της απείχε από τον σταθμό ένα χιλιόμετρο μακρυά).

Ακόμη κατάλαβα ότι καθημερινά διάβαζε την Αγία Γραφή και πήγαινε στις ακολουθίες της Εκκλησίας. Επίσης νήστευε και αγωνιζόταν να εφαρμόζει όλες τις εντολές του Θεού.

Δεν ήταν λοιπόν αυτή μία μικρή αγία;

Στο τέλος της συζητήσεως πήγα να την επαινέσω για την προθυμία της, να ασκεί σε τέτοιο βαθμό την ευαγγελική αρετή της φιλοξενίας. Δεν με άφησε όμως να τελειώσω. Και μου είπε τα εξής λόγια:

– Μήπως και εμείς, πάτερ μου, δεν είμαστε δικοί του φιλοξενούμενοι σ’ αυτόν τον κόσμο, κάθε ημέρα και σε όλη μας την ζωή;

Και έλαμψε περισσότερο το πρόσωπό της.

Ω ελεήμονες και χρυσές ψυχές του λαού μας! Πολλές φορές ντρέπομαι όταν με αποκαλείτε διδάσκαλο του Θεού.

Αντίθετα δεν θα ντρεπόμουν ποτέ, αν με αποκαλούσατε μαθητή του λαού μας!

Ο ιερέας, οι μασκαράδες και η μετάνοια
«Πώς αγριεύουν έτσι οι άνθρωποι; Πώς με μιάς αφήνονται έρμαια στις ροπές καί στίς τάσεις τής φθαρτής ανθρώπινης τους φύσης;

Πώς κατάντησε απόψε αυτή η ήσυχη επαρχιακή πόλη; Θαρρείς καί δέν τήν κατοικούν άνθρωποι αλλά ανθρωπόμορφα τέρατα πού άλλος μέ κεφάλι γαιδάρου, άλλος λιονταριού, άλλος πιθήκου τρέχουν νά προλάβουν νά γλεντήσουν, νά μεθύσουν, νά άμαρτήσουν όσο γί­νεται περισσότερο.

Γιατί τις προάλλες ήταν Τσικνοπέμπτη καί γέμισε ή πόλη μασκαράδες. Απόψε κάθε λογικός άνθρωπος δέν ξεμυτίζει από τό σπίτι του».

Αυτά σκεφτότανε ό παπα-Θανάσης, καθώς έμπαινε ατό σπίτι του γυρνώντας από τό ναό.

- ’Α, παπαδιά μου, τό κακό παράγινε! Ο Θεός νά μας συγχωρέσει, είπε στή γυναίκα του, μόλις μπήκε μέσα. Εκείνη τόν κοίταξε μέ κατανόηση.

- Ο Θεός νά μας φυλάει, είπε καί άρχισε νά ετοιμάζει τό βραδινό φαγητό.

Στό σπίτι του παπα-Θανάση, περασμένα πιά τά μεσάνυχτα, επικρατεί ησυχία. Τά παιδιά καί ή παπαδιά είχαν ήδη κοιμηθεί κι ό παπα-Θανάσης ετοιμαζότανε καί κείνος νά πάει γιά ύπνο, όταν ακούστηκε τό κουδούνι τής πόρτας. Τινάχτηκε μέσα στόν ύπνο της η παπαδιά καί βρέθηκε δίπλα στόν παπα-Θανάση.
- Μην ανοίγεις τέτοια νύχτα, πάτερ μου! τόν παρακάλεσε φοβισμένη.
- Γιατί φοβάσαι; τήν καθησύχασε εκείνος. Είναι η πρώτη φορά πού μάς κτυποϋν τέτοια ώρα τήν πόρτα; Αφού τό ξέρεις τό σπίτι του Ιερέα διανυκτερεύει κάθε βράδυ.
- Ναι, μά απόψε…
Της χαμογέλασε ό παπα-Θανάσης καί άνοιξε τήν πόρτα.
- Πάτερ μου, μέ συγχωρείτε πού ήρθα τέ­τοια ώρα, όμως ή μάνα μου πεθαίνει καί ζητά νά έξομολογηθεί καί νά κοινωνήσει.
‘Ο άνθρωπος πού στεκόταν μπροστά του, παρό­λο πού ήταν άντρας, έτρεμε ολόκληρος κι άφηνε τά δάκρυά του δίχως ντροπή νά τρέχουν.
- Πήγαινε εσύ κοντά της, παιδί μου, καί γώ πάω ώς τήν εκκλησία νά πάρω τή θεία Κοινωνία καί έρχομαι αμέσως.
’Έφυγε ό άντρας αφήνοντας στόν παπα-Θανάση τή διεύθυνσή του.
- Που θά πας, πάτερ μου, μόνος σου τέτοια ώρα, μιά τέτοια νύχτα; Δέ φοβάσαι; Γιατί δέν τόν κρατούσες νά πάτε συντροφιά;»
Ή παπαδιά μιλούσε καί κείνος τήν κοίταζε αυστηρά.
- Μόνος είπες, παπαδιά, μόνος; Κι ό Κύριος πού θά κουβαλάω στά χέρια μου;’Ά, παπαδιά μου, κάτι σ’ έχει πιάσει απόψε καί δέ μιλάς γνωστικά.
Ντύθηκε ό παπα-Θανάσης καί βγήκε στό δρό­μο. Ξέχασε πώς ήταν νύχτα Τσικνοπέμπτης. Δέν τόν άπασχολούσαν καθόλου οί μασκαράδες πού έβλεπε γύρω του. Ένα μόνο τόν απασχολούσε, νά προλάβει νά δώσει τό «φάρμακο τής αθανασίας» στην ετοιμοθάνατη.
Πήρε με δέος στά χέρια του τό Σώμα καί τό Αίμα του Χρίστου καί ξαναβγήκε στό δρόμο. Δέν κοιτούσε ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Μόνο έτρεχε νά προλάβει. Σέ μιά στροφή του δρόμου ακούσε γέλια καί φωνές. Κάποιος φώναξε κοροϊδευτικά: «Τήν ευχή σου Δέσποτα!», μά δέν γύρισε νά κοιτάξει. Καί τότε, δέν κατάλαβε πως, βρέθηκε κυκλωμένος από μιά παρέα μασκαράδων, πού προσπαθούσαν νά τόν σταματήσουν.
- Συνάδελφε, που πάμε;
Ένας νεαρός μασκαρεμένος σέ παπά, μέ χνώτο πού μύριζε ποτό, στεκόταν μπροστά του κρατώντας στό χέρι ένα σταυρό. Τα’ χασε ό παπα-Θανάσης καί πριν προλάβει νά πει τίποτα, δέχτηκε τήν επίθεση όλου του τσούρμου. Άλλος τόν τραβούσε άπό τά ράσα κι άλλος του έβγαζε τό καλυμμαύχι.
‘Ο παπα-Θανάσης έσφιξε στό στήθος του τ’ άχραντα Μυστήρια καί προσπάθησε νά τούς μι­λήσει, μά κανένας δέν άκουγε. Κάποιος τότε του τράβηξε τή γενειάδα καί -σάν νά τόν κτύπησε ηλεκτρικό ρεϋμα- άρχισε νά φωνάζει;
- Είναι αληθινός, ρέ, είναι αληθινός!
Ή παρέα κοκκάλωσε στή θέση της κι ό παπα- Θανάσης, μέ τό πρόσωπο μουσκεμένο από τόν ιδρώτα της αγωνίας καί τά δάκρυα του, τούς κοίτα­ξε χωρίς νά μιλα.
- Συγγνώμη, πάτερ! είπε εκείνος που του τρά­βηξε τή γενειάδα. Νομίζαμε πώς ήσασταν ψεύτικος σάν κι αύτόν καί…
- Σας είδαμε καί τέτοια ώρα έξω καί ήμασταν σίγουροι πώς ήσασταν μασκαρεμένος. Συγχωρέστε μας! είπε ένας άλλος.
- Πάω νά κοινωνήσω μιά ετοιμοθάνατη, παιδιά μου.’Ο θάνατος δέν έχει ώρες κατάλ­ληλες καί ακατάλληλες κι εγώ τρέχω νά τόν προλάβω. Καί σύ, παιδί μου, βγάλε τά ράσα τά τιμημένα. Μην αμαρτάνεις άλλο ρεζιλεύοντάς τα. Είναι πολύ ιερό τό ράσο, γιά νά μασκαρεύεσαι μ’ αυτό. Τραβάτε στά σπίτια σας, παιδιά μου, κι ό Θεός νά σας συγχωρέσει.
Άνοιξε τό βήμα του ό παπα-Θανάσης, γιά νά κερδίσει τό χαμένο χρόνο. Ήταν πικραμένος ώς τά κατάβαθά του. Τόσο πολύ, λοιπόν, χάλασαν σι άνθρωποι, ώστε μασκαρεύονται καί Ιερείς;
- Πάτερ, Πάτερ!
Ή φωνή πού έφτασε στά αυτιά του ήταν γεμά­τη αγωνία. Σταμάτησε καί περίμενε. Ένας νεαρός κατακόκκινος από τήν τρεχάλα καί τήν ντροπή έφτασε κοντά του λαχανιασμένος.
- Πάτερ! Είμαι κείνος πού ντύθηκε παπάς. Τό έκανα εντελώς απερίσκεπτα, πάτερ και… καί θέλω νά ’ρθω μαζί σας στό σπίτι της έτοιμοθάνατης. Δέν… δέν θέλω νά σας πάρουν κι άλλοι γιά ψεύτικο…
Ό παπα-Θανάσης του έκανε νόημα νά τόν ακολουθήσει. Στά χέρια του ό νεαρός κρατούσε τό σταυρό πού είχε μαζί του. Μπήκαν στό σπίτι τής ετοιμοθάνατης σιωπηλοί.
- Χαίρομαι, πάτερ, πού βρήκατε καί παπαδάκι καί δέν ήρθατε μόνος, είπε ό αντρας πού τόν είχε καλέσει.
Ό νεαρός ξανακοκκίνησε καί κοίταξε μέ αγωνία τόν παπα-Θανάση.
Ναι, ό Θεός μου τόν έστειλε, είπε εκείνος καί τά λόγια του καρφώθηκαν στήν καρδιά του νεαρού.
- Πάτερ, δέν θά σας εγκαταλείψω ποτέ, έλεγε ό νεαρός λίγη ώρα αργότερα, όταν ό παπα-Θανάσης κλείδωνε τό ναό, αφήνοντας ξανά μεσα τό Σώμα καί τό Αίμα του Χριστού, θά γίνω ό βοη­θός σας, τό παπαδάκι σας.’Ίσως έτσι μέ συγχω­ρήσει ό θεός γιά τήν ιεροσυλία πού έκανα.
-’Αμποτε, παιδί μου, νά τό φορέσεις τό ράσο κι αληθινά, είπε ό παπα-Θανάσης καί τόν ευλόγησε με τά δυό του χέρια, εκείνα πού πριν από λίγο κρατούσαν τόν Ίδιο τόν Κύριο. Καί παράξενο ό παπα-Θανάσης είχε τή σιγουριά πώς αύτό θά γινό­ταν κάποια μέρα! Καί ακόμα πιό παράξενο τήν ίδια σιγουριά ένιωθε μέσα του κι ό νεαρός…

Τα άλογα ζώα, συχνά σέβονται περισσότερο από τον άνθρωπο

Κάποτε η Παναγία μας, με τον Άγιο Ιωσήφ και τον μικρό Ιησού, ανέβαιναν στα Ιεροσόλυμα από την Ναζαρέτ, για την εορτή του Πάσχα. Πέρασαν και από την Βηθλεέμ, απ’ όπου καταγόταν ο Ιωσήφ, για να συναντήσουν κάποιους συγγενείς του. Λίγο έξω από την πόλι συνάντησαν ένα χωρικό, ο οποίος αλώνιζε ρεβίθια. 
Όπως λέει η παράδοσι, τα ζώα, όταν έβλεπαν την Κυρία Θεοτόκο με τον Χριστό στην αγκαλιά της, έμεναν ακίνητα μέχρι να περάσουν. Έτσι και τα άλογα, που βοηθούσαν τον χωρικό στο αλώνισμα, μόλις είδαν την Παναγία μας και τον Ιησού, σταμάτησαν να δουλεύουν και έμειναν ακίνητα. 
Η Παναγία μας χαιρέτησε τον χωρικό και τον ρώτησε, τι αλωνίζει. Θυμωμένος εκείνος που τα ζώα του είχαν σταματήσει να δουλεύουν, απάντησε απότομα:

-Πέτρες αλωνίζω. 

Μόλις είπε αυτά τα λόγια, τα ρεβίθια έγιναν πέτρες και εκεί βρίσκονται μέχρι σήμερα. 

Πραγματικά το αλώνι με τα πέτρινα ρεβίθια σώζεται ανέπαφο μέχρι σήμερα και μπορεί να το δη κάποιος στον δρόμο, που οδηγεί από την Ιερουσαλήμ στην Βηθλεέμ.

Ο Αββάς Ζήνων και ο Νηστευτής

Σέ μια κωμόπολη ζούσε κάποιος πού τόσο πολύ νήστευε, ώστε όλοι να τον διαφημίζουν σαν μεγάλο νηστευτή. Ή φήμη του έφθασε καί στον άββά Ζήνωνα. Τότε ό άββάς τον κάλεσε κο­ντά του. Εκείνος ήρθε. Χαιρετήθηκαν καί κάθησαν. Ό άββάς άρχισε το εργόχειρο του καί ή ώρα περνούσε σε απόλυτη σιω­πή. Ό νηστευτής, μη μπορώντας να μιλήση, άρχισε να στενοχωρήται καί ν’άδημονή. Στό τέλος δεν άντεξε καί είπε:

– Εύχήοου για μένα, άββά, γιατί θέλω να φύγω.

– Γιατί; τον ρώτησε εκείνος.

– Νιώθω σφίξιμο στην καρδιά μου καί δεν ξέρω τι συμβαίνει.

Όταν ήμουν στον κόσμο νήστευα μέχρι το βράδυ καί δεν ένιω­θα καμμιά δυσκολία. Εδώ στην έρημο δεν αντέχω.

– Στόν κόσμο, του άπαντα ό άββάς, από τα αυτιά σου τρεφό­σουν. Σέ έτρεφαν οι έπαινοι των ανθρώπων. Πήγαινε λοιπόν καί,όπως οι άλλοι, να κάνης κάθε μέρα ενάτη (δηλ. να γευματίζης μια φορά στις τρεις το απόγευμα).
Ό νηστευτής πήγε στον κόσμο καί με δυσκολία καί θλίψι περί­μενε την ώρα του φαγητού, ενώ άλλοτε με ευκολία νήστευε μέχρι το βράδυ. Το διαπίστωσαν αυτό οι γνωστοί του καί έλε­γαν μεταξύ τους:

– Φαίνεται ότι δαιμόνιο τον κυρίευσε.

Λυπημένος εκείνος πήγε στον άββά Ζήνωνα καί του περιέ­γραψε τη νέα κατάστασι. Καί ό γέροντας του είπε:

– Αυτός είναι ό σωστός δρόμος. Αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Μακριά από τους επαίνους να εργάζεσαι μυστικά καί με κόπο την αρετή.

"Πάω να βάλω λογισμούς στους μοναχούς"

Πηγαίνοντας να επισκεφθεί μια Σκήτη ο Όσιος Μακάριος, συνάντησε στο δρόμο το διάβολο φορτωμένο μ΄ ένα παράξενο φορτίο να πηγαίνει κι εκείνος προς τα εκεί.

- Για πού ; τον ρώτησε ο Όσιος.

- Πάω να βάλω λογισμούς στους Μοναχούς, αποκρίθηκε μ΄ αναίδεια εκείνος.

- Και τί είναι αυτά που κουβαλάς μαζί σου ;

- Τα γεύματα που θα τους προσφέρω.

- Τόσα πολλά ; απόρησε ο Όσιος.

- Βέβαια. Αν δεν ικανοποιούνται με το ένα, έχω άλλο έτοιμο κι αν δεν τους αρέσω κι αυτό τους δίνω τρίτο. Ένα απ΄ όλα θα είναι του γούστου τους.

- Έχεις πολλούς εκεί που σε ακολουθούνε ; ρώτησε με φρίκη ο Αββάς.

- Όχι, αναγκάστηκε να ομολογήσει ο διάβολος. Οι περισσότεροι έχουν αγριέψει εναντίον μου. Έχω όμως κι ένα καλό φίλο.

- Πώς ονομάζεται ; ρώτησε με ενδιαφέρον ο Όσιος.

- Θεόπεμπτος, αποκρίθηκε ο διάβολος και τράβηξε βιαστικός το δρόμο του.

Συλλογισμένος απ΄ όσα άκουσε ο Αββάς Μακάριος, ανέβηκε στη Σκήτη. Οι αδελφοί του έκαναν θερμή υποδοχή και καθένας φιλοτιμήθηκε να τον προσκαλέσει στη καλύβα του, Ο Όσιος όμως ζήτησε τον Θεόπεμπτο και τον παρακάλεσε και τον παρακάλεσε να τον φιλοξενήσει. Σαν έφτασαν στο κελλί του, τον ρώτησε πώς περνούσε.

- Καλά με την ευχή σου Αββά, αποκρίθηκε εκείνος.

- Δε σε πειράζουν οι λογισμοί ;

- Ο Θεόπεμπτος δίστασε λίγο. Ντρεπόταν να φανερώσει στον Όσιο πώς δεχόταν ακάθαρτους λογισμούς.

- Καλά πηγαίνω, ψιθύρισε, προσπαθώντας να φανεί αδιάφορος.

- Άχ, αδελφέ μου ! Αναστέναξε βαθιά ο Όσιος. Εγώ, τόσα χρόνια Ασκητής και γηρασμένος πια, πειράζομαι από σαρκικούς λογισμούς κι ας με τιμούν οι άνθρωποι.

Ο Θεόπεμπτος πήρε θάρρος από τα λόγια του Οσίου και του φανέρωσε το δικό του πόλεμο. Εκείνος τότε τον συμβούλεψε πώς ν΄ αντιστέκεται στους κακούς λογισμούς κι αφού του έδωσε τον κανόνα που έπρεπε, έφυγε να γυρίσει στο κελλί του. Στο δρόμο βρήκε πάλι το διάβολο, αλλά τώρα πολύ κατσουφιασμένο.

- Τί νέα ; τον ρώτησε ο Αββάς.

- Πολύ άσχημα, αποκρίθηκε εκείνος. Όλοι οι Μοναχοί μου εναντιώνονται και πιο πολύ ο παλιός μου φίλος. Γι΄ αυτό κι εγώ ορκίστηκα για πολύ καιρό να τους αφήσω απείραχτους για να γίνουν αμέριμνοι, σαν πρώτα.

Έφριξε ο Όσιος με την πανουργία του διαβόλου και παρακάλεσε θερμά τον Κύριο να προφυλάει απ΄ αυτή το ποίμνιό Του.

Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου

Η γιαγιά μου, από την πλευρά του πατέρα μου, σε όλη της τη ζωή ήταν μια απλή χωρική από τη Συρία, που δεν ήξερε ούτε να γράφει, ούτε να διαβάζει.

Ήταν όμως ειλικρινά θρήσκα. Ότι έκανε είχε πάντοτε το όνομα του Θεού στα χείλη της. Aλλά δεν ανέφερε μόνο το Όνομά Του.

Έλεγε τουλάχιστον εκατό φορές την ημέρα: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!… Καί όχι μόνο όταν της συνέβαινε κάτι καλό.

Αν η σούπα χυνόταν καθώς έβραζε και πάλι έλεγε: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!

Τη ρώτησα κάποτε γιατί ευχαριστούσε τον Θεό για κάτι κακό.

Γέλασε και μου είπε ότι αν κάτι κακό συμβαίνει είναι γιατί έχουμε ξεχάσει τη σύνδεσή μας με τον Θεό. Εκείνη την εποχή το βρήκα αυτό πολύ παράξενο, έστω κι αν εκείνη επέμενε να κάνω κι εγώ το ίδιο.

Κάποτε, έγδαρα το γόνατό μου κι εκείνη μου είπε να πω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!

Κατά περίεργο τρόπο αυτές οι λέξεις είχαν αποτέλεσμα και ένοιωσα καλύτερα το γόνατό μου. Όταν έγινα πέντε χρονών πήγα στο σχολείο. Προερχόμουν από έγχρωμη φυλή και τα γαλανομάτικα και ξανθόμαλλα παιδιά με κορόιδευαν συνήθως. Επειδή το χρώμα μου ήταν σκούρο, το παρατσούκλι μου ήταν «ο Αράπης». Μισούσα το σχολείο και παρακαλούσα τους γονείς μου να μην με αναγκάζουν να πηγαίνω.

Ένοιωθαν άσχημα για μένα, αλλά δεν μπορούσαν και να με προστατέψουν για πάντα. Τότε, η Σίτου μου (η Συριακή λέξη για τη γιαγιά) άκουσε τι μου συνέβαινε και μου είπε ότι έπρεπε να λέω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου», κάθε φορά που τα παιδιά με έβριζαν. Εκείνη τη στιγμή θεώρησα ότι επρόκειτο για την πιο ανόητη ιδέα που είχα ακούσει ποτέ μου. Λίγες μέρες όμως αργότερα, όταν ένα ολόκληρο τσούρμο παιδιών άρχισε να φωνάζει: «Αράπη, Αράπη, Αράπη», συνέβη κάτι: Συγκρατούσα τα δάκρυά μου, προσπαθώντας με όλες τις δυνάμεις του κορμιού μου, να μη φανώ μυξιάρικο και να μην τους επιτρέψω να με δούν να κλαίω. Αλλά δεν μπορούσα να συγκρατηθώ.

Τα δάκρυα θα ξεσπούσαν οπωσδήποτε. Τότε θυμήθηκα τα λόγια της Σίτου μου: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Άρχισα να τα επαναλαμβάνω σιωπηλά μέσα μου: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Κι αυτό βοήθησε. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη, αλλά τα δάκρυα εξαφανίστηκαν. Ξαφνικά έπαψα να νοιάζομαι τόσο πολύ για το τι σκέφτονταν για μένα. Ίσως αυτό συνέβη γιατί ένοιωσα, ότι είχα κι εγώ τώρα ένα φίλο: τον Θεό. Όλα αυτά έγιναν εδώ και πολλά χρόνια. Από τότε, έχω γίνει ένας επιτυχημένος σεναριογράφος. Έχω ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο κι έχω συναντήσει εκατοντάδες θαυμάσιους ανθρώπους.

Η ζωή μου είναι ωραιότερη από ότι θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Καί σε όλη μου τη ζωή συνεχίζω πάντα να λέω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Ορισμένες φορές το λέω εκατό φορές την ημέρα, ακριβώς όπως έκανε η αγαπημένη μου γιαγιά. Νιώθω και τώρα την ανάγκη να το πω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!

Ενας αφανής άγιος Ιερεύς

Γράμματα πολλά δεν έμαθε, με δυσκολίες τελείωσε το σχολαρχείο της εποχής εκείνης, βαδίζοντας καθημερινώς δύο και πλέον ώρες για την πλησιέστερη κωμόπολη, ο Ευθύμιος.

Από μικρός αγαπούσε την Εκκλησία βοηθώντας σαν παπαδάκι τον ευλαβή παππού του στην ψαλτική. Έτσι έμαθε την τάξη της Εκκλησίας και συγχρόνως να ψάλλει. Κι όταν έφυγε για την άλλη ζωή ο παππούς, έμεινε μοναδικός ψάλτης της Εκκλησίας ο Ευθύμιος.

Έτσι τον συνάντησε σε μία περιοδεία του ο Επίσκοπος της περιοχής. Ώριμος πλέον ο Ευθύμιος, καλός οικογενειάρχης με τρία παιδιά έως τότε, και επειδή ο ιερεύς του χωριού λόγω γήρατος και ασθένειας απεχώρησε, οι χωρικοί ζητούν ιερέα από τον Επίσκοπο.

Και ποιον προτείνετε για παπά εσείς; Ρωτά ο Δεσπότης και όλοι σχεδόν με ένα στόμα λέγουν: «τον ψάλτη μας». Έτσι με τις πιέσεις των χωρικών και την εμμονή του Επισκόπου και παρά τις διαμαρτυρίες του Ευθυμίου, ότι θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο και ακατάλληλο για ένα τόσο μεγάλο Υπούργημα, χειροτονήθηκε ιερεύς του χωριού προς χαράν όλου του χωριού. Τώρα, πλέον εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα. Κάθε πρωί και βράδυ, με φόβο Θεού κτυπούσε την καμπάνα κάνοντας τον Όρθρο και τον Εσπερινό. Πράος, καλοσυνάτος, αγαπητός προς όλους, αφιλοχρήματος αρκείτο στον μικρό μισθό του και στα λίγα έσοδα που απεκόμιζε, όταν καλλιεργούσε τα χωράφια του. Ως και για μεροκάματο πήγαινε, για να θρέψει την πολυμελη οικογένειά του, έξι παιδιά τώρα.

O Επίσκοπος, εκτιμώντας την σύνεσή του και την καλή του φήμη, τον έκανε και πνευματικό. Ένα πλήθος κόσμου από το χωριό και τα γύρω χωριά πήγαιναν για εξομολόγηση στον πατέρα Ευθύμιο. Και το κήρυγμα δεν παρέλειπε κάθε Κυριακή διαβάζοντας από κάποιο ορθόδοξο περιοδικό μια σύντομη όμιλία. Αλλά και τα παιδιά, για να τα συγκεντρώνει στο κατηχητικό, ειχε ένα δικό του τρόπο, με τραγούδια και ψαλμωδίες, με καραμέλες και λουκούμια και εικονίτσες.

Να και ένα γεγονός, όπου φάνηκε το μεγαλείο της ψυχής του. Γείτονα στο χωράφι του είχε έναν πλεονέκτη και καταπατητή, τον κύρ Γιάννη, ο οποίος δεν δίστασε να μεταθέσει τον πρόχειρο φράχτη που χώριζε τα σύνορα και να του πάρει μια λωρίδα από το χωράφι του, το ίδιο έκανε και τον δεύτερο χρόνο. Τί να κάνει τώρα, σκέφτηκε ο πατήρ Ευθύμιος. Αν του πεί κάτι, θα αρχίσει τις βλαστήμιες και τις βρισιές, δεν έπαιρνε από λόγια, όπως το έκανε και με άλλους γείτονες. Τα αφήνω στα χέρια του Θεού, είπε στην πρεσβυτέρα του και στον μεγάλο γιό του που διαμαρτύρονταν. Και να, ένα πρωί λέγει στον μεγαλύτερο γιό του: Πάμε στο χωράφι μας να τακτοποιήσουμε το φράκτη στο σύνορο.

Αφού έφτασαν στο χωράφι, λέγει στον γιο του: Πάρε τον συρμάτινο φράχτη και να τον μεταθέσεις ακόμη ένα περίπου μέτρο, αφήνοντας στον γείτονα μια λωρίδα από το χέρσο χωράφι του. Έκπληκτος ο γιός του άρχισε να διαμαρτύρεται: Πατέρα, εσύ θα χαρίσεις, όπως πάς, όλο το χωράφι στον γείτονα. Κάνε όπως σου είπα, παιδί μου, έχω τον λόγο μου εγώ, μην στεναχωρείσαι. Και επέστρεψαν πάλι στο σπίτι τους. Την άλλη μέρα το πρωί να σου ο κύρ Γιάννης στο σπίτι του παπά.

— Καλημέρα παπαδιά. Έτσι ανήσυχος και ταραγμένος ρωτά την πρεσβυτέρα: Πούναι ο παπα-Θύμιος; τον θέλω.

— Καθίστε κύρ Γιάννη, να σας κάνω καφέ, ως να έρθει ο παπα-Θύμιος, που τον ζήτησαν σε ένα σπίτι, δεν θ’ αργήσει να επιστρέψει.

Εν τω μεταξύ η παπαδιά ετοίμασε και του πρόσφερε τον καφέ. Αυτός πήρε μια ρουφηξιά, σαν να εκάθετο στα κάρβουνα. Νάσου και προβάλλει ο παπάς χαρούμενος και λέει: Δόξα τώ Θεώ, ελευθερώθηκε η κυρία Ελένη που υπέφερε στον τοκετό, με τις ευχές της Εκκλησίας και μάλιστα απέκτησε αγγοράκι.

— Καλώς τον κύρ Γιάννη, καλημέρα. Η οικογένεια ειναι καλά; Τα ζωντανά επίσης;

Χωρίς άλλη απάντηση: Τί ειναι αυτό που μου έκανες παπα-Θύμιο; Ρωτά πικραμένος ο κύρ Γιάννης.

— Τί αγαπητέ μου Γιάννη; Να το διορθώσουμε.

— Εγώ παπα-Θύμιο, δύο χρόνια τώρα σου κλέβω το χωράφι κι εσύ ούτε να διαμαρτυρηθείς, ούτε να φωνάξεις, αλλά μου αφήνεις μία λωρίδα. Πάμε τώρα γρήγορα να διορθώσω αυτή την αδικία, δεν την αντέχω.

— Καλά κύρ Γιάννη μου, κάνε μόνος σου ό,τι νομίζεις σωστό. Άλλωστε χώμα ειναι η γη, και όλα εδώ μένουν. Μόνον, αγαπητέ μου, μια χάρη σου ζητώ, να σε βλέπω πιο τακτικά κι εσένα και την οικογένειά σου στην Εκκλησία. Ασπάστηκαν έτσι αδελφικά στο μέτωπο, δεν τον άφησε να ασπαστεί το χέρι του ο παπά Ευθύμιος. Του είπε: Έχε την ευλογία του Θεού! Και τον κατευόδωσε ο καλός ιερέας. Και όλα άλλαξαν από την ώρα εκείνη. O κύρ Γιάννης έβαλε μόνος του τον φράκτη στα παλαιά του σύνορα, αλλά και ειναι τακτικός στην εκκλησία με την οικογένειά του. Και διαλαλεί παντού, σε γνωστούς και αγνώστους: Στο χωριό μας έχουμε έναν άνθρωπο του Θεού, έναν Άγιο, τον παπα-Θύμιο!

Η Θεία Λειτουργία και τα σύκα της Κυριακής

Όταν ο π. Βενέδικτος Πετράκης (1961) ήταν ιεροκήρυκας στα Γιάννενα, πήγε ένα κυριακάτικο πρωινό να λειτουργήσει και να κηρύξει σε κάποια εκκλησία της πόλης. Έξω από το ναό είδε έναν άνθρωπο, που πουλούσε με το καροτσάκι του σύκα.

- Σκέπασέ το, ευλογημένε, του λέει, κι έλα μέσα στην εκκλησία να λειτουργηθείς. Μετά τη λειτουργία θα τα πουλήσεις όλα.

- Παπούλη μου, αποκρίθηκε εκείνος με ύφος θρασύ, εσύ στη δουλειά σου κι εγώ στη δουλειά μου!

- Ε, καλά... Τότε να ξέρεις πως, μέχρι να τελειώσει η λειτουργία, όλα θα σκουληκιάσουν, του λέει προφητικά ο γέροντας.

Και πράγματι, όλα σκουλήκιασαν και τα πέταξε! Όταν μετά τη λειτουργία ο π. Βενέδικτος έβγαινε από την εκκλησία, έτρεξε μετανοημένος και του ζήτησε συγχώρηση.

Η ακτημοσύνη του άγνωστου σπηλαιώτη
Στὶς σημειώσεις τοῦ π. Ντενάσια εὑρίσκονται τὰ ἑξὴς στοιχεῖα ἀπὸ τὴν διήγηση τοῦ π. Νήφωνος, κτίτορος τῆς Ῥουμανικῆς Σκήτης:

Αὐτὸς ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἔμενε σὲ σπηλιά, ποὺ ἦταν γειτονικὴ μὲ αὐτὴ τοῦ Ὁσίου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου. Πόσο ἔζησε ἐκεῖ καὶ πῶς ὀνομάζεται δὲν εἶναι γνωστό. Ἡ ζωή του κυλοῦσε σὲ παντελῆ πτωχεία. Δὲν κατεῖχε ἀπολύτως τίποτε. Περπατοῦσε χωρὶς ὑποδήματα καὶ χωρὶς σκοῦφο, ἦταν δὲ σκεπασμένος μὲ φθαρμένα ἄχρηστα ῥοῦχα.

Κάποτε δύο μοναχοῖ τῆς Μολδαβικῆς Σκήτης διήρχοντο ἀπὸ αὐτὸ τὸ εὐλογημένο μέρος. Ἔχασαν τὸν δρόμο τους καὶ βρέθηκαν στὸ σπήλαιο τοῦ ἐρημίτου, ὅπως μᾶς ἱστορεῖ ὁ π. Νήφων. Ὁ ἀσκητὴς κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα μικρὸ Ψαλτήρι, τὸ ὁποῖο διάβαζε διαρκῶς χωρὶς διακοπή, ἐνῶ ταυτοχρόνως εἶχε κατακτήσει καὶ τὴν καρδιακὴ εὐχή. Κατὰ τὴν συζήτηση μὲ τοὺς μοναχούς, ἐξομολογούμενος ὁ ὅσιος ἐρημίτης, ἐξέφρασε τὸν φόβο του μήπως κριθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὸ πάθος τῆς ἰδιοκτησίας, ἐφ’ ὅσον κατέχοντας τὸ Ψαλτήρι δὲν εἶχε ἀπελευθερωθῆ ἀπὸ ὁ,τιδήποτε γήϊνο. Ἔτσι, παρέδωσε τὸ μοναδικὸ κτῆμα στοὺς συνομιλητάς τους, παρακαλῶντας θερμὰ νὰ τὸ πάρουν μαζί τους.

Προβλέποντας τὸν θάνατό του, πῆγε στὸν σπηλαιώτη π. Νήφωνα, ὁ ὁποῖος τότε ζοῦσε κοντὰ στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου στὴν Βίγλα, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τελέσει τὴν Θεία Λειτουργία καὶ νὰ τὸν κοινωνήσει, λέγοντας: «Πλησιάζει τὸ τέλος μου!»

Ὁ π. Νήφων συμφώνησε καὶ ξεκίνησαν μαζὶ γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ποὺ θὰ γινόταν στὸν ναὸ τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ κοινωνικοῦ, ὁ ὅσιος ἐρημίτης ἀσπάσθηκε μὲ σεβασμὸ τὶς ἱερὲς εἰκόνες, χύνοντας συνεχῶς δάκρυα δοξολογίας πρὸς τὸν εὔσπλαγχνο Θεό. Κοινώνησε, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυση ὁ π. Νήφων τοῦ πρότεινε νὰ καθήσει μαζί του στὴν τράπεζα, ἀλλὰ αὐτὸς ἀρνήθηκε. Εὐχαρίστησε γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση καὶ ἀνεχώρησε, παρακαλῶντας νὰ τὸν μνημονεύει στὶς ἅγιες εὐχές του.

Δὲν πρόλαβε νὰ φθάσει στὴν σπηλιά του. Ἐκοιμήθη καθ’ ὁδόν, κατὰ τὸ ἔτος 1855, καὶ ἦταν ἡλικίας σαράντα ἕως σαράντα πέντε περίπου ἐτῶν. 

Η ανυπακοή (γ. Ιωσήφ Ησυχαστής)

Έτυχε κάποιος στις ημέρες μας εδώ στα Κατουνάκια, που εγώ δεν τον πρόφθασα, γιατί πριν από λίγο καιρό είχε πεθάνει. Αυτός ήταν υποτακτικός σε ένα Γέροντα τυφλό. Λοιπόν μία ημέρα ήλθε ένας πτωχός κοσμικός, περαστικός από το Κελλί του. Και τον ρωτά ο νέος μοναχός­ :

- Από πού είσαι;

Και αυτός ήταν χωριανός του.

Λοιπόν δεν του έδωκε γνωριμία, μόνον του είπε τί κάμνει ο τάδε – για τον πατέρα του. Του λέει ο ξένος, ότι αυτός πέθανε και άφησε τη γυναίκα του και τρία κορίτσια στους δρόμους ορφανά και πτωχά. Είχαν και έναν υιό, λέει, που έφυγε από χρόνια και δεν γνωρίζουν τι έγινε.

Λοιπόν σαν να τον κτύπησε κεραυνός τον μοναχό. Και αμέσως τον προσέβαλε η πάλη των λογισμών.

- Θα φύγω, λέει στο Γέροντά του. Θα φύγω να πάω να τους προστατεύσω!

Ζητά ευλογία. Δεν του δίνει ο Γέροντας. Αυτός συνεχώς επιμένει. Και συμβουλεύοντάς τον ο Γέροντας κλαίει για τον εαυτό του, κλαίει και για εκείνον. Αλλά στάθηκε αδύνατον να τον μεταπείσει. Τέλος τον άφησε στο θέλημά του, και έφυγε ο υποτακτικός.

Αφού βγήκε έξω από το Όρος κάθισε να συνέλ­θει κάτω από τη σκιά ενός δένδρου.

Εν τω μεταξύ έφθασε εκεί ιδρωμένος και ένας άλλος μοναχός· κάθισε και αυτός κάτω από την ιδία σκιά. Και άρχισε να του λέει:

- Σε βλέπω, αδελφέ, ταραγμένο. Δεν μου λες τί έχεις;

- Άφησε, Πάτερ, του λέει· έπαθα μεγάλο δυστύχημα. Και του διηγείται με λεπτομέρεια όλη την ιστορία του. Ο δε αγαθός οδοιπόρος του λέει:

- Αν θέλεις, αγαπητέ αδελφέ, άκουσέ με· γύρισε πίσω στο Γέροντά σου και ο Θεός θα προστατεύσει το σπίτι σου. Συ να υπηρετείς το Γέροντά σου, αφού μάλιστα είναι και τυφλός.
Αλλ’ αυτός δεν τον άκουε. Κυριευμένος από τους λογισμούς του φαίνονταν σαν παραλήρημα τα λόγια του άλλου. Και, αφού του έφερε πολλά παραδείγματα, σηκώθηκε ο ανυπάκουος μοναχός να συνεχίσει το δρόμο του προς τον κόσμο. Ο μοναχός εν τέλει του λέει­·

- Λοιπόν δεν με ακούς να γυρίσεις πίσω;

- Όχι! αντιλέγει εκείνος.

- Ε, τότε, λέει ο μοναχός· Εγώ είμαι Άγγελος Κυρίου και εμένα πρόσταξε ο Θεός, αμέσως όταν πέθανε ο πατέρας σου να πάω κοντά τους να τους φυλάω και να γίνω προστάτης τους. Αφού λοιπόν τώρα εσύ πηγαίνεις αντί για μένα, εγώ τους αφήνω και φεύγω, εφ’ όσον δεν με ακούς. Και έγινε άφαντος. Τότε λοιπόν συνήλθε ο μοναχός και γύρισε αμέσως στο Γέροντα· και τον βρήκε γονατιστό, να προσεύχεται γι’ αυτόν.

Κατάλαβες, τέκνο μου; Έτσι γίνεται, όταν εμείς τα αφήνουμε όλα στο Θεό. Αφού πολύ καλά τα οικονομεί Εκείνος ως αγαθός κυβερνήτης και κανένα σφάλμα δεν υπάρχει στο θέλημά του. Αλλά χρειάζεται να έχει υπομονή εκείνος που ζητά να σωθεί. Αν δε ζητούμε εμείς να τα κάνει ο Θεός, όπως αρέσουν στη δική μας διάκριση, τότε αλλοίμονο στο χάλι μας.

Η μετάνοια ενός μάγου (π. Αθανάσιος Σιμονωπετρίτης)

Αφηγείται ο πατήρ Αθανάσιος Σιμωνοπετρίτης ότι πριν λίγα χρόνια στις 4 Ιανουαρίου ήταν στην μονή Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους 35 νέοι, οι περισσότεροι φοιτητές. Μόλις τελείωσε η λειτουργία ανεβήκαμε στο αρχονταρίκι για καφέ. Τότε με πλησίασαν δύο νέοι πολύ ευλαβείς και μου είπαν: «Πάτερ, τον βλέπεις αυτόν;». Τους απάντησα, τον βλέπω. «Τον ξέρεις;». Όταν τους είπα ότι για πρώτη φορά τον βλέπω, εκείνοι μου φανέρωσαν ότι είναι μεγάλος μάγος και για αυτό να τον διώξετε από το μοναστήρι. Εγώ τότε αρνήθηκα να τον διώξουμε και ρώτησα τους νέους που τον ξέρουν και αν είναι σίγουροι ότι πράγματι είναι μάγος. Οι νέοι με βεβαίωσαν ότι τον βλέπουν σε ένα μεγάλο κανάλι όπου κάνει μαθήματα μαγείας και μου είπαν και το όνομά του. Εγώ δεν είπα τίποτα στο μάγο.

Το μεσημέρι ο μάγος μόνος του ήρθε και με ρώτησε αν είμαι πνευματικός και όταν απάντησα καταφατικά με παρακάλεσε πολύ για να εξομολογηθεί. Του απάντησα ευχαρίστως μετά τον εσπερινό. Ήλθε και εξομολογήθηκε τέσσερες ώρες. Ήταν για μένα μία από τις συγκλονιστικότερες εμπειρίες της ζωής μου. Ήταν πράγματι μεγάλος μάγος, μου είπε τρομερά πράγματα και έκλαιγε συνεχώς. Κάποια στιγμή τον ρώτησα, γιατί αφού ήσουν τόσο μεγάλος μάγος τα αρνήθηκες. Εκείνος τότε μου φανέρωσε τα εξής συγκλονιστικά: «Διότι κατάλαβα την δύναμη του Χριστού. Τώρα που έγιναν οι ανθρωποθυσίες στην Αθήνα, μου παρουσιάστηκε για τρίτη φορά ο σατανάς και μου υποσχέθηκε ότι θα με κάνει μεγάλο και τρανό, εάν θυσιάσω ένα μωρό και με το αίμα του υπογράψω συμβόλαιο υποταγής σε αυτόν. Εγώ έφριξα και αρνήθηκα να το κάνω αυτό το φρικτό έγκλημα λέγοντας δεν θα το κάνω ποτέ. Ο σατανάς αγρίεψε και ούρλιαζε, θα το κάνεις, θα το κάνεις, θα το κάνεις αλλιώς θα σε εξαφανίσω. Όταν τελικά είπα αποφασιστικά δεν θα το κάνω ποτέ, πάω με τον Χριστό, άφησε μία βρώμα και εξαφανίστηκε, αλλά μου τύφλωσε το ένα μάτι».

Ευχαριστούμε πολύ τον πατέρα Αθανάσιο που φανέρωσε αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα. Βλέπουμε καθαρά την κακουργία του σατανά, το θλιβερό κατάντημα των ανθρώπων που μπλέκουν στη σατανική μαγεία αλλά και την άπειρη φιλανθρωπία του Χριστού, που δέχεται και σώζει όλους τους μετανοημένους αμαρτωλούς. Μακάρι όλοι οι Έλληνες να μετανοήσουμε ειλικρινά και να αγαπήσουμε το Χριστό για να έχουμε την ευλογία και την προστασία Του.

Ένας άθεος πιστεύει λίγο πριν το τέλος (π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος)

Πριν από χρόνια, όταν ήμουν εφημέριος στον ιερό Ναό του Αγίου Βασιλείου Πειραιώς, μ’ εκάλεσαν να εξομολογήσω εκτάκτως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ένα νέο άνδρα, 42 ετών, του οποίου το όνομα, ήτο Ξενοφών.

Όταν πήγα, ήταν σε κακή κατάσταση. Ο καρκίνος με τις ραγδαίες μεταστάσεις τον είχε προσβάλλει και στο κεφάλι. Οι μέρες του μετρημένες. Ήταν μόνος στον θάλαμο, το διπλανό κρεβάτι ήταν άδειο, κι έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας. Και μου είπε τα έξης, για το πώς πίστεψε, αφού υπήρξε, όπως το τόνισε, «σκληρός άθεος» και άπιστος.

«Ήλθα εδώ πριν από 35 περίπου μέρες, σ’ αυτό το δωμάτιο των δύο κλινών. Δίπλα μου ήταν ήδη κάποιος άλλος άρρωστος, μεγάλος στην ηλικία, 80 περίπου ετών. Αυτός ο άρρωστος, πάτερ μου, παρά τους φοβερούς πόνους που είχε στα κόκκαλα -εκεί τον είχε προσβάλει ο καρκίνος- συνεχώς αναφωνούσε «Δόξα Σοι, ο Θεός! Δόξα Σοι, ο Θεός!…» Στη συνέχεια έλεγε και πολλές άλλες προσευχές, που εγώ ο ανεκκλησίαστος και άθεος τις άκουγα για πρώτη φορά. Κι όμως, πολλές φορές μετά από τις προσευχές του ηρεμούσε -κι εγώ δεν ξέρω με ποιόν τρόπο- και τον έπαιρνε γλυκύτατος ύπνος. Ύστερα από δυο-τρεις ώρες ξυπνούσε από τους αφόρητους πόνους, για να ξαναρχίσει και πάλιν «το Χριστέ μου, Σ’ ευχαριστώ! Δόξα στο όνομα Σου!…Δόξα Σοι, ο Θεός!…Δόξα Σοι, ο Θεός!…»

Εγώ μούγκριζα από τους πόνους, κι αυτός ο συνασθενής μου, με τους αφόρητους πόνους, δοξολογούσε τον Θεό. Εγώ βλαστημούσα τον Χριστό και την Παναγία, κι αυτός μακάριζε τον Θεό, Τον ευχαριστούσε για τον καρκίνο που τού έδωσε και τους πόνους που είχε. Τότε εγώ αγανακτούσα όχι μόνο από τους πόνους τους φρικτούς που είχα, άλλα και γιατί έβλεπα αυτόν, τον συνασθενή μου, να δοξολογεί συνεχώς τον Θεό. Αυτός έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα «την Θεία Μεταλαβιά» κι εγώ ο άθλιος ξερνούσα από αηδία.

– Σκάσε, επί τέλους! σκάσε επί τέλους να λες συνεχώς «Δόξα Σοι, ο Θεός»! Δεν βλέπεις πως Αυτός ο Θεός, που εσύ Τον δοξολογείς, Αυτός μας βασανίζει τόσο σκληρά; Θεός είναι αυτός; Δεν υπάρχει. Όχι! δεν υπάρχει…

Και αυτός με γλυκύτητα απαντούσε: «Υπάρχει, παιδί μου, υπάρχει και είναι στοργικός Πατέρας, διότι με την αρρώστια και τους πόνους μας καθαρίζει από τις πολλές μας αμαρτίες. Όπως αν ασχολιόσουν με καμιά σκληρή δουλειά, όπου τα ρούχα σου και το σώμα σου θα βρωμούσαν κυριολεκτικώς, θα χρειαζόσουν μία σκληρή βούρτσα για να καθαριστής καλά, κι εσύ και το σώμα σου και τα ρούχα σου, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Θεός χρησιμοποιεί την αρρώστια σαν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, για να την προετοιμάσει για τη Βασιλεία των ουρανών».

Οι απαντήσεις του μ’ εκνεύριζαν ακόμη περισσότερο και βλαστημούσα θεούς και δαίμονες. Δυστυχώς οι αντιδράσεις μου ήσαν αρνητικές, με το να φωνάζω: «-Δεν υπάρχει Θεός… Δεν πιστεύω σε τίποτα… Ούτε στον Θεό ούτε σ’ αυτά τα «κολοκύθια» που μού λες περί Βασιλείας του Θεού σου…» Θυμάμαι τις τελευταίες του λέξεις:

-Περίμενε και θα δεις με τα μάτια σου πώς χωρίζεται η ψυχή απ’ το σώμα ενός Χριστιανού που πιστεύει. Είμαι αμαρτωλός, αλλά το έλεός Του θα με σώσει. Περίμενε, θα δεις και θα πιστέψεις!

Και η μέρα αυτή έφθασε. Από το νοσοκομείο θέλησαν να βάλουν ένα «παραβάν», όπως ήταν καθήκον τους, αλλά εγώ διαμαρτυρήθηκα. Τούς είπα «όχι, γιατί θέλω να δω πώς αυτός ο γέρος θα πεθάνει!!!».

Τον έβλεπα λοιπόν να δοξολογεί συνεχώς τον Θεό. Πότε έλεγε κάποια «Χαίρε» για την Παναγία, που αργότερα έμαθα ότι λέγονται «Χαιρετισμοί». Κατόπιν σιγοέψαλλε το «Θεοτόκε Παρθένε», το «Από των πολλών μου αμαρτιών…», το «Άξιον εστί», κάνοντας συγχρόνως και πολλές φορές το σημείο του σταυρού.

Σήκωσε κάποια στιγμή τα χέρια του και είπε: «Καλώς τον Άγγελό μου! Σ΄ ευχαριστώ, που ήλθες με τόση λαμπρά συνοδεία να παραλάβεις την ψυχή μου. Σ’ ευχαριστώ!… Σ’ ευχαριστώ!…» Ανασηκώθηκε λίγο, ξανασήκωσε τα χέρια του ψηλά, έκαμε το σημείο του σταυρού, σταύρωσε τα χεράκια του στο στήθος του και εκοιμήθη!

Ξαφνικά το δωμάτιο πλημμύρισε από φως, λες και μπήκαν μέσα δέκα ήλιοι και περισσότεροι, τόσο πολύ φωτίστηκε το δωμάτιο! Ναι, εγώ ο άπιστος, ο άθεος, ο υλιστής, ο «ξιπασμένος», ομολογώ ότι όχι μόνον έλαμψε το δωμάτιο άλλα και μια ωραιότατη μυρωδιά απλώθηκε σ’ αυτό, ακόμη και σε ολόκληρο τον διάδρομο, και μάλιστα όσοι ήσαν ξυπνητοί και μπορούσαν, έτρεχαν εδώ κι εκεί, για να διαπιστώσουν από που ήρχετο η παράξενη αυτή μυρωδιά.

Έτσι, πάτερ μου, πίστεψα, γι’ αυτό και φώναξα για Εξομολόγο ύστερα από τρεις ημέρες. Την άλλη μέρα όμως, τα ‘βαλα με τους δικούς μου, την μάνα μου και τον πατέρα μου, ύστερα με τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, με τη γυναίκα μου, με τους συγγενείς και τους φίλους, και τους φώναζα και τους έλεγα:

– Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για τον Θεό, την Παναγία και τους Αγίους; Γιατί δεν με οδηγήσατε ποτέ στην Εκκλησία; Γιατί δεν μου είπατε ότι υπάρχει Θεός και υπάρχει και θάνατος και κάποτε αυτή η ψυχή θα χωρισθεί από το σώμα για να δώσει τον λόγο της; Γιατί με σπρώξατε με την συμπεριφορά σας στην αθεΐα και στον μαρξισμό; Εσείς με μάθατε να βλαστημώ, να κλέβω, να απατώ, να θυμώνω, να πεισμώνω, να λέω χιλιάδες ψέματα, να αδικώ, να πορνεύω…

Εσείς με μάθατε να είμαι πονηρός, καχύποπτος, ζηλιάρης, λαίμαργος, φιλάργυρος και κακός. Γιατί δεν μου διδάξατε την αρετή; Γιατί δεν μου διδάξατε την αγάπη; Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για τον Χριστό; Γιατί;… Από αυτή τη στιγμή μέχρι που να πεθάνω, θα μου μιλάτε μόνο για τον Θεό, τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγγέλους, τους Αγίους. Για τίποτε άλλο.

Ήρχοντο οι δικοί μου, οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, και τους ρωτούσα τον καθένα χωριστά ή όλους μαζί: «-Έχετε να μου πείτε κάτι σημαντικό για τον Θεό; διότι Αυτόν θα συναντήσω! Λέγετε….. Εάν δεν ξέρετε, να μάθετε. Οι μέρες περνάνε κι εγώ θα φύγω. Και σ’ ένα – δυο επισκέπτες: «- Αν δεν ξέρεις ή αν δεν πιστεύεις, να φύγεις!…»

Τώρα πιστεύω με όλη μου την καρδιά, και θέλω να εξομολογηθώ όλες τις αμαρτίες μου από μικρό παιδί…»

Ήτο σταθερός και αμείλικτος με το παλαιό εαυτό του ο Ξενοφών. Και το έλεος του Θεού ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο! Εξομολογήθηκε με ειλικρίνεια, κοινώνησε δυο-τρεις φορές και υστέρα από πάλη μερικών ημερών με τον καρκίνο, έφυγε εν πλήρη μετάνοια, με ζέουσα την πίστη, ειρηνικά, οσιακά, δοξολογώντας κι’ αυτός τον Θεό.

Η απλότητα του γερο-Αυγουστίνου

Ένας ευλογημένος αγιορείτης μοναχός, ο γερο Αυγουστίνος ο Ρώσος (1882-1965), ήταν πολύ ενάρετος, πολύ ταπεινός και πολύ αγωνιστής.

Κάποτε παρουσιάστηκε ο διάβολος μέσα στο κελί του σαν σκύλος φοβερός.

Πετούσε φωτιές από το στόμα και όρμησε πάνω στο γέροντα για νά τον πνίξει, επειδή, όπως του είπε, καιγόταν από τις προσευχές του.

Ο γερο-Αυγουστίνος τον άρπαξε και τον πέταξε στον τοίχο φωνάζοντας: Κακέ διάβολε, γιατί πολεμάς τα πλάσματα του Θεού;

Ο διάβολος, κατατρομαγμένος απ' την αναπάντεχη υποδοχή, έγινε άφαντος.

Ύστερα όμως ο αγαθότατος και απλούστατος γέροντας είχε τύψεις, επειδή... χτύπησε το διάβολο !

Περίμενε με αγωνία πότε νά φωτίσει, για νά πάει στον πνευματικό του νά εξομολογηθεί το "αμάρτημα" του.

Πραγματικά, μόλις φώτισε πήγε στην Προβάτα (μιάμιση ώρα απόσταση από το κελί του), όπου ήταν ο πνευματικός του, και εξομολογήθηκε.

Ό πνευματικός μου όμως ήταν πολύ συγκαταβατικός", διηγιόταν αργότερα ο γέροντας, "και δεν μου έβαλε κανένα κανόνα, αλλά μου είπε νά κοινωνήσω. Εγώ, από τη χαρά μου, όλη τη νύχτα έκανα κομποσχοίνι, και μετά πήγα στη θεία λειτουργία και κοινώνησα.

Όταν ο παπάς έβαζε την άγία λαβίδα ατό στόμα μου, είδα την άγία Κοινωνία κομμάτι κρέας και αίμα! Και τη μασούσα για νά την καταπιώ! Παράλληλα ένιωθα και μία μεγάλη αγαλλίαση, πού δεν μπορούσα νά την αντέξω.

Από τα μάτια μου έτρεχαν γλυκά δάκρυα, και το κεφάλι μου φώτιζε σαν λάμπα.

Έφυγα γρήγορα για νά μη με δουν οι πατέρες, και την ευχαριστία για τη Θεία Μετάληψη τη διάβασα μόνος μου στο κελί μου".

Η ζάχαρη έδιωξε την γλυκύτητα της ευχής

Οι παλιοί πατέρες είχαν φτάσει σε τέτοια μέτρα και τέτοια λεπτότητα στην πνευματική ζωή, που και το παραμικρό παράπτωμα τους φαινόταν μεγάλο και τους επηρέαζε.

Διηγήθηκε ο γερω- Καλλίνικος ο ησυχαστής:

«Ήταν στο Ρωσικό κάποιος μοναχός που είχε τη νοερά προσευχή. Κάποια φορά είπε στον υποτακτικό του να του κάνει ένα τσάϊ και να βάλει και δυο κουταλιές ζάχαρη. Το ήπιε και ύστερα πήγε να προσευχηθεί. Αισθανόταν μεγάλη δυσκολία, ξηρασία, καμία ενέργεια της ευχής.

Προσπαθούσε, πέρασαν μερικές μέρες, ανησύχησε και ήρθε να με ρωτήσει. Τον ρώτησα τι έκανε πριν χάσει την ευχή. Δεν έκανα τίποτα είπε, και μου ανέφερε για το τσάϊ. Του είπα να πάει για έξι μήνες να κάνει κάποιες ασκήσεις και σε έξι μήνες να έρθει.

Μετά από έξι μήνες ξαναγύρισε. Κατάλαβα τότε ότι η αιτία που έχασε την ευχή ήταν η ζάχαρη. Αυτός είχε την γλυκύτητα της Θείας Χάριτος και έπρεπε να περιφρονεί τις ανθρώπινες «γλυκύτητες».

Υποχώρησε όμως στην γλυκύτητα της ζάχαρης και ο Θεός του στέρησε για λίγο την θεία παρηγοριά. Άλλοι και ένα τσουβάλι ζάχαρη να φάνε δεν παθαίνουν τίποτα, ενώ αυτός αλλοιώθηκε, γιατί ενώ είχε την θεία Χάρη, αναζήτησε κάτι άλλο».

Η θέα του Άκτιστου Φωτός και η υπομονή

Γνώρισα έναν υπέργηρο ιερέα με 70 χρόνια στην ιεροσύνη. Χή­ρεψε από πολύ νωρίς, υστέρα από 12 χρόνια γάμου. Από την έγγα­μη του ζωή απέκτησε 7 παιδιά, τα οποία μεγάλωσε με πολύ μεγάλο κόπο, χωρίς να βάλη άνθρωπο στο σπίτι του ούτε συγγενή για να βοηθήσει στη μαρτυρική ανατροφή τους. Ταυτόχρονα έπρεπε να αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα πού έχει μια ενορία με την πληθώρα των λειτουργικών και ποιμαντικών καθηκόντων. Παράλληλα έπρεπε να αντιμετωπίζει με ηθική αξιοπρέπεια και το οξύ πρόβλημα της προσωπικής του χηρείας, διότι ήταν νέος στην ηλικία άνθρωπος. Έτσι είχε βαθύτατο πόνο στην καρδιά, πού τον έβγαζε πολλές φορές όταν λειτουργούσε.

Τα χρόνια κυλούσαν... κάποια όμως Κυριακή μηνός Ιουλίου, καθ' όν χρόνον λειτουργούσε και είχε φθάσει στον Χερουβικό ύμνο, τη στιγμή πού έκλινε το κεφαλάκι του και άρχισε να διαβάζει την ευ­χή, πού ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον λειτουργό ιερέα: «Ου­δείς άξιος των συνδεδεμένων ταίς σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς...» εντελώς απροσδόκητα άστραψε ο τόπος σαν να έγινε ένας δυνατός σεισμός, του οποίου ή φωτοπλημμύρα εξαφάνισε τα πάντα γύρω του: την κόγχη, τους τοίχους του αγίου Βήματος και όλον τον Ναό.

Κατακλύσθηκε από τόσο υπερκόσμιο φως, πού δεν μπορούσε πλέον να το δη και έκλεισε τα μάτια του, πέφτοντας συγχρόνως στα γόνατα μπροστά στην αγία Τράπεζα. Δεν μιλούσε. Βουβάθηκε και δεν μπορούσε να άνοιξη πλέον τα μάτια του από την εκτυφλωτική λαμπρότητα αυτού του φωτός των χιλίων ήλιων...

Ψυχοσωματικά όμως μου δώρισε τόση γαλήνη, τόση ειρήνη και τόση θεία ευφροσύνη, πού την απολάμβανε κάθε κύτταρο της υπάρξεως μου...Πολλά συναισθήματα ουράνια και πέρα από κάθε λογική πλημμύρισαν την ψυχή μου, την καρδιά μου, το είναι μου, όλες μου τις αισθήσεις, όλους τους πόρους του σώματος μου, μέχρι και στα κόκαλα μου εισήλθε ή υπέρλογη αυτή ειρήνη και μακαριότητα, πού δεν ήθελα άλλο να ζήσω, αλλά να πεθάνω μέσα σε αυτή την ακατάληπτη ευτυχία πού ζούσα.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε...και να πού όλα πέρασαν, έφυγαν κι εγώ ήμουν ακόμη γονατιστός μπροστά στην αγία Τράπεζα, εκστατικός και τρισευτυχισμένος! Σαν αστραπή πέρασε ένας λο­γισμός και μου είπε: «Ένα λεπτό ακόμη και θα πέθαινες.. Η θεία μακαριότητα της Τριαδικής Βασιλείας του Θεού δεν βαστάζεται α­πό το ανθρώπινο σαρκίον» και τότε σηκώθηκα κατασυγκινημένος. Άλλωστε έξω ο ιερο­ψάλτης είχε τελειώσει το Χερουβικό. Τελείωσα την ευχή, θυμιάτι­σα και με φόβο, συντριβή και συγκίνηση πολλή έκανα την Μεγάλη Είσοδο. Τα βήματα μου όχι σταθερά, αλλά και ή εκφώνησης «Πάντων η­μών μνησθείη Κύριος ο Θεός...» ήταν σαν την κραυγή του ληστού πά­νω στο σταυρό ».

Τόσο δυνατή, συντετριμμένη και ικετευτική ήταν ή κραυγή του λειτουργού αυτού ιερέως, αλλά και τόση συγχρόνως ή έκφρασης της μεγάλης του ευγνωμοσύνης. Από τότε δόξαζε τον Θεό: και για τη χηρεία του και για τα ορφανά παιδιά του και για την ανθρώπινη μοναξιά και για τις αρρώστιες και για τα βάσανα και για τις ιερατικές του ταλαιπωρίες και για κάθε θλίψη της ζωής του.

Γέρων: Παιδί μου δίκαιο έχεις. Πολλές φορές οι άνθρωποι πέφτουν στην παγίδα του πονηρού και κάνουν τυπικά κάποιες εξωτερικές προσπάθειες για να δείχνουν ότι είναι αυτό που λέμε «καλοί Χριστιανοί». Αλλά παιδί μου άλλο «καλός Χριστιανός» και άλλο «αγαπητό τέκνο του Υψίστου». Τα «αγαπητά τέκνα» είναι αυτοί που ότι κάνουν το κάνουν για να ευαρεστούν τον Θεό και όχι για να δημιουργούν εντυπώσεις στους ανθρώπους. Έτσι και η αλάδωτη νηστεία όταν γίνεται σαν μια ελάχιστη προσφορά αγάπης μέσω της σχετικής μας κακοπάθειας-στέρησης, τότε είναι ευάρεστη στον Θεό και αποτελεί μια μορφή άσκησης. Όταν όμως γίνεται εγωιστικά και με κίνητρο την αυτοπροβολή τότε είναι άχρηστη αλλά και επιβλαβείς. Θέλει πολύ προσοχή γιατί αυτά είναι λεπτά θέματα.

Νέος: Γέροντα και πώς καταλαβαίνει κανείς αν το κάνει για τον Θεό ή για τους ανθρώπους;;; Μερικές φορές είναι δυσδιάκριτο και ενώ νομίζουμε ότι κάνουμε κάτι προς δόξαν Θεού τελικά το κάνουμε για αυτοπροβολή.

Γέρων: Α, αυτό είναι πολύ απλό… όταν κάνεις κάτι για τον Θεό και μόνο, τότε νιώθεις μια εσωτερική χαρά-την πνευματική χαρά, και ενώ κατά κάποιον τρόπο καταπιέζεις τον εαυτό σου, εσύ παρόλα αυτά νιώθεις μια εσωτερική ανεξήγητη χαρά, χωρίς να σε απασχολεί τι λένε οι άλλοι. Πολλές φορές νιώθεις σαν να πετάς αδιαφορώντας για την στέρησή σου… Τότε ξέρεις ότι είναι ευάρεστο στον Θεό.

Νέος: Γέροντα άλλοι πάλι κάνουν νηστεία για αποτοξίνωση… εσύ τι λες γι’ αυτό;

Γέρων: Παιδί μου αυτό είναι πάλι για την υγεία του σώματος και όχι θυσία για τον Θεό. ο Άγιος Παΐσιος έλεγε ότι είναι μια μορφής γιόγκα! Τόσο πολύ το κατέκρινε. Σκέψου τι αξία έχει να προσφέρεις σε κάποιον ένα δώρο που σκοπό έχει να ωφελήσει εσένα και όχι να ευαρεστήσει τον άλλο… Δεν θα ήταν καλύτερα να μην το έδινες καθόλου; Είναι μια κοροϊδία κατά κάποιο τρόπο. Γι’ αυτό και εμείς δεν θέλουμε να σκεπτόμαστε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το αν η νηστεία βοηθάει και το σώμα είναι ένα επιπλέον «μπόνους» από τον Πανάγαθο Θεό μας αλλά δεν γίνεται με αυτόν τον σκοπό. Όταν ο άνθρωπος νηστεύει ημερεύει. Τα πάθη του ατονούν και τον τρέμει ο διάβολος. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στα ζώα ακόμη. Σκέψου πως είναι ένα αρνάκι και πώς ένας λύκος… Ο Κύριός μας νήστεψε 40 ολόκληρες ημέρες και εμείς οι αμαρτωλοί που το έχουμε ανάγκη δεν πρέπει άραγε να νηστεύουμε;;;. Υπό μία προϋπόθεση βέβαια… να έχουμε την υγεία μας και μόνο με την ευχή του πνευματικού μας.

Αυτά άκουσε ο νέος και έφυγε ωφελημένος…

Η «προχωρημένη» γιαγιά

Στις εφηβικές μου αναμνήσεις συνυπάρχουν τα πάρτι, η ρόκ μουσική και η γιαγιά μου. Για εκείνην, η ρόκ μουσική δεν ήταν παρά ένας κακότεχνος θόρυβος. Πάντως σεβόταν περισσότερο την νεανική μας σύγχυση, από όσο εμείς την νηφάλια σοφία της. Ήξερε που πηγαίναμε, αλλά ποτέ δεν έμπαινε στον πειρασμό να αντιπαρατεθεί προς ό,τι θεωρούσε φυσικό για την ηλικία μας.

Σηκωνόταν, μας φιλούσε, ευχόταν να περάσουμε καλά, κι ύστερα προσέθετε να έχουμε τον Χριστό στην καρδιά μας εκεί που θα είμαστε, και ας κάνουμε ό,τι θέλουμε.

Μετά μας σταύρωνε, ευχόταν να είναι η Παναγιά μαζί μας, και συμπλήρωνε διστακτικά, σαν να μην ήταν σίγουρη αν έπρεπε όχι να το ξεστομίσει, να μην αργήσουμε, γιατί θα προσευχόταν για μας όσο λείπαμε και δεν άντεχε να ξενυχτάει… Τελειόφοιτος της Ιατρικής, αφελώς πεπεισμένος για την παντοδυναμία της επιστήμης, βρέθηκα στην Μονή Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ.

Έμεινα μόνο λίγες μέρες στο μοναστήρι αλλά η ανακάλυψη υπήρξε συγκλονιστική. Οι μοναχοί ζούσαν με τον τρόπο της γιαγιάς μου. Αναγνωριστικά σημάδια: το κομποσχοίνι, το ανεπιτήδευτο χαμόγελο και η άνευ όρων αποδοχή του άλλου. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα πήγα να δω τη γιαγιά. Μισοαστεία-μισοσοβαρά της είπα κάποια στιγμή: «Τόσα κομποσχοίνια έχεις, δεν θα μου δώσεις κι εμένα ένα;» Σοβάρεψε απότομα. Σχεδόν βούρκωσε. Πήγε και μου έφερε ένα κομποσχοίνι μεταξωτό και είπε:

«Πάρτο. Είναι το δικό σου. Στο φυλάω τρία χρόνια και περίμενα πότε θα μου το ζητήσεις». Η γιαγιά μου περίμενε να γυρίσω· από τα πάρτι, από τήν Αγγλία, από τον λανθασμένο δρόμο. Εγώ, και όσοι άλλοι συμπεριλαμβάνονταν στην προσευχή της… Λίγους μήνες, πριν την αναχώρηση από τα επίγεια, με είχε πάρει ιδιαιτέρως και με αιφνιδίασε πάλι. Σε ένα χαρτοκιβώτιο είχε μαζέψει μια σειρά με όλα τα λειτουργικά βιβλία. Με την ίδια απλότητα, που μου έδωσε το «δικό μου» κομποσχοίνι, μου άφησε ρητή εντολή:

«Αν κάποιος από σας γίνει ιερέας, θα τα κρατήσει αυτός. Αν όχι, θα βρεις κάποιο φτωχό ναό και θα τα δώσεις εκεί»… Στην κηδεία της πολλοί άγνωστοι εμφανίστηκαν και μιλούσαν γι” αυτήν με ευγνωμοσύνη.

Όπως εκείνη η ηλικιωμένη κυρία, που έλεγε ότι η γιαγιά συνέχισε να την δέχεται στο σπίτι της, όταν όλοι την απέφευγαν. Και αυτό, γιατί απόκτησε ένα εξώγαμο παιδί λίγο μετά τον πόλεμο και την θεωρούσαν πόρνη. Διηγιόταν, ανάμεσα στα κλάματα, πως της έχωνε τσάντες με τρόφιμα κάτω από το παλτό, παρακαλώντας την να μην το μάθει κανείς…».

Η γιαγιά μου και πολλοί άλλοι ευλογημένοι παππούδες και γιαγιάδες αναπαύονται πια εν ειρήνη. Η ευθύνη για το σήμερα και το αύριο έχει περάσει στα χέρια μας. Καλούμαστε να καθρεφτίσουμε τον εαυτό μας στην παρακαταθήκη που μας άφησαν και να προβληματιστούμε σοβαρά για τον τρόπο, που θα διαχειριστούμε την πνευματική μας κληρονομιά.

Δεν πρέπει ούτε για αστείο να επικαλούμαστε τον διάβολο!
Στην Σκήτη του Αγ. Παντελεήμονος στο Κουτλουμούσι, ο μοναχός Ιωσήφ, θέλησε να επισκευάσει, στο πάτωμα της καλύβας του, ένα σανίδι που είχε σπάσει.

Καθάρισε το σάπιο, πήρε με ακρίβεια τα μέτρα, έκοψε το σανίδι και πήγε να το τοποθετήσει.

Όταν το έβανε στη θέση του, το σανίδι ήταν μεγαλύτερο. Το πήρε, έκοψε το περίσσιο και πήγε πάλι να το τοποθετήσει. Το είδε πως ήταν μικρότερο απ΄ ότι έπρεπε.

Ο Γέρο – Ιωσήφ, ήταν μαραγκός στο επάγγελμα. Παίρνει για δεύτερη φορά τα μέτρα, κόβει άλλο σανίδι στα μέτρα που χρειάζονταν με ακρίβεια, πήγε να το βάλει στη θέση του, αλλά και πάλι περίσσευε, το έκοψε, κι όταν πήγε να το καρφώσει, έγινε μικρότερο.

Τότε έχασε την υπομονή του και με θυμό είπε : «Άει στο διάβολο, διάβολε, τί έχεις, τί να σου κάμω για να ταιριάξεις; Τέσσερις φορές σε μέτρησα και τέσσερις σε έκοψα, τώρα τί διάβολο έχεις και δεν ταιριάζεις»;

Ο ταλαίπωρος αυτός μοναχός, αντί να ειπεί την ευχή και να επικαλεστεί τη θεία βοήθεια στην εργασία του, προτίμησε να μνημονεύσει τον διάβολο, ο οποίος δεν άργησε αλλά κάτι τέτοιες ευκαιρίες ζητάει, γι΄ αυτό παρουσιάστηκε μπροστά του, ο διάβολος, μ' όλη την αγριωπή μορφή του και του είπε: «Με φώναξες γέροντα, τί είναι, τί θέλεις; Εδώ είμαι 'γω για να σε βοηθήσω».

Ο Γέρο – Ιωσήφ τρομαγμένος έκαμε το σταυρό του, παράτησε το σανίδι κι έτρεξε στον Πνευματικό του να εξομολογηθεί, αλλά από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει περισσότερα από 30 χρόνια και δεν μπορεί να συνέλθει, του έμεινε ο φόβος και μια αφηρημάδα στο μυαλό, σαν αντιμισθία από τον διάβολο.

Τούτο ας γίνει μάθημα σε όλους, μικρούς και μεγάλους, να μη λένε το διάβολο, ούτε για αστεία.

Επειδή, ο διάβολος βάνει τον άνθρωπο να θυμώνει και στον θυμό του επάνω, τον βάνει να βρίζει ή να βλασφημεί τα θεία, κι αν δεν κατορθώσει τούτο, τον πείθει να ειπεί στον συνάνθρωπό του, στον αδελφό του, στο παιδί του, ή και στον εαυτό του ακόμη, «Άει στο διάβολο».

Τούτο γίνεται κακίστη συνήθεια και πολλοί γονείς στέλνουν τα παιδιά τους στον διάολο.

Ενώ μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει καλές συνήθειες κι αντί να λέει «άει στο διάβολο», να λέει «άει στην ευχή» ή «άει στο καλό σου» ή όπως συνηθίζουν οι πατέρες να λένε «να σε πάρει η ευχή» ή «ο Θεός να σ΄ ελεήσει», που είναι το καλύτερο απ΄ όλα.

Έτσι συνηθίζει ο άνθρωπος να εύχεται και να λέει πάντοτε τα καλά, σύμφωνα με την Αγία Γραφή «ευλογείτε και μη καταράσθε» (Ρωμ. 12, 14).

Υπάρχει ζωή μετά τη... γέννηση;

Στην κοιλιά της εγκύου δύο έμβρυα συνομιλούν. Το ένα είναι σκεπτικιστής, το άλλο, γεμάτο εμπιστοσύνη και πίστη. Tο γεμάτο αμφιβολίες έμβρυο ρωτάει: "Και πιστεύεις πραγματικά σε μια ζωή μετά τη γέννηση;"

Το έμβρυο που πιστεύει, απαντά: "Ασφαλώς, ναι. Για μένα είναι απόλυτα βέβαιο ότι υπάρχει ζωή μετά τη γέννησή μου. Η ζωή εδώ, είναι μόνο για να μας μεγαλώνει, ώστε να μπορούμε να προετοιμάζουμε τους εαυτούς μας για τη ζωή μετά τη γέννησή μας, έτσι ώστε να είμαστε αρκετά δυνατά για ό,τι μας περιμένει μετά."

Ο μικρός σκεπτικιστής έχει εκνευριστεί: "Αυτό είναι αρκετά ανόητο. Δεν υπάρχει ζωή μετά τη γέννηση. Πώς θα έμοιαζε μια τέτοια ζωή, ούτως ή άλλως;"

Ο μικρός πιστός όμως, υποστηρίζει: "Δε γνωρίζω. Αλλά σίγουρα θα έχει πολύ περισσότερο φως από εδώ. Και ίσως να στεκόμαστε στα πόδια μας και να τρώμε με το στόμα μας!"

Το γεμάτο αμφιβολίες έμβρυο ξεσπάει: "Ένα μάτσο ανοησίες! Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως το περπάτημα. Και φαγητό με το στόμα είναι πραγματικά μια εντελώς γελοία ιδέα – έχουμε τον ομφάλιο λώρο, που μας τροφοδοτεί αρκετά καλά, ήδη! Αυτό από μόνο του μας δείχνει ότι η ζωή μετά τη γέννηση είναι αδύνατη: ο ομφάλιος λώρος είναι πολύ κοντός!"

Ο μικρός πιστός παραμένει ακλόνητος: "Είναι όντως δυνατή. Απλά μπορεί να είναι λίγο διαφορετική από ό,τι είμαστε εδώ."

Ο μικρός σκεπτικιστής σιγά-σιγά χάνει την υπομονή του μπροστά σε τόση χαζομάρα: "Κανείς, και εννοώ ποτέ κανείς, δεν ήρθε πίσω μετά τη γέννηση! Ρίξε μια ματιά σε αυτό: η γέννηση είναι απλά το Τέλος της Ζωής. Τελεία και παύλα. Και κάτι ακόμα για σένα και τα τρελά όνειρά σου: Η ζωή είναι μία μεγάλη σκοτούρα μέσα στο σκοτάδι, αυτό είναι!"

Ο μικρός πιστός δεν το αφήνει έτσι: "Το παραδέχομαι ότι δεν γνωρίζω πώς ακριβώς είναι η ζωή μετά τη γέννηση. Αλλά σε κάθε περίπτωση εμείς θα δούμε τελικά τη μητέρα μας και αυτή θα μας φροντίσει."

Ο σκεπτικιστής γούρλωσε τα μάτια του: "Μητέρα! Πιστεύεις στη μητέρα; Είναι γελοίο! Με συγχωρείς, αλλά. πού είναι αυτή, θα ήθελα να σε ρωτήσω;"

Ο μικρός πιστός κάνει μια χειρονομία με το χέρι: "Αυτή είναι εδώ! Παντού γύρω μας. Ζούμε μέσα σ' αυτήν, καθώς και μέσω αυτής. Χωρίς αυτήν εμείς δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρχουμε!"

Ο μικρός σκεπτικιστής δεν είναι δυνατόν τώρα να συγκρατηθεί: "Αυτό φτάνει πραγματικά το αποκορύφωμα της ανοησίας. Και για κανένα λόγο δεν μπορώ να δω πουθενά τη μητέρα σου. Ούτε ένα κομμάτι της - είναι αρκετά προφανές - διότι απλά-δεν-υπάρχει!"

Το μικρό, που πιστεύει, κουνάει το κεφάλι του και κλείνει τα μάτια: "Μερικές φορές, όταν είμαστε πολύ ήσυχα, την ακούω να τραγουδά. Ή να χαϊδεύει τον κόσμο μας. Νιώθω και έχω την αίσθηση και πιστεύω σταθερά, ότι η γέννηση είναι ένα μεγάλο νέο ξεκίνημα!"

Ούτε πέντε Χριαστιανοί

Μετὰ ἀπὸ τὴν πτώση τῆς Βασιλεύουσας ὁ Μωάμεθ ὁ Β΄ ἐγκαταστάθηκε στὸ «ἱερὸν παλάτιον» τοῦ Κωνσταντίνου. Χαρούμενος καὶ ἐνθουσιασμένος γιὰ τὸ μεγάλο στρατηγικὸ κατόρθωμα τῆς Ἁλώσεως τῆς Πόλης, παρέθεσε πλούσιο γεῦμα στοὺς στρατηγοὺς καὶ ἀξιωματούχους του. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ γεύματός τους ὅμως, ξαφνικὰ πρόσεξε σὲ ἕναν τοῖχο τοῦ δωματίου νὰ ἐμφανίζεται μία παλάμη μὲ ἀνοιχτὰ τὰ πέντε δάκτυλά της πρὸς αὐτόν. Πάγωσε ἀπὸ τὸν φόβο του καὶ ρώτησε τοὺς ἄλλους συνδαιτημόνες του ἐὰν τὴν βλέπουν καὶ αὐτοί. Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν ὅτι τὴν βλέπουν, ἀλλὰ δὲν ξέρουν τί μπορεῖ νὰ σημαίνει.

Ρώτησε λοιπὸν τοὺς μάγους καὶ σοφοὺς ποὺ εἶχε στὴν ὑπηρεσία του νὰ τοῦ ἑρμηνεύσουν τί σημαίνει ἡ ἀνοιχτὴ παλάμη ποὺ βλέπει, ἀλλὰ κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ τοῦ δώσει μία ἀπάντηση. Τότε, κάποιος μάγειρας χριστιανὸς τοῦ εἶπε νὰ βρεῖ ἕναν χριστιανὸ ἅγιο καὶ αὐτὸς θὰ τοῦ πεῖ τί πραγματικὰ σημαίνει. Ἔψαξε καὶ τελικὰ βρῆκε κάποιον ἅγιο ποὺ τοῦ ὑπέδειξαν οἱ ἐναπομείναντες χριστιανοὶ τῆς Πόλης. Ὁ ἅγιος αὐτὸς ἦταν ὁ Γεώργιος (Γεννάδιος) Σχολάρχης.

Τ
ὸν ρώτησε λοιπὸν ὁ Μωάμεθ ἂν γνωρίζει νὰ τοῦ ἐξήγηση τί σημαίνει ἡ ἀνοιχτὴ παλάμη ποὺ ἐξακολουθοῦσε νὰ βλέπει μπροστά του. Τοῦ εἶπε ὁ Σχολάρχης ὅτι πρέπει νὰ τοῦ δώσει περιθώριο 7 ἡμερῶν γιὰ νὰ νηστεύσει καὶ νὰ παρακαλέσει τὸ Θεὸ νὰ τοῦ φανερώσει τί σημαίνει, καὶ ἀφοῦ γίνει αὐτό, θὰ ’ρθει νὰ τοῦ τὸ πεῖ. Πράγματι, μετὰ ἀπὸ 7 ἡμέρες ὁ Γεώργιος Σχολάρχης παρουσιάζεται μπροστὰ στὸ Σουλτάνο καὶ τοῦ λέει: ὁ Θεὸς μοῦ εἶπε: Τὰ πέντε ἀνοικτὰ δάκτυλα ποὺ βλέπεις σημαίνουν ὅτι, ἐὰν πέντε ἀληθινοί, πραγματικοὶ χριστιανοὶ βρισκόντουσαν μέσα στὴν Πόλη, ἐσὺ δὲν θὰ τὴν καταλάμβανες ποτέ. Μόλις τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ Μωάμεθ τρόμαξε καὶ ἀμέσως χάθηκε ἡ ἀνοιχτὴ παλάμη ποὺ ἔβλεπε μπροστά του μέχρι ἐκείνη τὴν ὥρα. Πέντε ἀληθινοὶ χριστιανοὶ δὲν ὕπηρχαν μέσα στὴν Κωσταντινούπολη πρὶν αὐτὴ πέσει στὰ χέρια τῶν Ἀγαρηνῶν. Ὁ Θεὸς πάντοτε μετροῦσε πόσους ἐνάρετους ἀνθρώπους ἔχει ἡ κάθε πόλη πρὶν τὴν ἀφήσει νὰ καταστραφεῖ καὶ νὰ ἄρει τὴν προστασία του ἀπὸ αὐτή. Ἡ Κωνσταντινούπολη ἔπεσε. Τὸ σκοτάδι ἁπλώθηκε σὲ ὅλη τὴν Εὐρώπη. Ἡ ἡμισέληνος ἀνέτειλε κρύβοντας τὸ λαμπρὸ φῶς τοῦ ἡλίου.


Ο μοναχός που όλοι τον κατέκριναν

Μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.


Και όπως από κάθε λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες. Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιας πόρνης για όλη τη νύχτα.

Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. Τα χρόνια πέρναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή. Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει.

Και πώς να τον αφήσουν χωρίς ταφή για χριστιανό;

Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον αποχαιρετήσει;

Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! Κάποιος γνώρισε σε κάποια από αυτές το πρόσωπο μιας πόρνης, που είχε καιρό να δει στο λιμάνι… δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. Κάποιες άλλες, απλά τους θυμίζαν κάτι απόμακρο.

Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μια νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους.

Τότε η πόλη έμαθε, ότι αυτός που νομίζαν ότι είναι το «σκάνδαλο» ήταν η αγνότητα, η άδολη αγάπη, η αυταπάρνηση, ο άνθρωπος, ο λόγος του Θεού, η προσευχή και η θέωση. Γιατί ο άνθρωπος του Χριστού δεν κρίνεται στη διάρκεια της ζωής του, αλλά στο τέλος της.

Χτίζετε γέφυρες ή φράκτες;

Μια φορά κι έναν καιρό, μάλωσαν δύο αδέλφια που ζούσαν σε γειτονικές φάρμες. Ήταν το πρώτο σοβαρό ρήγμα στη σχέση τους. Για 40 χρόνια, εργάζονταν μαζί ως γεωργοί, μοιράζονταν χωρίς κανένα πρόβλημα τα γεωργικά μηχανήματα, και συνεργάζονταν αρμονικά για την εμπορία των προϊόντων τους.

Όμως, η μακρά συνεργασία τους διεκόπη απότομα. Η διένεξη ξεκίνησε από μια μικρή παρεξήγηση, εξελίχθηκε σε μια σημαντική διαφορά, και τελικά κατέληξε σε ανταλλαγή πικρών κουβέντων.

Ένα πρωί κάποιος χτύπησε την πόρτα του μεγαλύτερου αδελφού. Εκείνος άνοιξε και αντίκρισε έναν άνθρωπο με την εργαλειοθήκη ενός ξυλουργού.

«Ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών» είπε. «Ίσως έχετε ανάγκη για κάποιες μικροεργασίες και θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος».

«Πράγματι» αναφώνησε ο μεγαλύτερος αδελφός. «Έχω μια δουλειά για σένα. Κοίταξε σε εκείνο τον κολπίσκο στο απέναντι αγρόκτημα. Αυτός είναι ο γείτονάς μου. Στην πραγματικότητα, είναι ο μικρότερος αδερφός μου. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα υπήρχε ένα χωράφι ανάμεσα μας.

Όμως, έσκαψε με την μπουλντόζα του μέχρι το ανάχωμα του ποταμού και τώρα υπάρχει ένα ποταμάκι ανάμεσα μας. Λοιπόν, μπορεί να κατάφερε να μ" εκνευρίσει, αλλά εγώ θα κάνω κάτι χειρότερο.»

«Βλέπεις αυτή τον σωρό με ξύλα στο στάβλο; Θέλω να φτιάξεις ένα ψηλό φράχτη. Δεν θέλω να ξαναδώ το πρόσωπό του».

Ο ξυλουργός απάντησε: «Νομίζω ότι καταλαβαίνω την κατάσταση. Πιστεύω ότι μπορώ να τα καταφέρω και ότι στο τέλος θα ευχαριστηθείς με τη δουλειά μου».

Ο μεγαλύτερος αδελφός έπρεπε να πάει στην πόλη γα να τελειώσει κάποιες δουλειές. Έτσι, βοήθησε τον ξυλουργό να μεταφέρει τα ξύλα, και έφυγε για την πόλη.

Ο ξυλουργός εργάστηκε σκληρά κατά τη διάρκεια της μέρας. Λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα, όταν ο γεωργός επέστρεψε, ο ξυλουργός είχε μόλις τελειώσει τη δουλειά του.

Τα μάτια του αγρότη γούρλωσαν από αυτό που αντίκρισε. Δεν είχε κατασκευαστεί ο φράχτης που είχε ζητήσει. Αντί για τον φράχτη, υπήρχε μια γέφυρα από την μια μεριά του ρέματος μέχρι την άλλη.

Εκείνη την ώρα, είδε από την άλλη μεριά της γέφυρας να έρχεται προς το μέρος του ο γείτονας, ο νεώτερος αδελφός του. Όταν τον πλησίασε, άπλωσε τα χέρια του και αναφώνησε:

«Είσαι ο καλύτερος αδελφός που θα μπορούσα να είχα. Μετά από όλα όσα έχω κάνει και έχω πει εναντίον σου, έχτισες μια γέφυρα ανάμεσα μας».

Τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν, μετανιωμένα για ότι είχε συμβεί ανάμεσα τους. Γύρισαν και είδαν τον ξυλουργό να σηκώνει την εργαλειοθήκη και να την κρεμάει στον ώμο του.

«Όχι, μην φεύγεις, περίμενε! Μείνε λίγες ημέρες. Έχω κι άλλες εργασίες για σένα», είπε ο μεγαλύτερος αδελφός.

«Θα ήθελα πολύ να μείνω» είπε ο ξυλουργός, «αλλά έχω να χτίσω κι άλλες γέφυρες».


Γι’ αυτόν που χτυπούσε τη σύζυγό του

– Εσένα θα σου κοπούν τα χέρια και τα πόδια!

Ο έκπληκτος επισκέπτης μόλις που κατάφερε να ψελλίσει:

– Γιατί, Γέροντα, θα μου κοπούν τα χέρια και τα πόδια;

– Γιατί της φωνάζεις; τον ρώτησε με αυστηρό, αλλά περίεργα όμορφο τρόπο, δείχνοντας τη γυναίκα του.

– Ναι, ναι, Γέροντα, πέστε τα, έκανε χαρούμενη αυτή, που κάποιος τόσο σπουδαίος πήρε το μέρος της.

Ο άντρας συγκλονίστηκε. Κατάλαβε αστραπιαία πως ήταν λάθος να μεταφέρει μέσα στο σπίτι του την ένταση της δουλειάς και να ξεσπά στη γυναίκα του άδικα, και χαμήλωσε το κεφάλι. Μέσα του ήλθαν τα πάνω κάτω.

Και τότε ο Γέροντας, αφού είδε την αλλαγή του, αφού κατάλαβε πώς ο φταίχτης συναισθάνθηκε το σφάλμα του, άλλαξε τελείως συμπεριφορά, άπλωσε το χέρι και τον χάιδεψε στο κεφάλι.

– Βρέ μανούλα μου, του είπε τρυφερά, άμα είσαι σε μια βάρκα… Έχεις μπει ποτέ σε βάρκα;

– Γέροντα, έχω μπει, ψέλλισε ντροπιασμένος ο άνθρωπος.

– Έχεις κάνει κουπί;

– Έχω κάνει.

– Με πόσα κουπιά;

– Με δύο.

– Έχεις κάνει βάρκα με ένα κουπί;

– Όχι.

– Άμα κάνεις βάρκα με ένα κουπί, πού θα πας;

– Δεν ξέρω.

– Θα γυρίζεις γύρω-γύρω, βρέ μπουμπούνα, έτσι; Έτσι είναι και με τη γυναίκα σου. Άμα τραβάς μόνο εσύ κουπί, δεν πάτε πουθενά.

Είστε μια βαρκούλα οι δύο σας, ο γάμος σας είναι μια βαρκούλα και σας έχουν ξαμολήσει μέσα στον ωκεανό.

Για να φτάσετε στο λιμάνι, πρέπει να τραβάτε και οι δύο κουπί.

Άμα τραβάς μόνο εσύ, δεν γίνεται.

Κατάλαβες;

Αγάπη και αμνησικακία

Ήταν ένα ζευγάρι άτεκνο. Και οι δύο με κοινό πνευματικό και θρησκευόμενοι. Οπότε η σύζυγος, εγκαταλείπει τον σύζυγο γιατί δεν της έκανε παιδιά. Δεν δίνει καμιά ευκαιρία στον γάμο της, πού ήταν μάλιστα και ο δεύτερος γάμος της!

Σκοπός της και θέλημα της να κάνει παιδιά. Τον διώχνει από το σπίτι λοιπόν, αλλά δέχεται και να την συντηρεί, ασχέτως αν δεν τον παραδέχοταν για άντρα της.

Ο σύζυγος να την παρακαλεί, να βάζει μεσίτη τον πνευματικό, αλλά και να την συντηρεί οικονομικά χωρίς να γογγύζει. Αυτή εκμυστηρεύεται στον πνευματικό, μετά από πολλά, ότι κατάφερε να μείνει έγκυος από έναν άλλο, εκτός γάμου και πάει για τρίτο γάμο!

Θρησκευόμενη και δεν κατανόησε πώς σκοπός του γάμου δεν είναι μόνο η παιδοποιία. Τα λεφτά εν τω μεταξύ τα λάμβανε κανονικά από τον κανονικό της σύζυγο, εν πλήρει αναισθησία.

Οπότε ασθενεί η κυρία αυτή και κινδυνεύει μάνα και παιδί. Ο κανονικός σύζυγος ζητά την προσευχή του πνευματικού! Ο πνευματικός του απαντά πώς δικαίως δοκιμάζεται αυτή γιατί το άδικο δεν το ευλογεί ο Θεός. Και τί λέει τότε ο απατημένος άνθρωπος πλην ευλογημένος:
Για εκείνη παρακαλώ, αλλά και για το παιδάκι! Πονούσε το ξένο παιδάκι πού ήταν απόδειξη της απάτης και της κακίας της συζύγου του! Κόκκαλο ο πνευματικός! Διδάχτηκε από το πνευματικοπαίδι!

Γι αυτό και οι γέροντες λένε: Τί καλό θα ήταν κάποτε να διδασκόμαστε από τις αρετές των κοσμικών, και να αποφεύγουμε τις "αρετές" των χριστιανών.

Ο Άγιος Παΐσιος και ο μικρός Αναστάσης - Το θαύμα δεν γίνεται πάντα

Η ευλαβής μητέρα σου σε πήρε από το χέρι ένα απόγευμα του Μάη να βρείτε τον παππούλη. Εκείνος ησύχαζε σε ένα κελί στη Σουρωτή, έτσι της είχαν πει, το δικό σου παιδικό κορμάκι βασανισμένο από χειρουργικές επεμβάσεις επιζητούσε τη χαμένη παιδική ανεμελιά. Η μητέρα σου δάκρυζε σιωπηλά καθ’ όλη τη διαδρομή, κι όταν η μοναχή σας συνόδευε στο ανηφορικό μονοπάτι προς το κελί του γέροντα, ο πόνος της, το κλάμα της, σπάραζε ακόμα κι αυτή τη φύση που αναγεννιόταν.

«Σοφία μην κλαις». Χωρίς να την έχει ξαναδεί, χωρίς να χει πει σε κανένα και καμία το όνομά της, εκείνος μόλις την είδε την παρηγόρησε, αληθινά, προσευχητικά, ταπεινά, με ειλικρίνεια, και της πήρε με μιας όλο τον πόνο που κουβαλούσε στην ψυχή της. Άνοιξε την κουρασμένη από τους ασκητικούς αγώνες αγκαλιά του. Έτρεξες όπως το εγγόνι στον παππού του, τον καταφιλούσες κι εκείνος σου χάιδεψε τα μαλλιά. Παρηγόρησε τη μητέρα σου κι έπειτα στράφηκε σε σένα. Επίμονα τραβούσες το μεγάλο ξύλινο σταυρό που είχε κρεμασμένο στο στήθος του.

«Αναστάση, όχι ακόμα. Θα ρθει η ώρα που θα γίνει δικός σου». Αυτά ήταν τα λόγια του και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Υπέφερες από ποικίλες ασθένειες, όπως κι εκείνος. Δε μίλησε στη μητέρα σου για θεραπεία, για θαύμα. Είχε στην αγκαλιά του έναν άγιο κι αυτό του αρκούσε. Η οσιακή του αγκαλιά δέχθηκε ένα βασανισμένο παιδικό κορμάκι μα συνάμα ένα σύγχρονο μάρτυρα. Τι συνάντηση Θεέ μου! Μέσα από πόνους κι αγώνες, μέσα από θυσίες υπηρέτησες το Θεό και την Εκκλησία του 40 χρόνια. Τόσα σου χάρισε η φιλεύσπλαχνη μακροθυμία του. Κι εκείνος είχε τη διορατικότητα να το διακρίνει. Οι δικοί του αγώνες στην έρημο του Άθω ευωδίαζαν σαν μυρίπνοα άνθη, κι εσύ μη χορταίνοντας τη μυρωδιά του Παραδείσου θέλησες να ανθίσεις γρηγορότερα.

Αποχαιρετιστήκατε σαν δυο παλιοί φίλοι. Εσύ 4 ετών, κι εκείνος κοντά στα 70. Αποχαιρετιστήκατε δίνοντας υπόσχεση πως θα βρεθείτε πάλι σύντομα. Τι σου είναι η άχρονη αιωνιότητα ε; Πάντα είναι συνεπής στο ραντεβού της. Όταν μαζί, λίγο πριν το τέλος, λίγο πριν μπεις για τελευταία φορά στο νοσοκομείο, επισκεφθήκαμε τον τάφο του σε είδα βαθιά συγκινημένο. Όταν σε πλησίασα μου είπες αφοπλιστικά. «Άραγε μου δωσε ο γέροντας το σταυρό που μου είχε υποσχεθεί;».

Δεν στο έδωσε απλά Αναστάση. Στον κληροδότησε. Αιωνία σας η μνήμη!

Ο Άγιος Ευθύμιος και οι σιτοκλέφτες
Ένα βράδυ, ενώ το φεγγάρι ήταν ολό­γιομο και έφεγγε μέσα στο σκοτάδι, ο άγιος Ευθύμιος, ο Μέγας, μόλις είχε τελειώσει τους μεσονυκτικούς ύμνους στο Ναό, και, όπως συ­νήθιζε, έκανε μια μικρή βόλτα στα παρεκκλή­σια της Μονής, για να αποτινάξει τον ύπνο από τα βλέφαρά του και να συνεχίσει έπειτα την αγρυπνία του.

Ξαφνικά μέσα στη γλυκειά ηρεμία της αστροφεγγιάς, βλέπει δύο άνδρες να κλέβουν το σιτάρι της Μονής από τις υπόγειες αποθήκες. Ο ένας έβγαζε από το υπόγειο το σιτάρι και το τοποθετούσε μέσα σε σακιά, ενώ ο άλλος τα έπαιρνε και τα στοίβαζε σε μια γωνιά, που κανένας δεν μπορούσε να τα διακρίνει.

Μόλις όμως ο μεταφορέας εκείνος σιτοκλέφτης είδε από μακριά τον Όσιο να έρχε­ται, έτρεξε να φύγει και άφησε τον σύντροφό του μέσα στο λάκκο χωρίς βοηθό.

Ο Μέγας Ευθύμιος κατάλαβε τι συνέβαινε, πόνεσε τα πλάσματα του Θεού που βρίσκονταν σε τόση άθλια κατάσταση φτώχειας, ώστε να φθάνουν στη δολιότητα και στην κλεψιά, και πήρε την απόφαση να αναπληρώσει εκείνον που κρύ­φτηκε από φόβο.

Πράγματι, ο σιτοκλέφτης που έμεινε στον λάκκο και άδειαζε την απο­θήκη , χωρίς να αντιληφθεί απολύτως τίποτε από όσα έγιναν, εξακολουθούσε να βγάζει ε­πάνω το σιτάρι, ο δε άγιος Ευθύμιος το παραλάμβανε και το μετέφερε.

Αφού λοιπόν ο άνθρωπος αυτός έβγαλε από το υπόγειο αρκετό σιτάρι και ήθελε να ανέβη επάνω, του είπε ψιθυριστά στο αυτί ο Μέγας Ευθύμιος:
 
-Θα φύγουμε και θα αφήσουμε εκείνα τα τυριά; Και συγχρόνως του έδειχνε με το δάκτυλο το σημείο που βρίσκονταν.

Εκείνος από το φόβο του δεν είχε ακόμη καταλάβει τι συνέβαινε και του λέει:

-Από πού το ξέρεις εσύ ότι έχει εκεί τυριά;

Άκουσα, του λέει ο Άγιος, πριν από λί­γο τον Επίσκοπο να το λέει.

Ο σιτοκλέφτης έψαξε αμέσως και βρή­κε τα τυριά. Πήρε όσα νόμιζε ότι του χρει­άζονται, τα έδωσε στα χέρια του βοηθού του, του Αγίου Ευθυμίου, και εκείνος τα στοίβαζε στην ίδια γωνιά που ήταν το σιτάρι. Τέλος του έδωσε και το χέρι και τον τράβηξε επάνω.

Μόλις ο κλέφτης αντιλήφθηκε ποιός ή­ταν εκείνος που τον τράβηξε επάνω και τον βοηθούσε τόση ώρα, άρχισε να τρέμει, πάγωσε, κυριολεκτικά, κυριεύτηκε από φόβο, ντρο­πή και θαυμασμό, μέσα στην ψυχή του ένιω­σε υπερβολική συγκίνηση και έπεσε στα πό­δια του Αγίου, ζητώντας του συγνώμη.

Ο Άγιος τον σήκωσε επάνω, τον χάιδεψε, τον αγκάλιασε και του είπε:

Μη στε­νοχωριέσαι, παιδί μου, διότι τα πράγματα αυτά είναι και δικά σου και του Θεού. Και αν πήρες κάτι απ’ αυτά, απ’ τα δικά σου πήρες και όχι από τα ξένα. Και πάλι όταν έχεις ανά­γκη, έλα πάλι να πάρεις.

Ο σιτοκλέφτης παρηγορήθηκε με τα λό­για του Αγίου και έμεινε θαυμάζοντας την ανεξικακία και τη φιλανθρωπία του. Άλλαξε εντελώς από τότε η ζωή του και δεν έπαυσε να διηγείται σε όλους τους φίλους του τι συνέ­βη.

Κουβαλώντας την αμαρτία του άλλου

Κάποτε ένας μοναχός κάποιας Μονής παρακάλεσε τον Θεό να του ανοίξει τα μάτια για να βλέπει σε κάθε άνθρωπο την κρυμμένη κακία και να μπορεί έτσι να προτρέχει σε βοήθεια.

Όταν ο Κύριος εισάκουσε την προσευχή του, ο μοναχός προσπάθησε να εντείνει τις προσπάθειες του, καθώς τώρα διέκρινε με σαφήνεια το κακό. Εξαιτίας όμως της πνευματικής του ανωριμότητας, το κακό τον γέμισε τρόμο, και στη συνέχεια ένιωσε αηδία και τελικά αποστροφή για τους ανθρώπους.

Μια μέρα έφτασε στο μοναστήρι κάποιος που ήθελε να μιλήσει με το γέροντα της Μονής. Ο μοναχός που είχε αξιωθεί να βλέπει το κακό, βλέποντας πόσο αμαρτωλός και βαθιά εξαχρειωμένος ήταν ο επισκέπτης, του είπε τα εξής:

«Πώς τολμάς να εμφανίζεσαι και να ζητάς το γέροντα έτσι όπως είσαι; Η παρουσία σου τον προσβάλλει»! Ο επισκέπτης έφυγε. Ο γέροντας τότε κάλεσε τον μοναχό και τον ρώτησε αν είχε έλθει κανείς.

«Ναι», απάντησε ο μοναχός

«Και γιατί δεν είναι εδώ;», ξαναρώτησε ο γέροντας.

«Τον έδιωξα…».

Ο γέροντας τον κοίταξε και του είπε:

«Δεν σκέφτηκες ό,τι ίσως αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία του ανθρώπου αυτού;».

Ο νεαρός μοναχός ταραγμένος, ζήτησε από το γέροντα να ικετεύσει το Θεό να του αφαιρέσει το διορατικό χάρισμα που είχε λάβει. Όμως ο γέροντας του απάντησε:

«Όχι, ο Θεός δεν παίρνει πίσω ό,τι δωρίζει. Θα Του ζητήσω όμως, όταν θα βλέπεις το κακό σε κάποιον άνθρωπο, να το βιώνεις σαν να ήταν δικό σου, επειδή και αυτός και εσύ είστε μέλη ενός μοναδικού σώματος, του σώματος της ανθρωπότητας…»

Ο ίδιος αυτός μοναχός, στα πλαίσια των περιοδειών του, έφτασε κάποτε έξω από ένα σπίτι, όπου και ζήτησε φιλοξενία ή πιο συγκεκριμένα να του επιτρέψουν να μπει και να του παραχωρήσουν ένα μικρό χώρο για να προσευχηθεί. Δεν ικέτεψε για καταφύγιο και στέγη, παρά μόνο για το δικαίωμα να κάνει την προσευχή του.

Ο οικοδεσπότης ξαφνιάστηκε, και όταν ο φιλοξενούμενος του μπήκε στο δωμάτιο και άρχισε να προσεύχεται, έστησε αυτί. Ξαφνικά άκουσε τον μοναχό να προσεύχεται κλαίγοντας και να εξομολογείται στο Θεό τα αμαρτήματα του οικοδεσπότη (που ήταν άνθρωπος κακός, φορτωμένος με πολλά αμαρτήματα) σαν να τα είχε διαπράξει ο ίδιος.

Ακούγοντας όλα του τα αμαρτήματα, ο οικοδεσπότης είδε τον εαυτό του. Μέσα από τα μάτια εκείνου του δίκαιου ανθρώπου, κοίταξε τον δικό του εαυτό. Τρόμαξε, άρχισε να μετανοεί και να κλαίει. Εξομολογήθηκε στο μοναχό εκείνο και μόλις τελείωσε, είχε πια θεραπευτεί.

Ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός και ο ευνούχος
Σε μια στιγμή τον πλησίασε (τον Άγιο Ανδρέα τον δια Χριστόν σαλό) κι ένας νεαρός ευνούχος, δούλος κάποιου πλούσιου άρχοντα. Το πρόσωπό του ήταν ροδαλό και το δέρμα του λευκό. Όμορφος, ξανθός και λεπτεπίλεπτος, φορούσε ρούχα πολυτελή και μύριζε από μακριά αρώματα. Ήταν συνομήλικος, γείτονας και φίλος του Επιφανίου (φίλου και μαθητή του Αγίου). Στο χέρι του κρατούσε μια αρμαθιά χουρμάδες. Βλέποντας τον όσιο γυμνό, απόρησε και ρώτησε ταραγμένος τον Επιφάνιο:

-Ποιός είναι αυτός φίλε μου; Γιατί γυρίζει γυμνός μέσα στο κρύο και κάθεται κάτω σαν θαλασσοδαρμένος;

-Τι να σου πω, δεν ξέρω. Φαίνεται πως τον νου του τον έχει αιχμαλωτίσει ο πονηρός, γι’ αυτό γυρίζει εδώ κι εκεί σαν τρελός (ο Επιφάνιος γνώριζε ότι ο όσιος παριστάνει τον σαλό, αλλά δεν είχε ευλογία από τον Άγιο να τον φανερώσει στον κόσμο). Όλοι οι δαιμονισμένοι έτσι κάνουν, ξεσκίζουν τα ρούχα τους και κυκλοφορούν γυμνοί, χωρίς να αισθάνονται το κρύο ή τη ζέστη.

Ο ευνούχος συμπόνεσε τον όσιο και του έδωσε τους χουρμάδες.

-Πάρε αυτά για την ώρα, του είπε, δεν έχω τίποτ’ άλλο μαζί μου.

Ο όσιος, όμως, που με τα νοερά μάτια έβλεπε την κατάσταση της ψυχής του, τον κοίταξε βλοσυρά και του είπε:

-Οι σαλοί δεν δέχονται δώρα από κωλοφονίους (εννοώντας τους ομοφυλόφιλους, κάνοντας λογοπαίγνιο με την λέξη κολοφώνιο που είναι είδος λάχανου).

Εκείνος δεν κατάλαβε το υπονοούμενο και είπε:

-Είσαι πραγματικά τρελός. Χουρμάδες βλέπεις και για κολοφώνια τους περνάς;

-Πήγαινε, δόλιε, στο δωμάτιο του κυρίου σου, του αποκρίθηκε ο μακάριος, και κάνε μαζί του την βδελυρή αμαρτία των Σοδομιτών, για να σου δώσει κι άλλους χουρμάδες. Ταλαίπωρε! Ούτε το φως της Βασιλείας των Ουρανών βλέπεις, ούτε την αγριότητα της γέεννας γνωρίζεις, ούτε τον άγγελό σου, που σε ακολουθεί καταλυπημένος, ντρέπεσαι. Τι θα γίνει μ’ εσένα, βρωμερέ, που συχνάζεις στις γωνιές μαζί με άλλους και κάνεις πράξεις αφύσικες, πράξεις που ούτε τα σκυλιά τις ξέρουν, ούτε οι χοίροι, ούτε τα φίδια; Από που τα έμαθες αυτά, ακάθαρτε; Κρίμα στα νιάτα σου, που τα πλήγωσε ο σατανάς και τα γκρέμισε εύκολα στα τρίσβαθα του άδη. Πρόσεξε, μη συνεχίσεις έτσι, για να μη ρίξει φωτιά ο Θεός και σε κάψει, κι έτσι από τη μια φωτιά πέσεις πρόωρα στην άλλη, την αιώνια!

Η ταραχή του ευνούχου ήταν φανερή. Είχε κατακοκκινίσει από την ντροπή του.

-Αλίμονό μου! μπόρεσε μόνο να ψελλίσει.

-Τι έπαθες φίλε μου; τον ρώτησε ο Επιφάνιος. Γιατί κοκκίνισες έτσι; Ωστόσο μην περιφρονήσεις τα λόγια του. Αν η συνείδησή σου σε ελέγχει για κάτι απ’ αυτά που σου είπε, φρόντισε να διορθωθείς. Είσαι νέος κάι εύκολα ξεγελιέσαι από τον σατανά. αυτός είναι φοβερός, είναι πανούργος και μοχθηρός συνάμα. Μας σπρώχνει στην αμαρτία, για να έχει κι εμάς μαζί του στη φωτιά της γέεννας και να παρηγοριέται.

Ο ευνούχος έφυγε με το κεφάλι κατεβασμένο, δίχως να πει τίποτα.

Ο Επιφάνιος σήκωσε τον όσιο και μπήκαν στο σπίτι του. Βρήκαν το τραπέζι στρωμένο. Κάθησαν κι έφαγαν. Όταν τελείωσαν, ο Επιφάνιος ρώτησε τον όσιο:

-Γιατί, κύριέ μου, μίλησες τόσο σκληρά στον φίλο μου;

-Επειδή ακριβώς είναι φίλος σου, γι’ αυτό του μίλησα έτσι. Αν δεν ήταν φίλος σου, δεν θα του έλεγα ούτε μια λέξη. Σκοπός μου δεν είναι να ελέγχω τους αμαρτωλούς, αλλά να βαδίζω στον ίσιο δρόμο, που οδηγεί στον ουρανό.

-Αφού, όμως, είναι δούλος και βιάζεται από τον αφέντη του, τι μπορεί να κάνει ο καημένος;

-Το ξέρω πως είναι δούλος, είπε ο όσιος, πρέπει να υπηρετεί τον αφέντη του μόνο στις υλικές του ανάγκες, όχι στα έργα του διαβόλου και στις άνομες πράξεις, και μάλιστα σ’ αυτό το σιχαμερό, σ’ αυτό το καταραμένο αμάρτημα, που ούτε στα άλογα ζώα το συναντάμε! Τι άνθρωπος είναι, αφού δεν αισθάνεται τη δυσοσμία της κοπριάς και δεν φεύγει μακριά της;

-Αν, όμως, ο αφέντης του, ξαναείπε ο Επιφάνιος, τον προστάξει να κάνει κάποια υπηρεσία, ακόμα και αμαρτωλή, και ως δούλος δεν υπακούσει, ξέρεις τι τον περιμένουν-και βρισιές και ξύλο και τόσα άλλα βάσανα.

-Αυτό, παιδί μου, είναι το μαρτύριο του Χριστού. Αυτό εννοούσε ο Κύριος, όταν έλεγε: «Μακάριοι είναι όσοι διώκονται για την αρετή, γιατί σ’ αυτούς ανήκει η Βασιλεία του Θεού” (Ματθ. 5, 10). Αν οι δούλοι δεν υποκύπτουν στη βδελυρή σοδομιτική επιθυμία των κυρίων τους, είναι μακάριοι και τρισμακάριοι, γιατί με τα βάσανα που θα υποφέρουν, θα στεφανωθούν από τον Κύριο σαν μάρτυρες.

Η δύναμη του καλού λογισμού

Ο Γέροντας Νικόλαος έζησε στην Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, με υποτακτικούς τους μοναχούς Μάξιμο και Σπυρίδωνα. Ο μακαριστός Γέροντας έφυγε από την Κύπρο για το Άγιο Όρος κοντά στο έτος 1890. 

Αξιοπρόσεκτη και αξιοθαύμαστη κρίνεται μια διήγηση που αναφέρεται στο Γέροντα, την οποία κατέγραψε ο Αγιορείτης μοναχός Μωυσής και την οποία ο συμπατριώτης μας μοναχός, συχνά έλεγε καλόκαρδα, στο μακαριστό Γέροντα Χερουβείμ. Η διήγηση σχετίζεται με τους καλύτερους «φίλους» του πατέρα Νικόλαου, που δεν ήταν άλλοι από τα ενοχλητικά έντομα κοριοί. Τα έντομα αυτά βρίσκονταν σχεδόν σε κάθε σπίτι και υποστατικό, τουλάχιστον στο γεωγραφικό χώρο της πατρίδας μας, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία, άρχισε εντατικά η καταπολέμηση τους με εντομοκτόνα φάρμακα.

Έλεγε ο καλοκάγαθος, ταπεινός Γέροντας, για τους κοριούς που τους θεωρούσε καλούς συντρόφους και συμπαραστάτες στο πνευματικό έργο του: Δεν μας αφήνουν να κοιμηθούμε περισσότερο από μισή ώρα. Γι’ αυτό τους χρεωστούμε ευγνωμοσύνη. Δεν μας αφήνουν ούτε μια νύκτα μόνους. Μας κάνουν μεγάλο καλό, διότι δεν επιτρέπουν να μας κυριεύσει ο ύπνος. Μας θυμίζουν ότι ο μοναχός πρέπει να βρίσκεται ενώπιον του Θεού, όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες. Να λοιπόν που ο θετικός λογισμός μπορεί να μεταβάλει το κακό σε καλό, να αναπαύσει την ψυχή και να δυναμώσει το πνεύμα. Ο Γέροντας Νικόλαος έζησε στο περιβόλι της Παναγίας για πενήντα περίπου χρόνια και κοιμήθηκε γύρω στο 1940. 

Η αγάπη είναι πάνω απ’ όλα (Αγ. Πορφύριος)

Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον. Να εκτείνεται παντού, στα πέρατα της γης. Παντού, σε όλους τους ανθρώπους.

Θα σας το πω μ’ ένα παράδειγμα. Ήταν ένας ασκητής κι είχε δύο υποτακτικούς. Προσπαθούσε πολύ να τους ωφελήσει και να τους κάνει καλούς. Είχε, όμως, την ανησυχία αν όντως προχωρούν στην πνευματική ζωή, αν προοδεύουν κι αν είναι έτοιμοι για τη Βασιλεία του Θεού. Περίμενε ένα σημάδι γι’ αυτό απ’ τον Θεό, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση. 

Κάποια ημέρα θα γινόταν αγρυπνία στην εκκλησία μιας άλλης σκήτης που απείχε πολλές ώρες απ’ τη δική τους. Έπρεπε να γίνει πορεία μες στην έρημο. Έστειλε τους υποτακτικούς του απ’ το πρωί, ώστε να φθάσουν νωρίς, για να τακτοποιήσουν την εκκλησία, κι ο Γέροντας θα πήγαινε τ’ απόγευμα. Οι υποτακτικοί είχαν προχωρήσει αρκετά, όταν ξαφνικά άκουσαν βογκητά. Ήταν ένας άνθρωπος βαριά τραυματισμένος και ζητούσε βοήθεια:

—Πάρτε με, σας παρακαλώ, τους έλεγε, γιατί εδώ είναι ερημιά, κανείς δεν περνάει, ποιός θα μπορέσει να με βοηθήσει. Εσείς είστε δύο. Σηκώστε με και οδηγήστε με στο πρώτο χωριό. 

—Δεν μπορούμε! του είπαν. Βιαζόμαστε να πάμε για την αγρυπνία, έχουμε πάρει εντολή να ετοιμάσουμε. 

—Πάρτε με, σας παρακαλώ! Αν μ’ αφήσετε, θα πεθάνω, θα με φάνε τα θηρία. 

—Δεν μπορούμε! Τί να κάνουμε, πρέπει να πάμε στο καθήκον μας. 

Κι έφυγαν. Τ’ απόγευμα ξεκίνησε ο Γέροντας για την αγρυπνία. Πέρασε από τον ίδιο δρόμο. Έφθασε και στο μέρος που ήταν ο τραυματισμένος. Τον βλέπει, τον πλησιάζει και του λέει:

—Τί έπαθες, άνθρωπε του Θεού; Τί εχεις; Από πότε είσαι εδώ; Δε σε είδε κανείς; 

—Πέρασαν το πρωί δύο μοναχοί και τους παρακάλεσα να με βοηθήσουν, αλλά βιαζόντουσαν να πάνε στην αγρυπνία. 

—Θα σε πάρω εγώ. Μην ανησυχείς! Του λέει. 

—Δεν μπορείς εσύ, είσαι γέροντας, δεν μπορείς να με σηκώσεις, αδύνατον! 

—Όχι, θα σε πάρω! Δεν μπορώ να σ’ αφήσω! 

—Μα δεν μπορείς να με σηκώσεις. 

—Θα σκύψω και συ πιάσου από πάνω μου και λίγο λίγο θα σε πάω σε κανένα κοντινό χωριό. Λίγο σήμερα, λίγο αύριο, θα σε φθάσω. 

Και τον πήρε με μεγάλη δυσκολία κι άρχισε να βαδίζει με το βάρος εκείνο μες στην άμμο πάρα πολύ δύσκολα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και σκεπτόταν: «Έστω και σε τρεις μέρες θα φθάσω». Καθώς όμως προχωρούσε άρχισε να νιώθει το φορτίο του πιο ελαφρό, πιο ελαφρό και σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε σαν να μην κρατάει τίποτα. Τότε γυρίζει πίσω να δεί τι συμβαίνει και βλέπει με έκπληξη πάνω του έναν άγγελο. Ο άγγελος του είπε: 

—Μ’ έστειλε ο Θεός να σε πληροφορήσω ότι οι δύο υποτακτικοί σου δεν είναι άξιοι της Βασιλείας του Θεού, γιατί δεν έχουν αγάπη. 

Η κοινωνική ευθύνη του Χριστιανού (Αγ. Παΐσιος)

Κάποια φορά μου μήνυσε ο γέροντας να κατέβω στο κελλί του. Πήγα χαρούμενος που θα τον έβλεπα. Είχε κέφια, με κέρασε, και έκανε πολλά αστεία. Μετά μου είπε το λόγο που με φώναξε. 

— Πάρε αυτό το γράμμα να το πάς στο μοναστήρι, στη Σουρωτή, μούδωσε το γράμμα,… περίμενε να φέρω και… γραμματόσημο! 

Γέλασα! Το πήρα για αστείο! Άφού θα το πήγαινα εγώ προσωπικά, τι χρειαζόταν το γραμματόσημο; Γέλασε και ο γέροντας και συνέχισε τα αστεία. Έφερε το γραμματόσημο και το κόλλησε ηχηρά πάνω στο γράμμα, ενώ συνέχισε να λέει διάφορες έξυπνες παρατηρήσεις που με έκαναν να σκάω στα γέλια. 

Αφού γελάσαμε και χαρήκαμε, ο γέροντας σοβαρεύτηκε και μου είπε: 

— Σοβαρά το έβαλα το γραμματόσημο. Τον κοίταξα με απορία και συνέχισε. 

— Ναί, σοβαρά… για να μην αδικήσω!

— Ποιόν ν’ αδικήσετε γέροντα;

— Το κράτος! Κανονικά έπρεπε να το στείλω με το ταχυδρομείο, να πληρώσω και να πάρει το κράτος το φόρο. Τώρα έτσι χωρίς γραμματόσημο, θα έκλεβα το φόρο από το κράτος!

— Μα γέροντα.. εδώ οι άλλοι κλέβουν τα πεντοχίλιαρα με τα πάμπερς! Εσείς για ένα γραμματόσημο σκάτε; 

— Δεν έχει σημασία… Επειδή ο άλλος είναι κλέφτης να γίνω και εγώ;… Δηλαδή επειδή ο άλλος είναι φονιάς, να σκοτώσω; Δεν πάει έτσι το πράμα.

— Μα γέροντα εδώ όλοι κοιτάνε να κλέψουν το κράτος, τα χρήματα που μαζεύουν από τους φόρους… Έρχονται οι πλούσιοι, δήθεν ότι θα κάνουν κάποιο εργοστάσιο ή άλλη δουλειά, παίρνουν «επιδότηση» από το κράτος, δηλαδή τα χρήματα που μαζεύονται από τους φόρους, και μετά με διάφορους τρόπους, τα «τρώνε». 

Βγάζουν μετά τα χρήματα στις τράπεζες του εξωτερικού, αγοράζουν διαμερίσματα στη Γενεύη, στο Παρίσι… Αυτό κάνουν οι πλούσιοι, οι πολιτικοί… όλοι που προσπαθούν να πάρουν κάποιο αξίωμα… Γιατί να πληρώνουμε φόρους; Για να τα κλέβουν αυτοί; 

— Αυτοί που κάνουν αυτά τα πράγματα είναι οι χειρότεροι Έλληνες. Γι’ αυτό προσεύχομαι «να έρθει ένας αέρας». Να τους σηκώσει όλους αυτούς, πολιτικούς κ.λ.π. και να έρθουν άλλοι στα πράγματα… πιο τίμιοι. Εντάξει, να κάνει και ο πολιτικός μια βίλλα, δε βαριέσαι… ας κάνει!.. ΑΛΛΑ να ενδιαφερθεί και για τον τόπο, για την ΠΑΤΡΙΔΑ… να κάνει κάτι για το γενικό καλό… 

Οι σημερινοί μόνο για το συμφέρον τους νοιάζονται… Αδιαφορούν τελείως για το γενικό καλό, για την Πατρίδα, για το Κράτος! 

Πά! Πά! Πά! Κατάντια! 

Παλιά υπήρχε και φιλότιμο. Προσπαθούσε ο άλλος που έπαιρνε ένα αξίωμα, να κάνει κάτι! Με ψήφισαν, σου λέει, με εμπιστεύθηκαν! Πολλοί μάλιστα έβαζαν και από την τσέπη τους για να γίνει κάτι καλό στο χωριό ή στην Πατρίδα… στο κράτος. Η Πατρίδα είναι σαν μεγάλη μάννα. Σκεπάζει με τις φτερούγες της όλους τους Έλληνες, να μπορούν να δουλεύουν, να ζουν ήσυχα, να λατρεύουν τον Θεό τους! Για σκέψου νάταν εδώ οι Τούρκοι; Να πηγαίνεις το πρωί στη δουλειά, στο χωράφι και να μην ξέρεις αν θα γυρίσεις ζωντανός! Να δουλεύεις και νάρχονται με το ζόρι να πάρουν τους κόπους σου… ή την γυναίκα ή το παιδί σου. Τα περάσαμε αυτά εμείς οι Έλληνες.

Ενώ τώρα υπάρχει το Ελληνικό κράτος και σκεπάζει τον καθένα με τις φτερούγες του και αισθάνεται ασφάλεια. 

Αυτό το κράτος όλοι το πολεμάνε!! Βάλθηκαν να το καταστρέψουν!!… Ο καθένας με τον τρόπο του..άλλος να μην πληρώσει φόρο… άλλος να μην κάνει καλά τη δουλειά του, την υπηρεσία του, να μή δουλεύει καλά η κρατική μηχανή, να πάει πίσω το εμπόριο, η οικονομία, όλα! Θέλουν να καταστρέψουν το Ελληνικό κράτος! Μασώνοι αυτοί που είπες εσύ και άλλοι πολλοί.

Αν δεν το στηρίξουμε και εμείς αυτό το κράτος, ποιός θα το στηρίξει; 

— Καλά γέροντα… εμείς να πληρώνουμε τους φόρους για να τους «φάνε» οι άλλοι; 

— Εμείς να κάνουμε το σωστό. Να κάνουμε το καθήκον μας… από κεί και πέρα άλλος έχει την ευθύνη. 

Τα πράγματα του Θεού είναι απλά
Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας. Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.

Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε. Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.

Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή. Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...

- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.

Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να έρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:

- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:

- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του έφυγε όλη η αντάρα του μυαλού του.

Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.

- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.

- Κόπιασε, γιε μου, να ξαποστάσεις.

Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού.

Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.

- Πάλι λιβάνι γιαγιά;

- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.

- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.

- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.

- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της.

Μέρα – νύχτα το διάβαζε. Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:

- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.

- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.
Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιον Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον. Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόσαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω ...
- Την προσευχή σου την κάμεις;

- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.
- Αχ παιδάκι μου, εσύ εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές.

Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.

Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη. Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα.

Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ' ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».
- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε! 

Ο Γέροντας που γνώρισα ήταν 112 χρονών. Εδώ στο Όρος έχει 99 χρόνια.
Είναι πια σκοτάδι... Ή πράσινη ασπίδα πού μας σκεπάζει δέχεται τα ορμητικά βέλη της μπόρας. Μια θαμπωτή λάμψη, με ένα τεράστιο όγκο βροντής, πού κομματιάζεται και σβήνει σφυρίζοντας σκιάζει και μας και το μουλάρι πού αρνιέται να προχώρηση. Του κάκου το τραβάει ό αγωγιάτης, κι’ εγώ χτυπώ από πίσω. Ρουθουνίζει και μας απειλεί. Ό αγωγιάτης βλαστημάει τους πατέρες που τον στείλανε σ’ αύτη τη δουλειά, αφού τούς είπε πώς δεν ήξερε το δρόμο.  

Ξαφνικά όμως στέκεται και χαμογελάει. Σηκώνοντας το χέρι του, «Μια καλύβα» φωνάζει. Στο βάθος της χαράδρας μόλις ξεχωρίζει ανάμεσα στη πυκνή βροχή, μια στέγη, ένα τζάκι πού καπνίζει. Κρίμα! Ή ελπίδα να βρούμε ένα τέτοιο άσυλο με διασκέδαζε περισσότερο παρά το γεγονός πώς το βρήκαμε. Και με δυνατότερες φωνές ό αγωγιάτης κάνει γρηγορότερο το κατρακύλισμα του μουλαριού.  

Κάτω από ένα ξύλινο γιοφύρι, τα νερά του ρυακιού τρέχουν βουίζοντας θολά. Δεξιά από το γιοφύρι ανασηκώνεται ή στέγη της καλύβας πάνω σε παλιούς γυρμένους τοίχους με πυκνά στρώματα κισσού από πάνω.  

Χτυπούμε την πόρτα. «Δι’ ευχών σας» φωνάζω, «Αμήν» άπαντα μια φωνή από μέσα μαζί με το τρίξιμο του σύρτη.  

Ή πόρτα ανοίγει. Ό Γεροντάκος πού μας δέχεται κάνει το σταυρό του. «Ταλαίπωροι αδελφοί, που σας ήρθε ή Θεομηνία;» ρωτάει και συγχρόνως με δείχνει να περάσω από το στενό διάδρομο πού είναι κατασκότεινος. Βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο με καναπέδες ολόγυρα και ένα τζάκι. Το παραθύρι είναι μια μικρή τρύπα με ένα σιδερένιο σταυρό, ανάμεσα. Ό Γέροντας σβέλτος και γελαστός ρωτάει να μάθη πώς είμαι. Με λέει εξοχότατο, και στενοχωρούμαι πού δεν μπορεί το κακορίζικο ύφος μου να ανταποκριθεί αύτη τη στιγμή στον τίτλο πού χαρίζει ό Γεροντάκος, έναν τίτλο άλλως τε πού δεν φιλοδόξησα ποτέ.  

Το τζάκι εν τω μεταξύ γεμίζει ξύλα και ένας δίσκος με ρακί κάνει τη βόλτα του. Βγάζω το βρεμένο πουκάμισο μου. Ύστερα παρακαλώ να μου επιτραπεί να βγάλω και το παντελόνι μου. Έχω παγώσει μέσα στα μουσκεμένα ρούχα μου. Και ο Γέροντας γελάει χτυπώντας τα χέρια του. «Ευχαρίστως, αλλά να φύγω και να σάς κλείσω τη πόρτα». Μένω μόνος και καθίζω πλάι στη φωτιά. Τα ρούχα μου στεγνώνουν κρεμασμένα στην καρέκλα. Σε λίγο φωνάζει απ’ έξω ο Γέροντας. «Εξοχότατε να σάς φέρω ένα ράσο, για να φορέσατε;» Μου φέρνει πράγματι το Ράσο και το φορώ. Όταν με βλέπουν αρχίζουν τα γέλια. «Δεν μένετε να σας κάνουμε Καλόγηρο;»  

Πιστεύω πώς δεν είναι και τόσο εύκολο. Μπορεί το ράσο να μου φέρνει αυτή τη στιγμή μια γλυκεία ζεστασιά, χρειάζεται όμως ένα είδος ηρωισμού να το κράτηση κανείς για πάντα.  

Τα ρούχα μου αχνίζουν και στεγνώνουν σιγά σιγά. Τα ξύλα τριζοβολούν, ανάμεσα στις φλόγες. Εγώ ζητώντας και ένα σκούφο, σκιτσάρω τη φάτσα μου μπρος σ’ έναν μικρό καθρέφτη της τσέπης. Και αφού τελείωσα ,μου λέει ό Καλόγηρος’ «Κρύψετε αυτό το καθρεφτάκι μήπως το δη ό Γέροντας μου, γιατί τέτοια τα απαγορεύει, και θα σάς νομίσει για Μ α σ σ ώ ν ο».  

Τον κοίταξα με απορία. «Μάλιστα» τόνισε. «Εγώ είμαι υποτακτικός του και ο Γέροντας μου είναι 112 χρονών. Είναι πολύ ευλαβής έδώ στο Όρος έχει 99 χρόνια».  

Ή επιθυμία να γνωρίσω τώρα έναν Μαθουσάλα δεν μ’ αφήνει καιρό να λυπηθώ για τους περιορισμούς πού μου θέτουν. Συμμορφώνομαι και στέκω προσοχή καθώς αναγγέλλει τον ερχομό του. Μόλις τον βλέπω, σηκώνομαι, και τον υποδέχομαι από την πόρτα.  

«Ό άγιος Θεός προνοεί για τα πλάσματα του- φώτισε εμάς τού αμαρτωλούς να κτίσουμε το κελί μας έδώ για να σωθείτε από τη Θεομηνία» μουρμουρίζει ό Μαθουσάλας. Τα μάτια του είναι χωμένα κάτω από τις παχιές τούφες των άσπρων του φρυδιών. Ένα κουρελιασμένο ράσο, δεμένο στη μέση με ένα σπάγκο, ξυπόλυτος και στο χέρι του ένα ραβδί. Το κεφάλι του γέρνει προς το στήθος του, τα μαλλιά του αχτένιστα και κολλημένα γύρω στο σκουφί του. Με κοιτάζει από πάνω ως κάτω. Δεν με ρωτάει για το ράσο πού φορώ. Φαίνεται πώς το ξέρει.  

«Είσαι σπανός έκ Θεού ή ξυρίζεσαι;» με ρωτάει, γιατί ακούεται πώς στον Κόσμο γίνονται πολλά τέτοια μασονικά αμαρτήματα. «Έκ Θεού, γέροντα μου» προλαμβάνει ο υποτακτικός, και μού κάνει νεύμα να σωπάσω «Στα μάτια των ανθρώπων διακρίνεται ή ασέβεια και ή απιστία προς τον Θεόν. Μόνον απολαύσεις. Λησμονούν ότι είναι θρήνος και αλαλαγμός δια το προπατορικό αμάρτημα. “Έχετε νυμφευθή;» «Όχι, άγιε γέροντα»- του λέω. «Και εάν επιθυμήσεις το θήλυ; Καταφεύγεις εις πόρνες;» Με φέρνει σε αμηχανία. Αχ τί μας έκανε το μπουρίνι. Ό αγωγιάτης κάτω από το μουστάκι του λέει ψιθυριστά. «Είναι ηθικός και ενάρετος, γέροντα» ο δέ υποτακτικός του συμπληρώνει? «Την σάρκα θεωρεί εχθρό της ψυχής του, και τα πάθη της σαρκός είσοδο της κολάσεως». Κι’ εγώ με κλεισμένο το στόμα φέρνω γύρους με τα μάτια μου με αμηχανία στην αδειανή κάμαρα.  

Φάγαμε ντομάτες, ελιές, σκόρδα, και ψωμί. Είμαι κυριολεκτικά τρομοκρατημένος, γιατί, αν θέλω να φύγω, δεν μπορώ. Ή βροχή συνεχίζεται δυνατότερα. Τα νύχια του Αγίου Μαθουσάλα καθώς είναι μακριά και μαύρα σχίζουν και κομματιάζουν τα σκόρδα. Τρώει με πολλή όρεξη, λέει δέ και από κανένα αστείο. Κοροϊδεύει τους ανθρώπους τούς μάταιους και ασύνετους πού περιφρονούν τα φυσικά μέσα της ζωής και ασχολούνται με σατανικές εφευρέσεις. «Καταργήσατε, όπως μαθαίνω, τα βουβάλια, τα άλογα, και τρέχετε με αύτοκινίσματα, πώς τα λένε;  

Πετάτε στον αέρα σαν τούς Προφήτες, και τούς άγιους, χα χα χα χα. Και τυπώνετε τα μούτρα σας στο χαρτί. Θέλετε να γίνετε μεγαλύτεροι από το Θεό. Και σπουδάζετε και γίνεστε γιατροί, και γιατρεύετε κόντρα στο θέλημα του Θεού. Εκείνος πού δίνει τις αρρώστιες στον Κόσμο έχει το λόγο του. Κύριε, ελέησον. Να ασεβούν και να μη υποτάσσονται στο θέλημά του. Έμαθα πώς γεννήθηκε και Αντίχριστος. Ή Αποκάλυψις λέει, πώς μετά τη γέννηση του Αντίχριστου, θα γίνει ή Δευτέρα Παρουσία. Και τότες θα τα πούμε. Τότες δεν θα μπορείτε να φύγετε, ούτε με τα αυτοκίνητα ούτε με τ’ άγεροπλάνα σας.  

Ο Σατανάς έχει πολλά ποδάρια, εσάς σας κολάζει έτσι, εμάς αλλιώτικα. Ένα καιρό, μας έφερνε βόλτα κάθε βράδυ. Για να με φέρει στην αλαζονεία, μου έλεγε πώς είμαι άγιος. ‘Εγώ τον εξόρκιζα, και αυτός γελούσε βροντερά και έκανε να σείονται τα ούράνια. Άλλες βραδιές, ρίχνανε κοτρόνια και γιόμιζαν την αυλή. 

Κάθε πρωί πετούσαμε στο δρόμο τις πέτρες. Και τί πέτρες; ασήκωτες τέκνον μου. Το βράδυ πάλι τα ίδια. Κάθε Παρασκευή βράδυ γινότανε γυναίκα, και ερχόταν γυμνή στο γιατάκι μου να με ξεμυαλίση. Τον καταραμένο το Σατανά! Όμως εν ονόματι της Αγίας Τριάδος τον έκανα άφαντο. Να σού πω. Από τα 99 χρόνια πού δεν βγήκα από το Όρος τα 40 είχα τον πειρασμό κοντά μου. Δόξα σοι, ό Θεός, είμαστε πού είμαστε αμαρτωλοί. Τότες είχα μεγάλη ευλάβεια. Μόνον τις Κυριακές έτρωγα λάδι. Τώρα βλέπεις και τα χρόνια περνούν και ήρθαν τα γερατειά.  

Ένοιωσα όμως τη στιγμή αυτή πώς ζητούσε κάποιο κομπλιμέντο. «Ακόμα δα έχετε καιρό», του λέω. «Έτσι το λογαριάζω κι’ εγώ, μα να δούμε τη θέληση τού άγιου Θεού» μου άπαντα γιομίζοντας το ποτήρι μου κρασί. «Πώς ήθελα να ζήσω τα χρόνια σας γέροντα;» κάνω. «Δεν πρέπει να λέει ό άνθρωπος «θέλω», γιατί αμαρτάνει. Πρέπει μόνον να λέει «αν θέλει ό Ύψιστος» γιατί όλα είναι δική του πρόνοια. Και τί να ζει κανείς τόσα χρόνια! Ή ζωή είναι δοκιμασία. Οι αμαρτωλοί ζούνε περισσότερα χρόνια». Και εγώ συλλογιέμαι πώς να γινόμουνα ο άμαρτολώτερος της γης, αν επρόκειτο να ζούσα ανάλογα μέ την ποσότητα των αμαρτιών μου.  

Διαβάσαμε απόδειπνο. Και όταν πήγα να κοιμηθώ, ήμουν κάπως ανήσυχος. Τη νύχτα με ξύπνησε ένα τρομαχτικό όνειρο. Είδα πώς με τραβούσαν οι Σατανάδες για να με ρίξουν από ένα γκρεμό. Και όταν ξανακοιμήθηκα, είδα πώς ένας Σατανάς είχε γίνει ένα ωραίο πλάσμα, κι’ ήρθε στο κρεβάτι μου και με φιλούσε, εγώ όμως δεν τον έδιωξα εν ονόματι της Αγίας Τριάδος.  

Ο κόπος και η αγιαστική θυσία

Διηγοῦνται ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς. Τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Σέρβου θεολόγου καὶ προσφάτως ἀναγνωρισθέντος Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας.

Πρέπει νὰ ἦταν τὸ ἔτος 1929, δηλαδὴ ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν. Ἦταν καλοκαίρι, καὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Βράνιε μὲ προορισμὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ ἁγίου Προχόρου. Πήγαινε συχνὰ στὸ Μοναστήρι αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ εἶχε ἰδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ εἶχε μεγάλη ἀγάπη στὸν ἅγιο Πρόχορο. Ἦταν ἤδη καθηγητὴς Πανεπιστημίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ στὸ Βελιγράδι.

Ὁ δρόμος μέχρι τὸ Μοναστήρι ἦταν δύσβατος καὶ γι’ αὐτὸ ἀρκετὰ κουραστικός. Ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ ὑπερνικᾶ αὐτὲς τὶς δυσκολίες, χρησιμοποιοῦσε κάποιο ἁπλὸ αὐτοκίνητο, γιὰ νὰ διασχίσει τὸν βουνήσιο δρόμο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Μοναστήρι.
Σὲ μιὰ λοιπὸν τέτοια ἐπίσκεψή του συνάντησε στὸ δρόμο του μιὰ γερόντισσα, κι ἀμέσως κατάλαβε ὅτι κι αὐτὴ κατευθυνόταν μὲ τὰ πόδια πρὸς τὸ Μοναστήρι. Τότε ὁ Ἅγιος ἔκανε νόημα στὸν ὁδηγὸ νὰ σταματήσει καὶ προσκάλεσε τὴ γριούλα νὰ ἀνέβει στὸ αὐτοκίνητο, γιατί, ὅπως τῆς ἐξήγησε, κι ἐκεῖνος πήγαινε ὅπου καὶ αὐτή.

–Σ’ εὐχαριστῶ, παιδί μου, τοῦ ἀπάντησε ἡ γριούλα, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι φτωχή.

Ὁ Ἅγιος τότε τῆς χαμογέλασε καὶ τὴ διαβεβαίωσε ὅτι δὲν θὰ πλήρωνε τίποτε, μιὰ καὶ τὸ αὐτοκίνητο ἦταν νοικιασμένο ἀπὸ ἐκεῖνον. Τότε ἡ γερόντισσα τοῦ εἶπε:

–Δὲν τό ’πα γι’ αὐτό, παιδί μου. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι φτωχή, δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο νὰ προσφέρω στὸν Ἅγιο πέρα ἀπὸ τὸν κόπο μου αὐτό.

Τότε ὁ Ἅγιος χτύπησε μεμιᾶς τὸ μέτωπό του ὡς ἔνδειξη κατάπληκτου θαυμασμοῦ καὶ μονολόγησε:

–Ἄχ, Ἰουστίνε, ἔγινες καθηγητὴς Θεολογίας, κι ὅμως! Τὴν εὐσέβεια αὐτῆς τῆς γερόντισσας ἀπέχεις πολὺ γιὰ νὰ τὴ φτάσεις.

Στράφηκε τότε καὶ πάλι στὸν ὁδηγό. Τὸν πλήρωσε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο καὶ συνέχισε πεζὸς μαζὶ μὲ τὴ γριούλα τὸν ὑπόλοιπο δρόμο ἕως τὸ Μοναστήρι.

Στὴν ἐποχὴ τῶν ἀνέσεων καὶ τῆς λογικῆς ἴσως ἀδυνατοῦμε νὰ ἐννοήσουμε βαθύτερα τὴν προσφορὰ τῆς γριούλας ἀλλὰ καὶ τὸν θαυμασμὸ τῆς ἐνέργειάς της ἀπὸ τὸν Ἅγιο. Γιατὶ μάθαμε στὴν ἄνεση καὶ στὶς εὐκολίες.
Γιατὶ ἀπεχθανόμαστε τὸν κόπο καὶ τὴν κακοπάθεια. Ὅλα τὰ μποροῦμε πλέον μὲ τὸ πάτημα ἑνὸς κουμπιοῦ. Μάθαμε νὰ δωρίζουμε ἀπὸ τὸ περίσσευμα, ὄχι ἀπὸ τὸ ὑστέρημα. Καὶ στὸ Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Μάθαμε ν’ ἀγαποῦμε ἀπὸ συμφέρον ἢ ἔστω ἀπὸ συμπάθεια καὶ ὄχι ἔμπονα καὶ θυσιαστικά. Γι’ αὐτὸ καὶ αὐθόρμητα ἀναδύεται τὸ ἐρώτημα: Γιατί πρέπει νὰ κουραστοῦμε; Ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεὸς τὴ σωματική μας καταπόνηση; Ὄχι φυσικά. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει νὰ ὠφεληθεῖ σὲ τίποτε ἀπὸ τὴ δική μας ἄσκηση. Ὅμως ἡ ἄσκηση εἶναι ἡ μητέρα τοῦ ἁγιασμοῦ, καὶ ἡ κακοπάθεια ἡ γεννήτρα τῆς ἀρετῆς.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ κατάκτηση τῆς ὁποιασδήποτε ἀρετῆς προϋποθέτει κόπο, ἄσκηση καὶ προσπάθεια, γιὰ νὰ φέρει καρπό. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικὴ ἑνότητα, καὶ τὸ σῶμα βοηθᾶ τὴν ψυχή, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ ψυχὴ ἐκφράζεται καὶ μὲ τὸ σῶμα.

Προσευχὴ θέλεις νὰ κάνεις; Χρειάζεται κόπος. Νὰ γονατίσεις, νὰ σταθεῖς ὄρθιος, νὰ συγκεντρώσεις τὸ μυαλό σου.

Στὴ Λατρεία θέλεις ἀπερίσπαστος νὰ συμμετέχεις; Κι ἐδῶ κόπος χρειάζεται γιὰ νὰ συγκεντρωθεῖς καὶ νὰ ἐκφράζεσαι προσευχητικὰ ὅπως τὸ σῶμα τῶν πιστῶν.

Τὰ πάντα χρειάζονται κόπο. Καὶ ὁ κόπος αὐτὸς ἐκφράζει τὸν πόθο τῶν ἀνθρώπων νὰ βροῦν τὸν Θεό. Ὅμως ὁ κόπος αὐτὸς εἶναι χαρὰ κι ἀνάπαυση. Χαρὰ καὶ ἀνάπαυση ποὺ ἐκπηγάζουν ἀπὸ τὴν πίστη ὅτι ὁ κόπος εἶναι προσφορὰ ποὺ γίνεται εὐπρόσδεκτη, εἴτε προσφέρεται στὸ Θεὸ εἴτε στὸ συνάνθρωπο.
Εἶναι διάχυτο αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς προσφορᾶς τοῦ κόπου μας στὴν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα. «Δῶσε αἷμα, γιὰ νὰ λάβεις πνεῦμα». Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση ἔχει τὶς νηστεῖες, τὶς μετάνοιες, τὶς γονυκλισίες, τὶς ἀγρυπνίες καὶ τόσα ἄλλα ὡς κατάθεση κόπου στὸν ἅγιο Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τοὺς Ἁγίους ἐκ μέρους μας πρὸς ἐκζήτησιν τῆς χάριτός Του.
Προοδεύσαμε σήμερα. Κάναμε τὴ ζωή μας εὔκολη καὶ ἄνετη, ὅμως τὴν εὐσέβεια τῆς Σερβίδας γριούλας ὄχι μόνο δὲν τὴν ἔχουμε, ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν ἀπεμπολήσαμε καὶ ὡς φρόνημα!

Το ραντεβού με τον Θεό

Ένας ερημίτης προσευχόταν πολύ σκληρά και επίμονα, ζητώντας να συναντηθεί με τον Θεό. Επιτέλους κατάφερε να κλείσει ένα ραντεβού μαζί του. «Αύριο, πάνω στο όρος» του είπε ένας άγγελος. Την επόμενη ημέρα ο ερημίτης σηκώθηκε πολύ πρωί και κοίταξε το όρος, ήταν τελείως καθαρό από σύννεφα.

Ξεκίνησε , λοιπόν, χαρούμενος και με δέος, προς την κορυφή του βουνού. Κάποια στιγμή, εκεί που περπάταγε κατά μήκος του μονοπατιού συνάντησε έναν άνθρωπο που είχε πέσει κάτω μέσα στα αγκάθια και του ζήτησε βοήθεια. «Λυπάμαι, βιάζομαι, έχω «ραντεβού» με τον Θεό» απάντησε ο ερημίτης και συνέχισε τον δρόμο του.

Λίγο πιο κάτω συνάντησε μια γυναίκα που έκλαιγε δίπλα στο άρρωστο παιδί της «Βοήθησε με σε παρακαλώ». «Λυπάμαι, δεν έχω χρόνο, ο Θεός με περιμένει στην κορυφή του βουνού». Προχώρησε ακόμα πιο γρήγορα για να μην αργήσει, αλλά εκεί που το μονοπάτι έγινε πιο δύσκολο, είδε ένα ηλικιωμένο εξαντλημένο, που του έδινε ένα ασκί «Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο, σε παρακαλώ πήγαινε να μου γεμίσεις το ασκί με νερό από την πηγή εδώ πιο κάτω. «Κάνε υπομονή, καλέ μου άνθρωπε, έχω ένα ραντεβού με τον Θεό και δεν θέλω να αργήσω!» 

Όταν ο ερημίτης έφτασε επιτέλους στην κορυφή του βουνού, στην πόρτα της καλύβας, όπου επρόκειτο να συναντηθεί με τον Θεό, βρήκε κρεμασμένο ένα μήνυμα: «Συγχώρεσε με που δεν είμαι εδώ, αλλά πήγα να βοηθήσω εκείνους που δεν βοήθησες εσύ στο διάβα σου».

Θα προσεύχομαι, αλλά θέλω και λεφτά

Έναν τέτοιο γέροντα αμέριμνο, απλό, ταπεινό, με μεγάλη εμπιστοσύνη στον Χριστό και την Παναγία, γνωρίσαμε.

Ήταν από το Ριζοκάρπασο της σήμερα τουρκοκρατούμενης Κύπρου κι ήλθε στο Άγιον 'Ορος όταν κι αυτό ήταν Τουρκοκρατούμενο. Εκοιμήθη πριν δώδεκα έτη σε ηλικία εκατόν έξι ετών. Είχε στο Άγιον 'Ορος ογδόντα έξι έτη.

Εξήλθε αυτού μία δύο φορές, για να πάει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα. Ογδόντα έξι έτη είχε να φάει κρέας. Ογδότα έξι έτη είχε να δει γυναίκα. Είκοσι πέντε έτη είχε να πλύνει το πιάτο του. Υγιέσταστος, εγκρατέστατος, εξυπνότατος, αγαθότατος. Εκατόν τριών ετών ανέβηκε στη σκέπη του κελλιού του να διορθώσει τα κεραμίδια.

«'Οτι ζητάω από την Παναγία μου το στέλνει» έλεγε. «Έχω την εικόνα της, της Οικονόμισσας, και με οικονομεί η Υπερευλογημένη... Να, τώρα ήθελα νερό και ήλθες να μου φέρεις».

Μια φορά ήλθαν δύο φίλοι από την Αθήνα, νεαροί οικογενειάρχες, και με ρωτούσαν αν υπάρχουν γέροντες του Γεροντικού και της Φιλοκαλίας. Υπάρχουν τους είπα και τους πήγα στον γέροντα αυτόν, τον μοναχό Ιωσήφ τον Κύπριο. Ήταν τότε εκατόν πέντε ετών. Ήταν ξαπλωμένος κι έκανε κομποσχοίνι. «Οι κύριοι» του λέγω, «είναι από την Αθήνα και ήθελαν να πάρουν την ευχή σου». Τον είδαν πως δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Αφού είπαν δύο-τρία λόγια, τους έκαμε νόημα να φύγουμε.

Φεύγοντας λένε στον γέροντα: «Γέροντα, είμαστε με πολλά προβλήματα, σας παρακαλούμε να προσεύχεσθε».

«Θα προσεύχομαι» τους απαντά, «αλλά για να προσεύχομαι θέλω και λεφτά»! Ντράπηκα πολύ, τα έχασα, δεν ήξερα τι να πω. Προσπαθούσα να δικαιολογήσω την κατάσταση. Απορούσα γιατί να το κάνει αυτό. Τους πήγα σ' έναν άγιο άνθρωπο κι αυτός να ζητάει χρήματα για να προσευχηθεί; Αυτός που δεν γνώριζε καλά-καλά την αξία των χρημάτων και δεν τους έδινε μεγάλη σημασία. Οι άνθρωποι έφυγαν και λυπήθηκα.

Την άλλη ημέρα που πήγα να τον δω, μου λέει: «Πάτερ Μωυσή την αρετή δεν τη μαζέψαμε μαζί. Μην μου φέρνεις κόσμο να με τιμάνε. Ζήτησα από τον Θεό να με τιμήσει στην άλλη ζωή, όχι σ΄αυτή την ψεύτικη».

Εξεπλάγην. Ντροπιάσθηκε στους ξένους ζητώντας χρήματα, που ποτέ δεν είχε και ποτέ δεν τ' αγάπησε, με ντρόπιασε κι εμένα. Πού να τολμήσω να ξαναπάω κόσμο. Χάλασε την εικόνα του, ως σπουδαίου ασκητού. Κατέστρεψε την πρόσοψη του. Ποιος από μας το κάνει αυτό; Ήταν ταπεινός. Υπεράνω και του σκανδαλισμού. Τον ένοιαζε τι θα πει γι αυτόν ο Θεός κι όχι οι άνθρωποι. 'Οταν το είπα στους φίλους έμειναν άφωνοι...

Πρίν κρίνεις σκέψου

Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια σὲ ἕνα Δημοτικὸ σχολεῖο τῆς Ἀμερικανικῆς ἐπαρχίας ὑπῆρχε μία δασκάλα. Τὸ ὄνομά της ἦταν κυρία Τόμπσον.

Τὴν πρώτη μέρα τῆς καινούργιας σχολικῆς χρονιᾶς, στάθηκε μπροστὰ ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῆς πέμπτης τάξης, τοὺς συστήθηκε καὶ στὴ συνέχεια τοὺς εἶπε ἕνα μεγάλο ψέμα.

Ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι ἄλλωστε δάσκαλοι, κοίταξε τοὺς μαθητές της καὶ τοὺς εἶπε ὅτι θὰ τοὺς ἀγαπάει καὶ θὰ τοὺς προσέχει ὅλους τὸ ἴδιο.


Ἀλλὰ αὐτὸ ἦταν ἀδύνατον, γιατί ἐκεῖ στὴν μπροστινὴ σειρά, κάθονταν ἕνα μικρὸ ἀγόρι, ὁ Τέντυ Στάλλαρντ. Ἡ κυρία Τόμπσον εἶχε παρατηρήσει τὸν Τέντυ ἀπὸ τὴν προηγούμενη χρονιὰ καὶ δὲν τὸν συμπαθοῦσε ἰδιαίτερα. Δὲν ἔπαιζε μὲ τὰ ἄλλα παιδιά, δὲν συμμετεῖχε στὴν τάξη, τὰ ροῦχα του ἦταν συνέχεια βρώμικα καὶ σίγουρα δὲν ἔκανε ὅσο συχνὰ ἔπρεπε μπάνιο.

Ὁ Τέντυ ἦταν ἕνα παιδὶ ποὺ τὴν δυσαρεστοῦσε ὅποτε τὸν ἔβλεπε γιὰ αὐτὸ καὶ ἀπολάμβανε τὶς στιγμὲς ποὺ σχημάτιζε μὲ τὸν κόκκινο στυλὸ της τὰ τεράστια Χ στὰ τετράδιά του, ἔσβηνε τὰ…λάθη του ἢ βαθμολογοῦσε μὲ 6 καὶ μὲ 5 τὶς ἐργασίες του.
Στὸ σχολεῖο, ὅπου δίδασκε ἡ κυρία Τόμπσον, ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ ἐλέγχει τὸ παρελθὸν ὅλων τῶν παιδιῶν ποὺ ὑπῆρχαν στὴ τάξη της. Ἀκόμη καὶ τοῦ μικροῦ Τέντυ. Ἔτσι ὅταν ἄνοιξε τὰ ἀρχεῖα του, τὴν περίμενε μία μεγάλη ἔκπληξη.
Ὁ δάσκαλος ποὺ εἶχε τὸν Τέντυ στὴν πρώτη τάξη τοῦ Δημοτικοῦ ἔγραφε γιὰ αὐτόν:
«Ὁ Τέντυ εἶναι ἕνα ὑπέροχο παιδὶ ὅλο χαμόγελο. Εἶναι ὀργανωτικός, μελετηρὸς καὶ ἔχει καλοὺς τρόπους. Εἶναι μία ἔμπνευση γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ βρίσκονται γύρω του.»
Ἡ δασκάλα ποὺ εἶχε τὸν Τέντυ στὴ Δευτέρα Δημοτικοῦ ἔγραφε: «Εἶναι ἐξαιρετικὸς μαθητής, τὸν συμπαθοῦν πολὺ οἱ συμμαθητὲς του ἀλλὰ ὁ ἴδιος μοιάζει πολὺ προβληματισμένος ἐπειδὴ ἡ μητέρα του πάσχει ἀπὸ μία ἀνίατη ἀσθένεια καὶ ἡ ζωὴ στὸ σπίτι του πρέπει νὰ εἶναι πολὺ δύσκολη.»
Ἡ δασκάλα ποὺ τὸν δίδαξε στὴν Τρίτη Δημοτικοῦ ἔγραφε: «Ὁ θάνατος τῆς μητέρας του τοῦ στοίχισε πολύ. Ὁ ἴδιος προσπαθεῖ νὰ κάνει ὅ,τι καλύτερο μπορεῖ, ἀλλὰ ὁ πατέρας του δὲν τοῦ δείχνει μεγάλο ἐνδιαφέρον. Ἡ ἄσχημη κατάσταση στὸ σπίτι θὰ τὸν ἐπηρεάσει πολὺ σύντομα, ἂν δὲν ἀλλάξει γρήγορα κάτι.»
Ὁ δάσκαλος τοῦ Τέντυ στὴν Τετάρτη Δημοτικοῦ ἔγραφε: «Ὁ Τέντυ ἔχει παραιτηθεῖ καὶ δὲν δείχνει κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ σχολεῖο. Δὲν ἔχει πολλοὺς φίλους καὶ πολλὲς φορὲς κοιμᾶται στὴν τάξη.»
Ἡ κυρία Τόμπσον συνειδητοποίησε τὸ πρόβλημα καὶ αἰσθάνθηκε ντροπὴ γιὰ τὸν ἑαυτό της. Αἰσθάνθηκε ἀκόμη χειρότερα, ὅταν ὅλοι οἱ μαθητές της, τῆς ἔφεραν χριστουγεννιάτικα δῶρα τυλιγμένα μὲ ἀστραφτερὰ περιτυλίγματα καὶ ὄμορφες κορδέλες. Ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Τέντυ. Τὸ δικό του δῶρο ἦταν ἀδέξια τυλιγμένο σὲ ἕνα βρώμικο, καφὲ χαρτὶ ποὺ μᾶλλον πρὶν ἦταν ἡ σακούλα ἑνὸς παντοπωλείου.

Ἡ κυρία Τόμπσον δυσκολεύτηκε νὰ τὸ ἀνοίξει. Τὰ περισσότερα παιδιὰ γέλασαν ὅταν ἔβγαλε ἀπὸ μέσα ἕνα βραχιόλι ποὺ εἶχε φτιάξει ὁ ἴδιος μὲ σπάγκο καὶ πέτρες ἀλλὰ καὶ ἕνα ἀνοιχτό, μισογεμάτο μπουκάλι μὲ ἄρωμα. Σηκώθηκε ἀπὸ τὴ θέση της καὶ σταμάτησε ἀπότομα τῶν γέλιο τῶν παιδιῶν ὅταν φώναξε δυνατὰ πόσο πολύ τῆς ἄρεσε τὸ δῶρο του. Στὴ συνέχεια φόρεσε τὸ βραχιόλι καὶ ἔριξε λίγο ἀπὸ τὸ ἄρωμα στὸ χέρι της.
Ὁ Τέντυ ἔφυγε τελευταῖος ἐκείνη τὴ μέρα ἀπὸ τὴν τάξη. Βγαίνοντας ἀπὸ τὴ πόρτα γύρισε πρὸς τὴ δασκάλα του καὶ τῆς εἶπε μὲ θλιμμένη φωνὴ «Σήμερα κυρία μυρίζετε σὰν τὴ μαμά μου!»

Ἡ κυρία Τόμπσον ἔκλαψε πολὺ ἐκείνη τὴ μέρα. Ἀπὸ τότε σταμάτησε νὰ μαθαίνει τὰ παιδιὰ ἀνάγνωση, γραφὴ καὶ ἀριθμητική. Ἀντ΄ “αὐτοῦ, ἄρχισε νὰ τὰ διδάσκει.

Ἀγαποῦσε ὅλα τὰ παιδιὰ ἀλλὰ ἔδινε ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸν μικρὸ Τέντυ. Κάθε φορᾶ ποὺ τὸν βοηθοῦσε στὰ μαθήματά του, τὸ μυαλὸ του ἐμοίαζε νὰ ζωντανεύει.

Ὅσο περισσότερο τὸν ἐνθάρρυνε, τόσο πιὸ γρήγορα ἀπαντοῦσε στὶς ἐρωτήσεις της. Μέχρι τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὁ Τέντυ εἶχε γίνει ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἔξυπνα παιδιὰ τῆς τάξης καί, παρὰ τὸ ψέμα της ὅτι θὰ ἀγαποῦσε ὅλα τὰ παιδιὰ τὸ ἴδιο, ὁ Τέντυ ἦταν πλέον καὶ ἐπίσημα ὁ ἀγαπημένος της.

Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ ἡ κυρία Τόμπσον ἀνέλαβε πάλι τὴν Πέμπτη Δημοτικοῦ καὶ ἔβλεπε τὸν Τέντυ μόνο στὰ διαλείμματα. Μία μέρα, πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, βρῆκε ἕνα σημείωμα κάτω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της. Τὸ σημείωμα εἶχε τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Τέντυ καὶ ἔγραφε: «Εἴσαστε ἀκόμη ἡ καλύτερη δασκάλα ποὺ εἶχα ποτὲ στὴ ζωή μου».

Ἔξι χρόνια μετὰ ἡ κυρία Τόμπσον ἔλαβε ἄλλο ἕνα σημείωμα, αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ τὸ ταχυδρομεῖο.
Ἦταν πάλι ὁ Τέντυ καὶ τῆς ἔγραφε ὅτι εἶχε τελειώσει τρίτος σὲ βαθμὸ τὸ Λύκειο, ἀλλὰ ἐκείνη ἦταν ἀκόμη ἡ καλύτερη δασκάλα ποὺ εἶχε ποτὲ στὴ ζωή του.
Τέσσερα χρόνια μετά, πῆρε ἄλλη μία ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν Τέντυ. Τῆς ἔγραφε ὅτι εἶναι δύσκολα στὸ Πανεπιστήμιο ἀλλὰ πολὺ σύντομα θὰ ἔπαιρνε τὸ πτυχίο του καὶ μὲ καλὸ βαθμό. Τελείωσε τὸ γράμμα του γράφοντας ὅτι ἀκόμη ἐκείνη εἶναι ἡ καλύτερη καὶ ἡ πιὸ ἀγαπημένη του δασκάλα ποὺ εἶχε ποτέ.
Ἔπειτα ἀπὸ τέσσερα χρόνια ἄλλο ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν Τέντυ ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του στὸ ταχυδρομικὸ κουτὶ τῆς κυρία Τόμπσον. Τῆς ἔγραφε ὅτι ἀφοῦ πῆρε τὸ πτυχίο του, ἀποφάσισε νὰ προχωρήσει λίγο ἀκόμη τὶς σπουδές του. Τελείωνε τὴν ἐπιστολὴ γράφοντας ὅτι παραμένει ἡ καλύτερη καὶ ἡ ἀγαπημένη του δασκάλα.

Ἡ κυρία Τόμπσον πῆρε ἀκόμη ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν Τέντυ ἐκείνη τὴν ἄνοιξη. Ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο ὑπέγραφε,ἦταν διαφορετικό: Δρ. Θίοντορ Φ. Στάλλαρντ. Τῆς ἔγραφε ὅτι εἶχε βρεῖ μία κοπέλα καὶ ἐπρόκειτο νὰ τὴν παντρευτεῖ. Τῆς ἔλεγε ὅτι ὁ πατέρας του εἶχε πεθάνει μερικὰ χρόνια πρὶν καὶ ἀναρωτιόταν ἂν θὰ μποροῦσε ἐκείνη, νὰ καθίσει στὴ θέση ποὺ κάθεται ἡ μητέρα τοῦ γαμπροῦ.

Φυσικὰ ἐκείνη τὸ ἔκανε… Πῆγε στὸ γάμο φορώντας στὸ χέρι ἐκεῖνο τὸ βραχιόλι ἀπὸ πέτρες ποὺ τῆς εἶχε κάνει δῶρο ὁ Τέντυ καὶ φορώντας τὸ ἄρωμα ποὺ τοῦ θύμιζε τὴ μητέρα του. Τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Δρ. Στάλλαρντ τὴν ἀγκαλίασε τῆς ψιθύρισε στὸ αὐτί: «Σᾶς εὐχαριστῶ, κυρία Τόμπσον, γιατί πιστέψατε σὲ μένα. Σᾶς εὐχαριστῶ τόσο πολὺ γιατί μὲ κάνατε νὰ αἰσθανθῶ σημαντικὸς καὶ μοῦ δείξατε πὼς μπορῶ νὰ κάνω τὴ διαφορά».
Ἡ κυρία Τόμπσον μὲ δάκρυα στὰ μάτια τοῦ ἀπάντησε: «Τέντυ, κάνεις πολὺ μεγάλο λάθος. Ἐσὺ εἶσαι αὐτὸς πού μού ἔμαθε ὅτι μπορῶ νὰ κάνω τὴ διαφορά. Δὲν ἤξερα πῶς νὰ διδάξω τοὺς μαθητές μου μέχρι ποὺ σὲ γνώρισα.»
Προσπαθῆστε νὰ μὴν κρίνετε ἀπὸ τὸ περιτύλιγμα καὶ μὴν ὑποτιμᾶτε ποτὲ μὰ ποτὲ τὴν δύναμη ποὺ ἔχετε καὶ ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων γύρω σας.

Ο Μέγας Αντώνιος και ο μπαλωματής

Πέρασε κάποτε από το λογισμό του Μεγάλου Αντωνίου σε τίνος τάχα αγίου μέτρα να είχε φτάσει. Ο Θεός όμως, που ήθελε να του ταπεινώσει το λογισμό, του φανέρωσε μια νύχτα στ’ όνειρό του πως καλύτερος του ήταν ο μπαλωματής, που είχε ένα μικρομάγαζο σ’ ένα παράμερο δρόμο της Αλεξανδρείας…

Μόλις ξημέρωσε, ο Όσιος πήρε το ραβδάκι του και ξεκίνησε για την πόλη. Ήθελε να γνωρίσει από κοντά τον περίφημο μπαλωματή και να ιδεί τις αρετές του. Με πολλή δυσκολία ανακάλυψε το μαγαζάκι του, μπήκε μέσα, κάθισε πλάι του στον πάγκο κι’ άρχισε να τον ρωτά για τη ζωή του.

Ο απλοϊκός άνθρωπος, που δε του πήγαινε ο νους ποιος μπορούσε να ήταν εκείνος ο γερο-καλόγερος που ήλθε τόσο ξαφνικά να τον εξετάσει, χωρίς να πάρει τα μάτια του από το παπούτσι που μπάλωνε, του αποκρίθηκε αργά-αργά με ηρεμία:

— Δεν ξέρω, Αββά μου, να έχω κάνει ποτέ κανένα καλό. Κάθε πρωί σηκώνομαι, κάνω την προσευχή μου κι’ αρχίζω τη δουλειά μου. Λέω όμως πρώτα στο λογισμό μου, πως όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτή την πόλη, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο, θα σωθούν καί μόνο εγώ θα καταδικαστώ για τις πολλές μου αμαρτίες. Κι' όταν το βράδυ πάω να πλαγιάσω, πάλι το ίδιο συλλογίζομαι.

Ο Όσιος σηκώθηκε με θαυμασμό, τον αγκάλιασε, τον φίλησε, και του είπε με συγκίνηση:

— Συ, αδελφέ μου, σαν καλός έμπορος, κέρδισες τον πολύτιμο μαργαρίτη άκοπα. Εγώ γέρασα στην έρημο, ίδρωσα καί κόπιασα, μα δεν έφτασα την ταπεινοσύνη σου.

Γιατί ο κόσμος μισεί τους δικαίους;

Πες μου, πάτερ, σε παρακαλώ κάτι: Για ποιό λόγο οι περισσότεροι άνθρωποι μισούν τους δικαίους; Γιατί τους περιφρονούν; Γιατί σκανδαλίζονται μαζί τους; Αντίθετα, λίγοι ειναι εκείνοι που τους τιμούν…

- Πολύ συμφέρει τους δικαίους, παιδί μου, η περιφρόνηση των ανθρώπων. Τους ταιριάζει, θα ‘λεγα, όπως ταιριάζουν στον ουρανό τ’ αστέρια. Είδα μάλιστα ενάρετο, που κέρδισε πενήντα στεφάνια σε μία μέρα από τις κακολογίες των άλλων.

- Και με ποιόν τρόπο τα κέρδισε; ρώτησα απορήμενος.

- Άκουσε: Ο άνθρωπος αυτός έμενε στα Βούκολα. Ήταν επιφανής και αξιοσέβαστος. Έκανε πολλά καλά έργα στους συνανθρώπους του και όλους τους αγαπούσε σαν αγγέλους του Θεού. Εκείνοι, ωστόσο, πλανέθηκαν από τον πονηρό και άρχισαν να αντιπαθούν τον ευεργέτη τους σα να ήταν κακούργος. Άλλοι έλεγαν πως είναι δολερός, άλλοι ακόλαστος, άλλοι κλέφτης και άλλοι αιρετικός! Έχει, βλέπεις, τη συνήθεια ο διάβολος να διασύρει τους αγίους με το στόμα των αμαρτώλων ανθρώπων. Ο άνθρωπος όμως για τον οποίο σου μιλάω, ακούγοντας τις συκοφαντίες αυτές, χαιρόταν ειλικρινά και ευχαριστούσε το Θεό.

“Κύριε”, έλεγε, “δείξε το έλεος Σου σ’ όσους με μισούν, με συκοφαντούν, με διασύρουν. Κανένας απ’ τους αδελφούς να μην πάθει κακό για μένα τον αμαρτωλό, ούτε στην παρούσα ζωή ούτε στην άλλη. Σύντριψε όμως και αφάνησε τους πονηρούς δαίμονες, που τους ξεσηκώνουν εναντίον μου. Σε παρακαλώ, Θεέ μου, όπως δεν αποστράφηκες εμένα τον βέβηλο, όσες φορές αμάρτησα και πρόστρεξα στην ευσπλαχνία Σου ζητώντας συγχώρηση, έτσι να μην αποστραφείς τώρα κι αυτούς, που κατηγορούν τον αχρείο δούλο Σου. Αντίθετα, αγιάσέ τους με το έλεός Σου και σκέπασέ τους με την αγαθότητα Σου”.

Έτσι προσευχόταν, αγαπητέ, ο δίκαιος εκείνος, γι’ αυτούς που τον μισούσαν και τον κακολογούσαν! Και κοίταξε τι θαυμαστό γινόταν: Όσες φορές τη μέρα βίαζε τον εαυτό του και προσευχόταν για τους εχθρούς του, τόσες φορές κατέβαινε άγγελος Κυρίου και τοποθετούσε στο κεφάλι του ουράνιο διαμαντοστόλιστο στεφάνι. Αυτό, βέβαια, δεν το καταλάβαινε ο ίδιος, γιατί ο Θεός τον στεφάνωνε αόρατα… Γι’ αυτό λοιπόν, παιδί μου, επιτρέπει πολλές φορές ο αγαθός Θεός να κακολογούνται και να εξουθενώνονται οι ενάρετοι, για ν’ αυξήσουν έτσι τα στέφανια τους και τα βραβεία τους και τους ουράνιους μισθούς τους.

- Ωστόσο, όπως είπα και πριν, πάτερ, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι δίκαιοι σ’ άλλους ανθρώπους αρέσουν και σ’ άλλους όχι.
- Πρόσεξε, παιδί μου, και θα σου το εξηγήσω με μερικά παραδείγματα: Δεν βλέπεις που ο Θεός στέλνει βροχή, και δεν αρέσει σε όλους; Όπως συνήθως, άλλοι λένε το ένα και άλλοι το άλλο. Ο ένας λέει: “Δόξα σοι ο Θεός! Θα ποτιστεί η γη!”. Ο άλλος, αντίθετα: “Κακό που μας βρήκε! Πάει η σοδειά!”. Άν πάλι ο Θεός στείλει βαρύ χειμώνα, οι φτωχοί, τρέμοντας από την παγωνιά, λένε με παράπονο: “Αχ, γιατί να κάνει ο Θεός τόσο κρύο;”. Οι πλούσιοι, απεναντίας, τότε ακριβώς απολαμβάνουν περισσότερο τη θαλπωρή, γιατί έχουν όλα όσα χρειάζονται – και θέρμανση και χοντρά ρούχα και κρασί και ζεστό ψωμί και κρέατα και καθετί που αναπαύει το σώμα. Τέλος πάντων, φεύγει ο χειμώνας, έρχεται η άνοιξη και ακολουθεί το καλοκαίρι με την πολλή του ζέστη. Τότε λένε μερικοί: “Ο χειμώνας είναι πολύ καλύτερος. Ούτε μύγες έχει ούτε ψύλλους ούτε κοριούς”. 
Και, κοντολογής, άλλοι προτιμούν το χειμώνα σαν υγιεινότερο, άλλοι την άνοιξη σαν γλυκύτερη, άλλοι το καλοκαίρι σαν θερμότερο… Αλλά γιατί στα λέω όλα αυτά; Φτάνει μόνο να σκεφτείς, ότι ο Χριστός, ο Κύριος και Θεός μας, έγινε άνθρωπος, συναναστράφηκε με τους αχάριστους Εβραίους και τους ευργέτησε με μύρια καλά – δαιμόνια έδιωξε, λεπρούς καθάρισε, τυφλούς φώτισε, κουτσούς στήριξε, παράλυτους σήκωσε, νεκρούς ανέστησε, τελώνες διόρθωσε, πόρνες συνέτισε, με λίγα ψωμιά πλήθη χόρτασε και τόσα άλλα έκανε, για τα οποία φθαρτός άνθρωπος δεν μπορεί να μιλήσει. Και για όλα τούτα ποια ήταν η ανταμοιβή του Κυρίου μας;

Ο φθόνος, η συκοφαντία, οι εξευτελισμοί, τα ραπίσματα, η μαστίγωση, τα φτυσίματα και στο τέλος η σταύρωση! Αν λοιπόν ο Πλάστης μας δεν άρεσε σε όλους τους ανθρώπους, πως θα αρέσει ο δίκαιος στους συνάνθρώπος του; Ξέρεις, παιδί μου, ο ενάρετος Άβελ έζησε τότε που ελάχιστοι άνθρωποι υπήρχαν πάνω στη γη. Και παρόλο που δεν έκανε το παραμικρό κακό στον αδελφό του Κάϊν, αυτός, σκοτισμένος από τον πονηρό, τον φθόνησε και τον σκότωσε. Σκέψου λοιπόν, αν τότε, που υπήρχαν μόνο δύο αδέλφια στη γη, ο δίκαιος Άβελ δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’ τον ανθρώπινο φθόνο, θα μπόρεσει κανείς σήμερα, ζώντας ανάμεσα σε τόσο κόσμο; Αδύνατον! Είναι γραμμένο άλλωστε: “Τέκνον, ει προσέρχη δουλεύειν Κυρίω Θεώ, ετοίμασεν την ψυχήν σου εις πειρασμόν”.

 « • Όταν η ψυχή είναι ταραγμένη, θολώνει το λογικό και δε βλέπει καθαρά.
Μόνο, όταν η ψυχή είναι ήρεμη, φωτίζει το λογικό, για να βλέπει καθαρά την αιτία κάθε πράγματος.
• Η ψυχή είναι πολύ βαθιά και μόνο ο Θεός τη γνωρίζει.
• Γιατί να κυνηγάμε τα σκοτάδια; Να, θα ανάψουμε το φως και τα σκοτάδια θα φύγουν μόνα τους. Θα αφήσουμε να κατοικήσει σ' όλη την ψυχή μας ο Χριστός και τα δαιμόνια θα φύγουν μόνα τους.
• Όταν έρθει μέσα μας ο Χριστός, τότε ζούμε μόνο το καλό, την αγάπη για όλο τον κόσμο. Το κακό, η αμαρτία, το μίσος εξαφανίζονται μόνα τους, δεν μπορούν, δεν έχουν θέση, να μείνουν.
• Να μην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν, αλλά αν εσύ αγαπάς το Χριστό και τους ανθρώπους. Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή.
• Στην ψυχή, που όλος ο χώρος της είναι κατειλημμένος από το Χριστό, δεν μπορεί να μπει και να κατοικήσει ο διάβολος, όσο κι αν προσπαθήσει, διότι δεν χωράει, δεν υπάρχει κενή θέση γι' αυτόν.
• Ο σκοπός μας δεν είναι να καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το διορθώνουμε. Με την καταδίκη ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί, με την κατανόηση και βοήθεια θα σωθεί.
• Το κακό αρχίζει από τις κακές σκέψεις. Όταν πικραίνεσαι και αγανακτείς, έστω μόνο με τη σκέψη, χαλάς την πνευματική ατμόσφαιρα. Εμποδίζεις το Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει και επιτρέπεις στο διάβολο να μεγαλώσει το κακό. Εσύ πάντοτε να προσεύχεσαι, να αγαπάς και να συγχωρείς, διώχνοντας από μέσα σου κάθε κακό λογισμό.
• Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν' αγαπήσει το Χριστό, κι όταν αγαπήσει το Χριστό, απαλλάσσεται απ' τό διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο.
• Να προσεύχεσαι χωρίς αγωνία, ήρεμα, με εμπιστοσύνη στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού.
• Δεν πρέπει να πολεμάτε τα παιδιά σας, αλλά τον σατανά που πολεμά τα παιδιά σας.
Να τους λέτε λίγα λόγια και να κάνετε πολλή προσευχή.
• Η προσευχή κάνει θαύματα. Δεν πρέπει η μητέρα να αρκείται στο αισθητό χάδι στο παιδί της, αλλά να ασκείται στο πνευματικό χάδι της προσευχής.
• Η σωτηρία του παιδιού σας περνάει μέσα από τον εξαγιασμό το δικό σας.• Ο αγιασμός δεν είναι ακατόρθωτο πράγμα, είναι μάλιστα εύκολος, φθάνει εσείς να αποκτήσετε ταπείνωση και αγάπη.
• Αν θέλεις μπορείς να αγιάσεις και μέσα στην Ομόνοια.
• Να παρακαλάς το Θεό να συγχωρήσει τις αμαρτίες σου. Κι ο Θεός, επειδή θα τον παρακαλάς πονεμένος και ταπεινωμένος, θα σου συγχωρήσει τις αμαρτίες σου και θα σε κάνει καλά και στο σώμα.
• Όταν προσεύχεσαι, να ξεχνάς την σωματική σου αρρώστια, να την αποδέχεσαι σαν κανόνα, σαν επιτίμιο, για την άφεση των αμαρτιών σου. Για τα παραπέρα μην ανησυχείς, άφησέ τα στο Θεό κι ο Θεός ξέρει τη δουλειά Του.
• Οι ασθένειες μας βγάζουν σε καλό, όταν τις υπομένουμε αγόγγυστα, παρακαλώντας το Θεό να μας συγχωρήσει τις αμαρτίες και δοξάζοντας το όνομά Του.
• Η μεγάλη λύπη και η στενοχώρια δεν είναι από το Θεό, είναι παγίδα του διαβόλου.
• Να γεμίσεις την ψυχή σου με Χριστό, με θείο έρωτα, με χαρά. Η χαρά του Χριστού θα σε γιατρέψει.
• Ο Θεός φροντίζει ακόμη και για τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής μας. Δεν αδιαφορεί για μας, δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο.
• Ο Θεός μας αγαπάει πολύ, μας έχει στο νου Του κάθε στιγμή και μας προστατεύει. Πρέπει να το καταλάβουμε αυτό και να μή φοβούμαστε τίποτε.
• Μόνο η χάρη του Θεού, μόνο η αληθινή αγάπη μας, που θυσιάζεται μυστικά για τους άλλους, μπορεί να σώσει και τους άλλους και μας.
• Η αγάπη χρειάζεται θυσίες. Να θυσιάζουμε ταπεινά κάτι δικό μας, που στην πραγματικότητα είναι του Θεού.
• Ευτυχία μέσα στο γάμο υπάρχει, αλλά απαιτεί μια προϋπόθεση: να έχουν αποκτήσει οι σύζυγοι πνευματική περιουσία, αγαπώντας το Χριστό και τηρώντας τις εντολές Του. Έτσι θα φτάσουν να αγαπιούνται αληθινά μεταξύ τους και να είναι ευτυχισμένοι.
• Είναι προτιμότερο να αποτύχεις σαν λαϊκός, παρά σαν μοναχός.
• Ο ορθόδοξος ασκητισμός δεν είναι μόνο για τα μοναστήρια, αλλά και για τον κόσμο.
• Πολλοί λένε ότι η χριστιανική ζωή είναι δυσάρεστη και δύσκολη, εγώ λέω ότι είναι ευχάριστη και εύκολη, αλλά απαιτεί δυο προϋποθέσεις: ταπείνωση και αγάπη.
• Αν έρθει η χάρη του Θεού, όλοι και όλα αλλάζουν, έλα όμως που για να έρθει, χρειάζεται πρώτα να ταπεινωθούμε!
• Μπορεί κάποιος να μιλάει για τις αμαρτίες του και να είναι υπερήφανος κι άλλος να μιλάει για τις αρετές του και να είναι ταπεινός.
• Να είμαστε ταπεινοί, αλλά να μην ταπεινολογούμε. Η ταπεινολογία είναι παγίδα του διαβόλου, πού φέρνει την απελπισία και την αδράνεια, ενώ η αληθινή ταπείνωση φέρνει την ελπίδα και την εργασία των εντολών του Χριστού.
• Δε γίνεται κανείς χριστιανός με την τεμπελιά, χρειάζεται δουλειά, πολλή δουλειά.
• Το παν είναι να αγαπήσει ο άνθρωπος το Χριστό και όλα τα προβλήματα τακτοποιούνται.
• Και τώρα το Άγιο Πνεύμα θέλει να μπει στις ψυχές μας, όπως και τότε, αλλά σέβεται την ελευθερία μας, δε θέλει να την παραβιάσει. Περιμένει να του ανοίξουμε μόνοι μας την πόρτα και τότε θα μπει στην ψυχή μας και θα την μεταμορφώσει. Όταν έρθει και κατοικήσει σ' όλο το χώρο της ψυχής μας ο Χριστός, τότε φεύγουν όλα τα προβλήματα, όλες οι πλάνες, όλες οι στενοχώριες. Τότε φεύγει και η αμαρτία !»


«Γνώρισα ἐκ πείρας ὅτι σ' αὐτὴ τὴ ζωὴ οἱ ἄνθρωποι εἶναι χωρισμένοι σὲ δύο κατηγορίες.

 
Ἡ μία, λοιπόν, κατηγορία τῶν ἀνθρώπων μοιάζει μὲ τὴ μύγα.

Ἡ μύγα ἔχει τὴν ἑξῆς ἰδιότητα: νὰ πηγαίνει πάντα καὶ νὰ κάθεται σὲ ὅ,τι βρώμικο ὑπάρχει.
Γιὰ παράδειγμα, ἂν ἕνα περιβόλι εἶναι γεμάτο λουλούδια, ποὺ εὐωδιάζουν, καὶ σὲ μία ἄκρη τοῦ περιβολιοῦ κάποιο ζῶο ἔχει κάνει μία ἀκαθαρσία, τότε μιὰ μύγα, πετώντας μέσα σ' αὐτὸ τὸ πανέμορφο περιβόλι, θὰ πετάξει πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ἄνθη καὶ σὲ κανένα δὲν θὰ καθίσει. Μόνο ὅταν δεῖ τὴν ἀκαθαρσία, τότε ἀμέσως θὰ κατέβει καὶ θὰ καθίσει πάνω σ' αὐτὴν καὶ θὰ ἀρχίσει νὰ τὴν ἀνασκαλεύει, ἀναπαυόμενη στὴ δυσωδία ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὸ ἀνακάτεμα αὐτὸ καὶ δὲ θὰ ξεκολλᾶ ἀπὸ ἐκεῖ.
Ἂν τώρα ἔπιανες μιὰ μύγα, καὶ αὐτὴ μποροῦσε νὰ μιλήσει καὶ τὴ ρωτοῦσες νὰ σοῦ πεῖ μήπως ξέρει ἂν πουθενὰ ὑπάρχουν τριαντάφυλλα, τότε ἐκείνη θὰ ἀπαντοῦσε πὼς δὲ γνωρίζει κἄν τί εἶναι αὐτά. "Ἐγώ, θὰ σοῦ πεῖ, ξέρω πὼς ὑπάρχουν σκουπίδια, τουαλέτες, ἀκαθαρσίες ζώων, μαγειρεῖα, βρωμιές."
Ἡ μία λοιπὸν μερίδα τῶν ἀνθρώπων μοιάζει μὲ τὴ μύγα. Εἶναι ἡ κατηγορία τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔχει μάθει πάντα νὰ σκέφτεται καὶ νὰ ψάχνει νὰ βρεῖ ὅ,τι κακὸ ὑπάρχει, ἀγνοώντας καὶ μὴ θέλοντας ποτὲ νὰ σταθεῖ στὸ καλό.
Ἡ ἄλλη κατηγορία τῶν ἀνθρώπων μοιάζει μὲ τὴ μέλισσα.
Ἡ ἰδιότητα τῆς μέλισσας εἶναι νὰ βρίσκει καὶ νὰ κάθεται σὲ ὅ,τι καλὸ καὶ γλυκὸ ὑπάρχει.
Ἂς ποῦμε, γιὰ παράδειγμα, πὼς σὲ μία αἴθουσα, ποὺ εἶναι γεμάτη ἀκαθαρσίες ἔχει κάποιος τοποθετήσει σὲ μία γωνιὰ ἕνα λουκούμι. Ἂν φέρουμε ἐκεῖ μία μέλισσα, ἐκείνη θὰ πετάξει και δὲν θὰ καθήσει πουθενὰ ἕως ὅτου βρεῖ τὸ λουκούμι καὶ μόνον ἐκεῖ θὰ σταθεῖ.
Ἂν πιάσεις τώρα τὴ μέλισσα καὶ τὴ ρωτήσεις ποῦ ὑπάρχουν σκουπίδια, αὐτὴ θὰ σοῦ πεῖ ὅτι δὲ γνωρίζει, "θὰ σοῦ πεῖ ἐκεῖ ὑπάρχουν γαρδένιες, ἐκεῖ τριανταφυλλιές, ἐκεῖ θυμάρι, ἐκεῖ μέλι, ἐκεῖ ζάχαρη, ἐκεῖ λουκούμια καὶ γενικὰ θὰ εἶναι γνώστης ὅλων τῶν καλῶν καὶ θὰ ἔχει παντελῆ ἄγνοια ὅλων τῶν κακῶν."
Αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη ὁμάδα, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ποὺ ἔχουν καλοὺς λογισμοὺς καὶ σκέπτονται καὶ βλέπουν τὰ καλά.
Ὅταν σ' ἕνα δρόμο βρεθοῦν νὰ περπατοῦν δύο ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν στὶς δύο αὐτὲς κατηγορίες, τότε φτάνοντας στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ὅπου ἕνας τρίτος ἔκανε τὴν «ἀνάγκη» του, ὁ ἄνθρωπος τῆς πρώτης κατηγορίας, θὰ πάρει ἕνα ξύλο καὶ θ' ἀρχίσει νὰ σκαλίζει τὶς ἀκαθαρσίες.
Ὅταν, ὅμως περάσει ὁ ἄλλος, τῆς δεύτερης κατηγορίας, ποὺ μοιάζει μὲ τὴ μέλισσα, προσπαθεῖ νὰ βρεῖ τρόπο νὰ τὶς σκεπάσει μὲ χῶμα καὶ μὲ μία πλάκα, γιὰ νὰ μὴν αἰσθανθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι περαστικοὶ τὴ δυσωδία αὐτή, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὶς βρωμιές».
                                                                                                 
  Γέροντaς Παΐσιοs
Ας επιλέξουμε σε ποια κατηγορία ανθρώπων είναι όμορφο να ανήκουμε ... η επιλογή εναπόκειται στον καθένα μας ...


Όταν αφεθείς στα Χέρια του Θεού, τα πάντα είναι ευλογημένα !

«Ήταν κάποτε ένας μορφωμένος άνδρας που επί οκτώ χρόνια παρακαλούσε το Θεό να του στείλει έναν άνθρωπο να τον διδάξει την αλήθεια.
Και κάποτε που ένιωσε αυτή την επιθυμία πολύ έντονη, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει: ‘Πήγαινε στην εκκλησία, κι εκεί θα βρεις έναν άνθρωπο που θα σου δείξει την οδό της ευλογίας.’ Πήγε εκεί, και βρήκε έναν φτωχό, ξυπόλυτο,με πόδια γεμάτα πληγές και σκόνη, και όλα του τα ρούχα δεν άξιζαν ούτε δυό δεκάρες.
Τον χαιρέτησε, και του είπε:
‘Είθε ο Θεός να σου δώσει καλή ημέρα!’
Κι ο άλλος απάντησε : ‘Ποτέ δε μου έδωσε κακή ημέρα.’
‘Είθε ο Θεός να σου δώσει καλή τύχη!’ ‘Πάντα έχω καλή τύχη.’
‘Είθε να σε κάνει ο Θεός ευτυχισμένο! Μα γιατί απαντάς έτσι;’ ‘Ποτέ δεν είμαι δυστυχισμένος.’
‘Σε παρακαλώ, εξήγησέ το μου αυτό, γιατί δεν το καταλαβαίνω.’
‘Μετά χαράς’, αποκρίθηκε ο φτωχός.
‘Μου ευχήθηκες να έχω καλή ημέρα. Όλες μου οι ημέρες είναι καλές: γιατί αν πεινάω, δοξάζω το Θεό. Αν έχει παγωνιά, χαλάζι, χιόνι, βροχή, αν ο καιρός είναι καλός ή κακός, πάντα δοξάζω το Θεό. Είμαι άθλιος και περιφρονημένος, αλλά δοξάζω το Θεό, κι έτσι πάντα η ημέρα μου είναι καλή.
Μου ευχήθηκες να μου δώσει ο Θεός καλή τύχη. Αλλά ποτέ δεν έχω κακή τύχη, γιατί ξέρω πως να ζω με το θεό, και ξέρω πως αυτό που κάνει είναι το καλύτερο. Και ό,τι ο Θεός δίνει ή επιτρέπει γιά μένα, καλό ή κακό, το παίρνω με χαρά από το Θεό, σαν το καλύτερο που μπορεί να γίνει, κι έτσι ποτέ δεν έχω κακή τύχη.
Μου ευχήθηκες να με κάνει ο Θεός ευτυχισμένο. Μα ποτέ δεν είμαι δυστυχισμένος. Γιατί η μόνη μου επιθυμία είναι να ζω μέσα στο θέλημα του Θεού, κι έχω τόσο απόλυτα παραδοθεί στο θέλημα του Θεού, ώστε θέλω αυτό που θέλει Εκείνος.’
‘Αλλά αν ο Θεός θελήσει να σε ρίξει στην κόλαση,’ ρώτησε ο μορφωμένος, ‘τι θα κάνεις τότε;’ ‘Να με ρίξει στην κόλαση; Η αγαθότητά Του δεν θα το επιτρέψει. Αλλά ακόμα κι αν το κάνει, θα Τον αγκαλιάσω με τα δυό μου χέρια. Το ένα μου χέρι, που είναι η Ταπεινότητα, θα αγκαλιάσει την ανθρώπινη φύση Του, και το άλλο μου χέρι, η Αγάπη, θα αγκαλιάσει τη θεία φύση Του, τόσο σφιχτά, που θα πρέπει να έρθει κι Αυτός στην κόλαση μαζί μου.
Γιατί καλύτερα να είμαι στην κόλαση με το Θεό, παρά στον παράδεισο χωρίς Εκείνον.’
Τότε ο Διδάσκαλος κατάλαβε ότι η αληθινή παραίτηση με την άκρα ταπεινότητα, είναι η συντομώτερη οδός προς το Θεό…
Και τον ρώτησε: ‘Τι άνθρωπος είσαι συ;’ ‘Είμαι βασιλιάς.’ ‘Πού είναι το βασίλειό σου;’
‘Η ψυχή μου είναι το βασίλειό μου, γιατί είμαι απόλυτα κύριος των εξωτερικών και εσωτερικών μου αισθήσεων, ώστε όλες οι επιθυμίες και οι δυνάμεις της ψυχής μου βρίσκονται σε πλήρη υποταγή, και αυτό το βασίλειο είναι μεγαλύτερο από οποιοδήποτε βασίλειο επί της γης.’
‘Τι σε οδήγησε σε αυτή την τελειότητα;’ ‘Η σιωπή μου, οι υψηλές μου σκέψεις, και η ένωσή μου με το Θεό. Γιατί δε μπορούσα να αναπαυθώ σε κάτι λιγώτερο από το Θεό.
Τώρα έχω βρει το Θεό, και στο Θεό έχω βρει αιώνια ανάπαυση και ειρήνη ».


  
 Κάποτε ήταν ένα ζευγάρι που μετακόμισε σε καινούργια γειτονιά. Καθώς έτρωγαν πρωινό στο νέο τους σπίτι, η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τη γειτόνισσα που εκείνη την ώρα άπλωνε την μπουγάδα της.
« Ά, τα ρούχα δεν είναι πολύ καθαρά » σχολίασε. « Η γειτόνισσα δεν προσέχει την καθαριότητα, δεν πλένει καλά τα ρούχα. Πρέπει να χρησιμοποιεί περισσότερο σαπούνι ».
 Ο σύζυγος κοίταξε την μπουγάδα αλλά δε είπε τίποτα.
Κάθε φορά που η γειτόνισσα άπλωνε την μπουγάδα, η γυναίκα έκανε τα ίδια σχόλια.
 Ένα μήνα αργότερα, ένιωσε μεγάλη έκπληξη όταν είδε ότι τα ρούχα που είχε απλώσει η γειτόνισσα ήταν πιο καθαρά από τις προηγούμενες φορές, και είπε στον άντρα της:
« Για δες ! Η γειτόνισσα έμαθε επιτέλους να πλένει ! Αναρωτιέμαι ποιος την έμαθε ».
 « Ξέρεις, ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί και καθάρισα τα τζάμια μας ! »
γύρισε και της είπε ο άντρας της.

 Έτσι συμβαίνει και στη ζωή. 
Ο τρόπος που βλέπουμε τους άλλους εξαρτάται από το πόσο καθαρά είναι τα δικά μας « τζάμια ».


" Από τους πονηρούς λογισμούς που πολεμούν τον άνθρωπο, τρεις είναι οι πιο σκληροί:
Tης απιστίας, της βλασφημίας και της πορνείας.
Για να κοπάσει αυτός ο πόλεμος, πρέπει πρώτα να γνωρίζεις πότε αμαρτάνεις και πότε όχι:
Δεν αμαρτάνεις όταν ο νους, η βούληση, δε συγκατατίθεται στους λογισμούς, πολύ περισσότερο όταν τους αποστρέφεται ή τους περιφρονεί.
Αμαρτάνεις, κάποτε και θανάσιμα, όταν ο νους αυτοπροαίρετα συγκρατεί τους λογισμούς και η καρδιά ηδύνεται και ευχαριστείται μ’ αυτούς.
Όποιος πολεμείται από πονηρούς λογισμούς και δεν τους αποδέχεται, ταράσσεται όμως νομίζοντας ότι αμάρτησε, αυτός είναι μικρόψυχος, εμπαίζεται από το διάβολο και δε γνωρίζει να διακρίνει μεταξύ προσβολής και συγκαταθέσεως.
Μην παραξενεύεσαι που οι ίδιοι λογισμοί φέρνουν μαζί τους και θάνατο και ζωή, αιώνιο θάνατο ή αιώνια ζωή. Σ’ εκείνον που τους αποδέχεται προκαλούν θάνατο. Σ’ εκείνον που τους αποστρέφεται και τους πολεμά χαρίζουν ζωή, και αυξάνουν το μισθό του στον ουρανό.
Συμβαίνει κάποτε να έρχονται λογισμοί απιστίας ή βλασφημίας κατά του Θεού, της Υπεραγίας Θεοτόκου ή των αγίων. Καμιά φορά, αντικρίζοντας τα άχραντα και θεία Μυστήρια ή τις άγιες εικόνες, πέφτουν επάνω σου σαν μαύρο σύννεφο βλάσφημες σκέψεις. Περιφρόνησε αυτούς τους λογισμούς. Αδιαφόρησε. Μην ανησυχείς και μη θλίβεσαι, γιατί έτσι χαροποιείς το διάβολο.
Του αρκεί να σε βλέπει θλιμμένο και συγχυσμένο, αν δεν κατορθώσει κάτι χειρότερο. Θα επαυξήσει τότε τους λογισμούς σου, για να εξουθενώσει τελείως τη συνείδησή σου. Όταν όμως σε δει να περιφρονείς τους βλάσφημος λογισμούς, θα απομακρυνθεί ντροπιασμένος.
Πρόσεξε, και θα διαπιστώσεις ότι και τα τρία είδη των λογισμών γεννιούνται συχνά από την κατάκριση. Μην κατακρίνεις τον αδελφό σου και θα καταφέρεις γενναίο πλήγμα στους πονηρούς λογισμούς. Επειδή όμως ο πόλεμος των λογισμών ταλαιπωρεί συνήθως τους υπερηφάνους και φθονερούς, ο πιο σίγουρος τρόπος για ν’ απαλλαγείς απ’ αυτόν είναι να καλλιεργήσεις μέσα σου την ταπείνωση και την ακακία.
Οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν και υποδεικνύουν τα μέσα και τους τρόπους που θα χρησιμοποιήσεις για να νικήσεις τους λογισμούς και να καταισχύνεις τους δαίμονες που τους σπέρνουν μέσα σου:
Να τους φανερώνεις στον πνευματικό σου με την εξομολόγηση.
Να προσεύχεσαι στον Κύριο με θέρμη, αναθέτοντας σ’ Εκείνον την ασθένειά σου και ομολογώντας την αδυναμία σου.
Να καλλιεργείς μέσα σου τη συντριβή του νου, την αυτομεμψία και, γενικά, ταπεινό φρόνημα.
Ν’ αγαπήσεις τη νηστεία, που θανατώνει προ παντός τους σαρκικούς λογισμούς.
Ν’ αγαπήσεις τους σωματικούς κόπους και μόχθους, που ταπεινώνουν το σώμα και πνίγουν μέσα στον ιδρώτα σου τις πανουργίες των δαιμόνων.
Να ζεις συνέχεια με τη μνήμη του θανάτου και της φοβερής κρίσεως του Θεού.
Ν’ αντιπαραθέτεις στους ρυπαρούς λογισμούς άλλους λογισμούς, υγιείς και θεάρεστους.
Τέλος, αν είσαι δυνατός, περιφρόνησε και περιγέλασε τους λογισμούς, κι ύστερα προσπέρασέ τους αδιάφορα.
Ο τελευταίος αυτός τρόπος εξευτελίζει τελείως τους δαίμονες. "


Δυο καλόγεροι που πήγαιναν σε προσκύνημα , έφτασαν στο πέρασμα ενός ποταμού. Εκεί είδαν μια πολύ όμορφη κοπέλα , που αναρωτιόταν τι να κάμει , μιας που το ποτάμι ήταν βαθύ και δεν μπορούσε να το περάσει . Χωρίς πολλά πολλά , ο ένας από τους δύο καλόγερους , την πήρε στην πλάτη του και την πέρασε στην άλλη όχθη , όπου την άφησε στην στεριά στις όχθες του ποταμού
 Ύστερα οι καλόγεροι συνέχισαν το δρόμο τους . Ο άλλος καλόγερος όμως , μετά από μια ώρα άρχισε να γκρινιάζει : " Ασφαλώς δεν ήταν σωστό ν΄ αγγίξεις τη γυναίκα . Είναι αντίθετο προς τις εντολές Του Θεού να έρχεσαι σε στενή επαφή με γυναίκες . Πώς μπορείς να κάνεις κάτι που είναι αντίθετο με τους κανόνες των μοναχών ; " Ο καλόγερος που κουβάλησε τη γυναίκα , προχωρούσε σιωπηλός . Κάποια στιγμή όμως είπε : " Eγώ κουβάλησα τη γυναίκα και την άφησα στην όχθη του ποταμού πριν από μια ώρα ! Για μένα τέλειωσε εκείνο το γεγονός ... εσύ γιατί την κουβαλάς ακόμη ; "
Πόσα στ΄ αλήθεια παιγνίδια , και σε πόσες παγίδες μας ρίχνει το ίδιο μας το μυαλό ,και οι λογισμοί και οι σκέψεις μας. Είναι ένας σκοτεινός και ατελείωτος λαβύρινθος , που αν παγιδευτούμε μέσα σ΄ αυτό ,δύσκολα θα βρούμε τη σωτήρια διέξοδο ... Ας μην πέφτουμε εύκολα στις παγίδες του πονηρού ,που στήνει καθημερινά στο δρόμο μας , με τις πλεκτάνες των λογισμών μας . Ας μην ανοιγόμαστε σε κουβέντα μαζί τους , και ας μην υποκύπτουμε στα τεχνάσματα του πονηρού , να μας οδηγήσει σε λάθος μονοπάτια ...


Ας έχουμε " πάντα ανοικτά , πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας " !



"Στη γη της Παλαιστίνης υπάρχουν δύο λίμνες και ένας ποταμός. Η πρώτη είναι μια μικρή λίμνη, της Τιβεριάδος. Παρότι μικρή λίμνη είναι ζωντανή, έχει πολλά ψάρια κι εκεί ψάρευαν οι μαθητές του Χριστού. Η δεύτερη λίμνη βρίσκεται στο νότο, είναι η Νεκρά Θάλασσα και είναι τετραπλάσια σε έκταση από την πρώτη. Είναι όμως νεκρή. Δεν έχει ίχνος ζωής. Τις δύο λίμνες ενώνει ο Ιορδάνης ποταμός. Ξεκινάει από την Τιβεριάδα και καταλήγει στη Νεκρά Θάλασσα. Κι εδώ είναι το παράδοξο. Αιώνες τώρα η μικρή Τιβεριάδα προσφέρει τα νερά της, δίνει συνεχώς και παραμένει ζωντανή. Ούτε αδειάζει. Η Νεκρά Θάλασσα αιώνες τώρα δέχεται αχόρταγα τα νερά, αλλά δε ζωντανεύει. Παίρνει τα νερά και παραμένει νεκρή. Αυτή είναι η φύση της αγάπης. Την αγάπη δεν τη ζητάμε, δεν την απαιτούμε από τους άλλους. Μόνο την προσφέρουμε, χωρίς κρατούμενα, χωρίς υπολογισμούς και μόνο τότε είμαστε ζωντανοί. Ο άνθρωπος που έχει μάθει από μικρός συνεχώς να παίρνει και να μην προσφέρει τίποτα, είναι ανάπηρος, είναι νεκρός, δυστυχισμένος. Ο άνθρωπος που έμαθε να αγαπάει, να θυσιάζεται, να προσφέρει και να προσφέρεται είναι ζωντανός και ευτυχισμένος."
Ας μας γίνει παράδειγμα ο πιο πάνω συσχετισμός .
Και οι δικές μας καρδιές δεν διαφέρουν και πολύ από τις δύο αυτές λίμνες.
Άμα το σκεφτούμε και το δούμε λίγο στην καθημερινότητά μας , θα δούμε πόσο αληθινό είναι ...
Εύχομαι η αγάπη να χαρίζει ζωντάνια και ομορφιά και στις δικές μας καρδιές, και τότε ο κόσμος όλος θάναι όμορφος , και η Αναστάσιμη χαρά θα ρέει ασταμάτητα στης ψυχής μας τα ρυάκια , το Φως Του Ουρανού θα φωτίζει κάθε σκοτάδι και καταχνιά .



   Ένα αγόρι 16 χρονών ρωτάει τον πατέρα του : " Μπαμπά άμα γίνω 18 ετών τι δώρο θα μου κάνεις ; " 
Ο πατέρας απαντάει : " Γιέ μου είναι μεγάλη διαδρομή μέχρι τότε , κάνε υπομονή ... "
Πέρασε ένας χρόνος και το αγόρι έγινε 17 χρονών αλλά τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά. Μετά από φωτιά που πήραν στο σπίτι το παιδί έπεσε σε κώμα. Οι γιατροί είπαν στους γονείς του ότι η καρδιά του παιδιού είναι πολύ αδύνατη και είναι πολύ... δύσκολο να ζήσει. Ο πατέρας ξέσπασε σε λυγμούς .
Πέρασε ένας χρόνος και την ημέρα των γενεθλίων του , που έκλεινε τα δεκαοκτώ του χρόνια , το παιδί γίνεται καλά και του επιτρέπουν οι γιατροί και γυρνάει στο σπίτι του.  
Πάνω στο κρεβάτι του βρίσκει μια επιστολή :
"Γιέ μου, αν διαβάζεις σήμερα αυτό το γράμμα , σημαίνει ότι όλα έχουν πάει καλά. Θυμήθηκα την μέρα που με ρώτησες τι δώρο θα σου κάνω στα 18α γενέθλια σου αλλά δεν θυμάμαι τι ακριβώς ήθελες να σου αγοράσω , έτσι και εγώ σου έδωσα την καρδιά μου για να μπορέσεις να ζήσεις ... Τώρα που έγινε με επιτυχία η μεταμόσχευση να ξέρεις ότι δεν θα πάψω ποτέ να σ΄ αγαπώ ... ασχέτως κι΄ αν δεν είμαι εκεί δίπλα σου .
Χρόνια πολλά παιδί μου !!!
  


Η Λογική και η Τύχη

Μια μέρα η Λογική και η Τύχη συναντήθηκαν σε ένα στενό γεφύρι.
Άρχισαν αμέσως να μαλώνουν ποια δικαιούται να περάσει πρώτη. Τελικά αποφάσισαν να κάνουν έναν διαγωνισμό για να αποδειχτεί ποια είναι η δυνατότερη.
Από το γεφύρι φαινόταν ένας νεαρός γεωργός που όργωνε το χωράφι του.
— Ανάλαβέ τον, είπε η Τύχη. Κάνε τον ό,τι θέλεις και, αν με κερδίσεις,
από τότε και πέρα θα σου αναγνωρίζω πάντα το προβάδισμα.
Η Λογική συμφώνησε και έκανε κατοχή στον γεωργό. Αμέσως εκείνος σκέφτηκε:
— Μια ζωή θα είμαι γεωργός; Γιατί να μη δοκιμάσω κάτι για το οποίο
έχω περισσότερες ικανότητες και μπορεί να είμαι πιο πετυχημένος και πιο ευτυχισμένος;
Ξέζεψε τα ζώα του και γύρισε στο χωριό.
— Πατέρα, αποφάσισα να φύγω από το χωριό και να πάω να γίνω κηπουρός. Είναι κάτι που μου αρέσει και που θα μου δίνει περισσότερα
χρήματα.
Ο πατέρας του δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει αλλά σκέφτηκε ότι
είχε άλλους δυο γιους και τα χωράφια του δεν θα έφταναν να θρέψουν τρεις οικογένειες.
— Να πας στο καλό, Βάνεκ, του είπε λυπημένος.
Ο νέος κατέβηκε στην πόλη και σε λίγο χάζευε γύρω από τα ανάκτορα.Πλησίασε τον γέρο κηπουρό και του είπε:
— Παππού, μήπως χρειάζεσαι κάποια βοήθεια για τις πιο βαριές δουλειές;
Πραγματικά ο κηπουρός τον πήρε δοκιμαστικά στη δούλεψή του και ο Βάνεκ, που, πέρα από τα νιάτα, είχε και μεράκι για τη δουλειά αυτή, σε δυο-τρία χρόνια είχε μετατρέψει σε παράδεισο τον κήπο των ανακτόρων. Έγινε αρχικηπουρός όταν ο άλλος αποσύρθηκε λόγω γηρατειών.
Συχνά, καθώς ο βασιλιάς, η βασίλισσα και η δεκαεξάχρονη κόρη τους, η Γιολάντα, με το αγαπημένο σκυλάκι της βολτάριζαν στον κήπο, έπιαναν συζήτηση με τον Βάνεκ. Έτσι ο νέος έμαθε ότι η κόρη τους ήταν μουγκή κι ο βασιλιάς είχε υποσχεθεί το χέρι της και το μισό βασίλειο σ’ όποιον την έκανε να μιλήσει.
— Γιατί να μη δοκιμάσω κι εγώ; αναρωτήθηκε ο Βάνεκ. Τι έχω να χάσω; Τίποτα!
Πήρε λοιπόν την άδεια, πήγε την άλλη μέρα στο δωμάτιο της πριγκίπισσας και, χωρίς να μιλήσει σ’ αυτήν, γύρισε και ρώτησε τον σκύλο της:
— Καλό μου σκυλάκι, έχω ακούσει ότι είσαι πολύ σοφό και θα ήθελα τη γνώμη σου για κάτι που με βασανίζει. Πριν από λίγο καιρό ταξίδευα με έναν γλύπτη και έναν ράφτη.
Η νύχτα μας βρήκε στο δάσος και, επειδή φοβόμασταν τους λύκους, αποφασίσαμε ένας από μας να μένει φρουρός για μερικές ώρες.
Πρώτος έμεινε ξάγρυπνος ο γλύπτης, ο οποίος για να μην αποκοιμηθεί, έφτιαξε το άγαλμα μιας πολύ ωραίας κοπέλας, σαν την αφέντισσά σου.
Όταν αποκοιμήθηκε ο γλύπτης και άρχισε να ξενυχτά ο ράφτης, για να περάσει την ώρα του έφτιαξε ένα πολύ ωραίο φόρεμα για την κοπέλα. Όταν ήρθε η σειρά μου να είμαι φρουρός σκέφτηκα ότι μια τόσο ωραία γυναίκα θα πρέπει να έχει και φωνή γι’ αυτό την έμαθα να μιλάει.
Το πρωί που ξύπνησαν και οι άλλοι αρχίσαμε να μαλώνουμε σε ποιον ανήκει η κοπέλα κι ακόμα δεν έχουμε καταλήξει σε συμφωνία. Στον γλύπτη, στον ράφτη ή σε μένα; Τι λες εσύ που είσαι τόσο έξυπνος σκύλος; ρώτησε ο Βάνεκ.
Ο σκύλος τον κοίταζε με κατανόηση αλλά δεν απαντούσε.
Τότε πετάχτηκε η πριγκίπισσα και είπε:
— Ασφαλώς ανήκει σε σένα που της έδωσες τη φωνή, γιατί θα ήταν πολύ δύσκολη η ζωή της χωρίς να μπορεί να επικοινωνεί με τους άλλους.
— Ευχαριστώ πολύ, πριγκίπισσα. Αυτό πίστευα κι εγώ. Για να μην τα πολυλογούμε, λοιπόν, μου ανήκεις και θα σε παντρευτώ, μια και σε έκανα να μιλήσεις.
Η κοπέλα είχε κιόλας ερωτευτεί το σωτήρα της, αλλά ο βασιλιάς, μ’ όλο που χάρηκε που ξαναβρήκε η κόρη του τη φωνή της, δεν δεχόταν σε καμιά περίπτωση να την παντρέψει με έναν ταπεινής καταγωγής, όπως ήταν ο Βάνεκ.
— Θα σου δώσω όσα λεφτά θέλεις, αλλά δεν μπορώ να σου δώσω ούτε την κόρη μου, ούτε το βασίλειό μου, γιατί δεν έχεις ευγενική καταγωγή.
— Μα, Μεγαλειότατε, δεν είχες δώσει την υπόσχεσή σου; Με ποια λογική την παραβαίνεις τώρα; Γιατί δεν κρατάς τον λόγο σου; Τι παράδειγμα δίνεις στους υπηκόους σου; Και τι σημασία έχει αν δεν έχω ευγενική καταγωγή;
— Πω πω! Βρίζει τον μεγαλειότατο ο αχρείος! είπε ο πρωθυπουργός που ήταν παρών. Πρέπει να τιμωρηθεί υποδειγματικά για το θράσος του!
— Να αποκεφαλιστεί αμέσως ο υβριστής! έδωσε εντολή ο βασιλιάς παρά τα παρακάλια της Γιολάντας.
Ο Βάνεκ οδηγήθηκε στον χώρο των εκτελέσεων και ο δήμιος έβαλε μπροστά την καρμανιόλα…
— Τα έκανες θάλασσα! πετάχτηκε και είπε η Τύχη στη Λογική. Ενώ τα πήγαινες καλά ως ένα σημείο, κάπου παραπήρες θάρρος και από εκεί και πέρα τα χάλασες. Δεν είναι το καθετί θέμα λογικής. Μπορεί η λογική να βοηθάει, αλλά… Για να δω αν μπορώ να κάνω κάτι τώρα για να σώσω τον δύστυχο Βάνεκ!
Η Λογική παραδέχτηκε ότι είχε οδηγήσει την υπόθεση στο αδιέξοδο και παρέδωσε τον Βάνεκ στην Τύχη. Το πρώτο που έκανε εκείνη ήταν να χαλάσει την καρμανιόλα. Κάπου μπερδεύτηκαν τα σχοινιά και τα ξύλα της, η λεπίδα είχε σφηνώσει, ούτε προς τα κάτω έπεφτε στο κεφάλι του άτυχου Βάνεκ, αλλά ούτε και προς τα πάνω πήγαινε για να την ξαναμολήσει ο δήμιος, ο οποίος άρχισε να ξεστομίζει βρισιές που μόνο οι δήμιοι χρησιμοποιούν.
Την ίδια στιγμή έφτασε λαχανιασμένη η πριγκιποπούλα. Έβαλε το κεφάλι της δίπλα στο κεφάλι του Βάνεκ στην καρμανιόλα και δήλωσε ότι αποφάσισε ότι δεν θέλει να ζήσει άλλο.
Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να δώσει εντολή να ματαιωθεί η εκτέλεση, να χριστεί «κατ’ εξαίρεσιν» ο Βάνεκ πρώτος ιππότης και να αρχίσουν οι προετοιμασίες για τον γάμο του με την Γιολάντα.
— Ουφ! έκανε καταϊδρωμένη η Τύχη, μόλις που πρόλαβα την τελευταία στιγμή!
Η Λογική αναγνώρισε την ήττα της και ομολόγησε ότι, όσο κι αν είναι συνήθως καλός οδηγός, μερικές φορές μπορεί να οδηγήσει τα πράγματα στο αδιέξοδο. Αναγνώρισε λοιπόν το προβάδισμα στην Τύχη και από τότε, όταν συναντιούνται σε κάποια στενή γέφυρα, σε δρόμο ή σε κάποιο μονοπάτι της ζωής, η Λογική παραμερίζει για να περάσει η Τύχη.